Τελευταία Νέα
Επικαιρότητα

Διαφωνία Μητσοτάκη - Ερντογάν για Μέση Ανατολή και Χαμάς

Διαφωνία Μητσοτάκη - Ερντογάν για Μέση Ανατολή και Χαμάς

 

Ο Ερντογάν κάλεσε τον κ. Μητσοτάκη στην Άγκυρα για το επόμενο Συμβούλιο Συνεργασίας

 

Η Μέση Ανατολή και η Χαμάς ήταν τελικά τα ζητήματα στα οποία διαφώνησαν μπροστά στις κάμερες ο Έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στις κοινές δηλώσεις τους μετά τη συνάντηση που είχαν στην Άγκυρα.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναφέρθηκε στην κατάσταση στη Μέση Ανατολή, χαρακτηρίζοντας «τρομοκρατική οργάνωση» τη Χαμάς, με τον Τούρκο πρόεδρο να προβαίνει σε δευτερολογία, ώστε να επισημάνει ότι διαφωνεί με τη θέση της Ελλάδας και ότι η Χαμάς δεν είναι τρομοκρατική οργάνωση, αλλά «αντιστασιακή οργάνωση» ενώ σημείωσε ότι πάνω από 1000 μαχητές της Χαμάς νοσηλεύονται στην Τουρκία.

Ειδικότερα, ο Ερντογάν ανταπάντησε ότι «υπάρχει ένα σημαντικό θέμα στο οποίο δεν είμαστε σύμφωνοι, δεν θεωρώ τρομοκρατική οργάνωση της Χαμάς, ιδρύθηκε το 1947 ως αντιστασιακή οργάνωση και προσπαθεί να δώσει έναν αγώνα για να προστατέψει τα εδάφη και τον λαό της. Αν την ονομάσουμε τρομοκρατική οργάνωση θα ήταν μία αδίστακτη προσέγγιση. Εσείς δώσατε θετική ψήφο στον ΟΗΕ και σας ευχαρίστησα. Μας λυπεί αν την πείτε τρομοκρατική οργάνωση και εδώ βρίσκονται πάνω από 1000 μέλη της Χαμάς που νοσηλεύονται στα νοσοκομεία της χώρας μας».

Διαφωνία, αλλά σε πιο ήπιους υπήρξε και στο θέμα των μειονοτήτων, με τον Ερντογάν να χαρακτηρίζει «τουρκική» τη μειονότητα στη Θράκη και τον Έλληνα πρωθυπουργό να απαντά ότι είναι «μουσουλμανική» μειονότητα, με ίσα δικαιώματα.

Η συνέντευξη Τύπου ξεκίνησε με τις δηλώσεις του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος αναφέρθηκε στην ενίσχυση των σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, χαρακτηρίζοντας άκρως εποικοδομητικές τις επαφές με τον Έλληνα πρωθυπουργό.

«Επισκέφθηκα την Αθήνα τον Δεκέμβριο όπου είχαμε διαβεβαιώσει τη συμφωνία μας να διατηρήσουμε ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας», ανέφερε ο Τούρκος πρόεδρος και πρόσθεσε ότι «η επίσκεψη του κ. Μητσοτάκη αποτελεί αντικατοπτρισμό αυτής της συμφωνίας. Είμαστε της πεποίθησης ότι η ενίσχυση του πνεύματος συνεργασίας θα είναι για το καλό των δύο χωρών»

Τόνισε δε ότι οι δύο πλευρές εργάζονται ώστε να ανεβάσουν στα 10 δισ. δολάρια τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των δύο χωρών.

 

Ακολούθως, ο κ. Ερντογάν, αναφερθείς στα ζητήματα που τέθηκαν επί τάπητος είπε ότι συζητήθηκαν και τα αλληλένδετα προβλήματα των δύο χωρών, τονίζοντας ότι «έχουμε την βούληση για επίλυση στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου». Μεταξύ άλλων, ο Τούρκος πρόεδρος ανέφερε ότι στη συζήτηση τέθηκε και το ζήτημα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας και η προσπάθεια να αντιμετωπιστούν αυτά τα φαινόμενα.

Ο Τούρκος πρόεδρος αναφέρθηκε ξανά σε τουρκική μειονότητα στην Ελλάδα, χαρακτηρίζοντας ωστόσο το ζήτημα ως «γέφυρα φιλίας» ανάμεσα στις δύο χώρες.

Δεν παρέλειψε να επιτεθεί ξανά στο Ισραήλ για τον πόλεμο στη Γάζα, κάνοντας λόγο για «σφαγή». Τόνισε δε, ότι η μόνη λύση είναι η ίδρυση ενός Παλαιστινιακού κράτους στα όρια που είχαν οριστεί το 1967, με πρωτεύουσα την ανατολική Ιερουσαλήμ. «Περιμένουμε από την Ελλάδα να στηρίξει τις διεθνείς προσπάθειες για ειρήνη στη Γάζα», πρόσθεσε και τόνισε ότι «η διεθνής κοινότητα θα πρέπει να μιλήσει πιο δυνατά απέναντι στη σφαγή των αμάχων».

Αναφερθείς στην απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, ο Ταγίπ Ερντογάν ευχαρίστησε τον Κυριάκο Μητσοτάκη, λέγοντας, μάλιστα, ότι «είμαστε ικανοποιημένοι που η Ελλάδα ήταν μέρος αυτής της απόφασης.»

Υπενθυμίζεται ότι η Ελλάδα υπερψήφισε τη συμμετοχή της Παλαιστίνης με ειδικά δικαιώματα στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ.

Αναφορικά με τον ζήτημα της μετατροπής της Μονής της Χώρας σε τζαμί, ο Ερντογάν απάντησε ότι «η απόφαση είχε ληφθεί το 2020 και ότι μετά τη μετατροπή του είναι ανοιχτό προς όλους».

«Είπα και τον Δεκέμβριο ότι δεν υπάρχει κανέναν πρόβλημα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας που να μην μπορεί να επιλυθεί. Διατηρούμε ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας και εστιάζουμε στη θετική ατζέντα», τόνισε ο Τούρκος πρόεδρος και κάλεσε τον πρωθυπουργός στην Άγκυρα για το επόμενο Συμβούλιο Συνεργασίας.

Τη σκυτάλη στις δηλώσεις πήρε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος αρχικά ευχαρίστησε τον Τούρκο πρόεδρο για τη «ζεστή φιλοξενία στην Άγκυρα».

«Δεν μπορώ παρά να ξεκινήσω με τις ευχαριστίες μου για τη ζεστή φιλοξενία. Μια συνάντηση η οποία είναι η τέταρτη μέσα στους τελευταίους δέκα μήνες. Αποδεικνύει ότι μπορούμε να καθιερώσουμε την προσέγγιση αμοιβαίας κατανόησης όχι ως εξαίρεση, αλλά ως παραγωγική κανονικότητα που δεν αναιρείται από τις γνωστές διαφορές στις θέσεις μας», ανέφερε ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Ο πρωθυπουργός σημείωσε πως είναι θετική εξέλιξη σε μια εποχή δύσκολη για τη διεθνή ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή μας. «Αυτή η προσέγγιση έχει ήδη οδηγήσει σε χειροπιαστά αποτελέσματα με μεγάλο όφελος», συνέχισε και αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην συμφωνία για την επίσημη ίδρυση επιχειρηματικού συμβουλίου. Είπε ότι είναι ένα από τα πολλά βήματα, ώστε να φτάσουμε στο στόχο να διπλασιάσουμε τις διμερείς μας συναλλαγές.

«Και οι δύο λαοί μας όπως είχα δεσμευτεί απολαμβάνουν καρπούς σημαντικής πρωτοβουλίας, να μπορούν Τούρκοι να ταξιδεύουν σε 10 ελληνικά νησιά και η διαδικασία έκδοσης βίζας να διαρκεί μόνο λίγα λεπτά», συμπλήρωσε.

«Και στον κρίσιμο τομέα του μεταναστευτικού η συνεργασία αποδίδει απέναντι στις παράνομες ροές και τους άθλιους διακινητές. Πρέπει να συνεχιστεί και να ενταθεί. Και οι δύο έχουμε πιεστεί από μεταναστευτικά βήματα και η Ελλάδα ανέκαθεν συμφώνησε και εξακολουθεί να συμφωνεί στη χρηματοδότηση της Τουρκίας από την ΕΕ», υπογράμμισε.

«Οι μειονότητες στις χώρες μας που προσδιορίζονται από τη συνθήκη της Λωζάνης αποτελούν γέφυρα φιλίας», ανέφερε ο κ. Μητσοτάκης. «Ο χαρακτηρισμός της μειονότητας ως θρησκευτικής προβλέπεται ρητά στη συνθήκη της Λωζάνης και το έμπρακτο ενδιαφέρον για την ευημερία της επιβεβαιώνεται με την έμπρακτη τήρηση αρχών ισονομίας και ισοπολιτείας και με τη λήψη ειδικών μέτρων που απολαμβάνουν οι μουσουλμάνοι της χώρας μας», πρόσθεσε. «Θα ήταν ευχής έργο αν την ίδια άνθηση γνώριζε ο διαρκώς συρρικνούμενος ελληνισμός στην Τουρκία», συνέχισε. «Είχαμε ευκαιρία να συζητήσουμε τη στενοχώρια μας, τη δυσαρέσκειά μας για το γεγονός ότι η Μονή της Χώρας θα λειτουργήσει ως τέμενος. Κατ' ελάχιστον είναι πολύ σημαντικό να διαφυλάξουμε την ξεχωριστή πολιτιστική αξία του μνημείου, ώστε να είναι επισκέψιμο από όλους», επισήμανε.

Ο πρωθυπουργός είπε ότι συζήτησαν και για τις εξελίξεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή. «Με την Τουρκία δεν συμφωνούμε πάντα στα θέματα που αφορούν τη Μέση Ανατολή. Η θέση της Αθήνας είναι ότι το Ισραήλ είχε κάθε δικαίωμα να αμυνθεί. Όμως, συμφωνούμε στο ότι πρέπει να σταματήσει η ασύμμετρη χρήση βίας και το αιματοκύλισμα στην περιοχή και να οδηγηθούμε σε ανακωχή διαρκείας, να προστατευθούν οι άμαχοι της Γάζας και να απελευθερωθούν οι όμηροι. Συμφωνούμε ότι θα ήταν κολοσσιαίο λάθος να εκδηλωθεί χερσαία επίθεση στη Γάζα. Μόνη βιώσιμη επιλογή η επιστροφή στην πολιτική διαδικασία και η λύση των δύο κρατών», συμπλήρωσε μεταξύ άλλων.

Για το κυπριακό είπε ότι «προφανώς διαφωνούμε, αλλά το αντίδοτο στο αδιέξοδο δεν μπορεί να είναι άλλο από το διάλογο» και «πρέπει να δοθεί χρόνος στην ειδική απεσταλμένη του ΓΓ του ΟΗΕ». Ο κ. Μητσοτάκης ανέφερε ότι η Ελλάδα υποστήριζε και υποστηρίζει την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας με προϋπόθεση το σεβασμό του ευρωπαϊκού κεκτημένου.

«Και σήμερα δείξαμε ότι δίπλα στις διαπιστωμένες διαφωνίες μας μπορούμε να γράφουμε παράλληλη σελίδα με τις συμφωνίες μας», συνέχισε ο κ. Μητσοτάκης και αναφέρθηκε στις συμφωνίες που υπέγραψαν σήμερα στην Άγκυρα.

«Επιθυμούμε να πυκνώσουμε τις διμερείς μας επαφές. Να συνεχίσουμε το θετικό δρόμο», σημείωσε ο Πρωθυπουργός.

«Ας συμφωνήσουμε ότι διαφωνούμε στο θέμα αυτό, αλλά συμφωνούμε στην ανάγκη άμεσης κατάπαυσης του πυρός και πάνω από όλα να προστατευθούν οι άμαχοι Παλαιστίνιοι», απάντησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όταν ο Τάγιπ Ερντογάν είπε ότι διαφωνούν με το χαρακτηρισμό της Χαμάς ως τρομοκρατική οργάνωση.

«Αυτό μπορεί να γίνει», ανταπάντησε ο Τούρκος Πρόεδρος.

Ακολουθεί ολόκληρη η τοποθέτηση του πρωθυπουργού:

«Αξιότιμε κ. Πρόεδρε της Τουρκικής Δημοκρατίας, αγαπητέ Tayyip, κυρίες και κύριοι Υπουργοί, κυρίες και κύριοι, δεν μπορώ παρά να ξεκινήσω με τις ευχαριστίες μου για τη ζεστή φιλοξενία την οποία μας επιφυλάξατε σήμερα στην Άγκυρα.

Σε μία συνάντηση που -αξίζει να σημειωθεί- είναι η τέταρτη μέσα στους τελευταίους δέκα μήνες, κάτι το οποίο πιστεύω ότι αποδεικνύει πως οι δύο γείτονες μπορούμε πλέον να καθιερώσουμε αυτή την προσέγγιση της αμοιβαίας κατανόησης, όχι πλέον ως κάποια εξαίρεση, αλλά ως μία παραγωγική κανονικότητα που δεν αναιρείται από τις γνωστές διαφορές στις θέσεις μας. Κανονικότητα, η οποία θα έλεγα ότι διαμορφώνει και μία καλύτερη καθημερινή πραγματικότητα.

Κι αυτό νομίζω ότι είναι και το μήνυμα το οποίο εκπέμπουμε και σήμερα. Ένα μήνυμα, το οποίο το θεμελιώσαμε προ ολίγων μηνών στη Σύνοδο του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας που έλαβε χώρα στην Αθήνα και με την υπογραφή της Διακήρυξης των Αθηνών στη συνέχεια, οικοδομήθηκε με πολύ μεγάλη συστηματικότητα, όπως είχαμε συμφωνήσει και υπό την ευθύνη των δύο Υπουργών Εξωτερικών, σε τρία επίπεδα: στον πολιτικό διάλογο, στη θετική ατζέντα και στα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης.

Πιστεύω ότι είναι μία θετική εξέλιξη σε μία εποχή δύσκολη για τη διεθνή ειρήνη, αλλά και για την ευρύτερη σταθερότητα στην περιοχή μας. Και είναι πολύ σημαντικό ότι, όπως είχαμε δρομολογήσει, αυτή η προσέγγιση έχει ήδη οδηγήσει σε χειροπιαστά αποτελέσματα, με αμοιβαίο όφελος.

Αναφερθήκατε στην πολύ μεγάλη σημασία την οποία αποδίδουμε και οι δύο στον τομέα της οικονομίας και είχαμε πράγματι συμφωνήσει να υπάρχει μία περαιτέρω σύσφιξη στους τομείς του εμπορίου και των επενδύσεων.

Θέλω να χαιρετίσω κι εγώ με τη σειρά μου σήμερα και την επίσημη ίδρυση του Ελληνοτουρκικού Επιχειρηματικού Συμβουλίου που αποφασίστηκε στα πλαίσια της θετικής ατζέντας και να εκφράσω την ικανοποίησή μου διότι διεξήχθη ένα πολύ επιτυχημένο επιχειρηματικό φόρουμ στην Κωνσταντινούπολη, με συμμετοχή πολλών επιφανών Ελλήνων και Τούρκων επιχειρηματιών.

Νομίζω ότι είναι ένα από τα πολλά βήματα που θα ακολουθήσουν, έτσι ώστε να μπορέσουμε να φτάσουμε στον στόχο μας, που δεν είναι άλλος από το να διπλασιάσουμε τις διμερείς μας συναλλαγές σε βάθος πενταετίας, παρά τις αντιξοότητες του διεθνούς περιβάλλοντος, παρά τα εμπόδια στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες. Κινούμαστε αναμφίβολα προς τη σωστή κατεύθυνση.

Και παράλληλα, οι δύο λαοί μας, όπως είχα δεσμευτεί τον Δεκέμβριο, απολαμβάνουν τους καρπούς μιας σημαντικής πρωτοβουλίας: να μπορούν Τούρκοι επισκέπτες και οι οικογένειές τους να ταξιδεύουν σε δέκα ελληνικά νησιά. Και χάρη στη συνεννόηση που πέτυχε η Ελληνική Κυβέρνηση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η έκδοση βίζας, αυτή η διαδικασία διαρκεί πια μόνο λίγα λεπτά.

Είχα την ευκαιρία τις τελευταίες εβδομάδες να επισκεφτώ τη Λέσβο και τη Χίο. Διαπίστωσα ο ίδιος πόσο γρήγορη και πόσο απλή και σύντομη είναι αυτή η διαδικασία. Και νομίζω ότι είναι πολύ σημαντικό, όχι μόνο στο οικονομικό επίπεδο, αλλά είναι πολύ σημαντικό οι δύο λαοί μας να επικοινωνούν με άμεσο τρόπο και με λιγότερη γραφειοκρατία.

Αλλά θα έλεγα ότι και στον κρίσιμο τομέα του μεταναστευτικού, η συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών μας και ειδικά μεταξύ της Αστυνομίας και του Λιμενικού αποδίδει απέναντι στις παράνομες ροές και απέναντι στους άθλιους διακινητές, οι οποίοι εκμεταλλεύονται τον πόνο απελπισμένων ανθρώπων. Αυτή η συνεργασία πρέπει να συνεχιστεί και να ενταθεί. Ένας συντονισμός τον οποίο τον θέλουμε τόσο στα χερσαία όσο και στα θαλάσσια σύνορά μας.

Ξέρουμε, εξάλλου, ότι και οι δύο έχουμε πιεστεί από μεταναστευτικά κύματα. Και η Τουρκία έχει πιεστεί πολύ. Γι' αυτό και η Ελλάδα ανέκαθεν συμφώνησε και εξακολουθεί να συμφωνεί στη χρηματοδότηση της Τουρκίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως συμφωνούμε και με ευρωπαϊκό σχέδιο ώστε να ανακουφιστεί με τη σειρά της μέσω οργανωμένων μετεγκαταστάσεων.

Ταυτόχρονα, οι μειονότητες στις χώρες μας που προσδιορίζονται από τη Συνθήκη της Λωζάνης, αποτελούν -και το πιστεύω βαθιά αυτό- μια γέφυρα φιλίας μεταξύ των δύο λαών μας.

Από τη μια πλευρά, η ελληνική μειονότητα, έστω και δραστικά μειωμένη πληθυσμιακά, εμπλουτίζει την κοινωνική και την πολιτιστική ζωή της Τουρκίας. Χρειάζεται όμως και τη στήριξη της τουρκικής πολιτείας για να συνεχίσει να το πράττει.

Ενώ στη Θράκη, Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι συμπολίτες μας διαβιούν αρμονικά με την ευρωπαϊκή αλλά και την ελληνική έννομη τάξη να τους εγγυάται ένα καθεστώς ίσων ευκαιριών. Πρέπει να σας διαβεβαιώσω ότι σε αυτόν τον στόχο είμαι προσωπικά προσηλωμένος.

Όπως έχω ήδη τονίσει, ο χαρακτηρισμός τής μειονότητας ως θρησκευτικής προβλέπεται ρητά στη Συνθήκη της Λωζάνης, ενώ το έμπρακτο ενδιαφέρον της ελληνικής πολιτείας για την ευημερία της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη εκδηλώνεται με την αυτονόητη τήρηση των αρχών ισονομίας και ισοπολιτείας για τα μέλη της, όπως και για όλους τους Έλληνες πολίτες, αλλά -και θέλω να το τονίσω αυτό- και με τη λήψη ειδικών μέτρων που απολαμβάνουν οι μουσουλμάνοι της χώρας μας. Και θεωρούμε επιτυχία μας την ενεργό παρουσία της μειονότητας στην ελληνική πολιτική και κοινωνική ζωή και θα ήταν ευχής έργον αν την ίδια άνθιση γνώριζε και ο, δυστυχώς, διαρκώς συρρικνούμενος ελληνισμός στην Τουρκία.

Και βέβαια, στο πνεύμα της αρμονικής συνύπαρξης εντάσσεται και ο σεβασμός των διεθνών κανόνων προστασίας της θρησκευτικής και της πολιτιστικής κληρονομιάς, ιδίως όταν μιλάμε για μνημεία τα οποία αποτελούν πανανθρώπινη περιουσία υπό την ομπρέλα της UNESCO. Είχαμε την ευκαιρία με ειλικρίνεια να συζητήσουμε με τον Πρόεδρο Erdoğan τη στεναχώρια μας, τη δυσαρέσκειά μας για το γεγονός ότι η Μονή της Χώρας άλλαξε χαρακτήρα και θα λειτουργήσει πια ως τέμενος.

Άκουσα αυτά τα οποία είπε ο κ. Πρόεδρος και πιστεύω ότι κατ' ελάχιστον είναι πολύ σημαντικό να μπορούμε να διαφυλάξουμε την ξεχωριστή πολιτιστική αξία αυτού του μνημείου έτσι ώστε να μπορεί να είναι επισκέψιμο από όλους και να μπορούν όλοι να απολαμβάνουν αυτόν τον πολύ σημαντικό πολιτιστικό θησαυρό, που πιστεύω ότι αποτελεί και ένα σημείο αναφοράς στην ιστορία της ίδιας της Κωνσταντινούπολης.

Κυρίες και κύριοι, φίλες και φίλοι, είχαμε την ευκαιρία με τον Πρόεδρο Erdoğan να συζητήσουμε και τις εξελίξεις στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή. Πρόκειται για γεγονότα τα οποία είναι εξαιρετικά ανησυχητικά, φέρνουν μόνο οδύνη και πόνο και τα οποία πρέπει να σταματήσουν με έναν τρόπο μόνο: με την καταδίκη της δεσποτικής επιθετικότητας, αλλά και της ωμής τρομοκρατίας. Με την υπεράσπιση του Διεθνούς Δικαίου, της κυριαρχίας των κρατών, το απαραβίαστο των συνόρων, σε μία πορεία με διαρκή πυξίδα το σεβασμό της ανθρώπινης ζωής.

Με την Τουρκία δεν συμφωνούμε πάντα στα θέματα τα οποία αφορούν τη Μέση Ανατολή. Η θέση της Αθήνας είναι ότι το Ισραήλ είχε κάθε δικαίωμα να αμυνθεί σε μία αιματηρή και προκλητική εισβολή τρομοκρατών στο έδαφός του, σε μία επίθεση με θύματα αθώους, οι οποίοι δολοφονήθηκαν, απήχθησαν, βασανίστηκαν και μάλιστα από μία τρομοκρατική οργάνωση που δεν εκπροσωπεί τον παλαιστινιακό λαό.

Μέχρι εδώ δεν συμφωνούμε, όμως συμφωνούμε σε άλλα. Συμφωνούμε στο ότι πρέπει να σταματήσει η ασύμμετρη χρήση βίας και το αιματοκύλισμα στην περιοχή και να οδηγηθούμε σε μία ανακωχή διαρκείας. Συμφωνούμε ότι πρέπει να προστατευτούν οι άμαχοι της Γάζας και να απελευθερωθούν οι όμηροι. Συμφωνούμε ότι οι Παλαιστίνιοι πρέπει να αποκτήσουν πρόσβαση σε ανθρωπιστική βοήθεια. Ναι, συμφωνούμε ότι αυτή τη στιγμή θα ήταν κολοσσιαίο λάθος να εκδηλωθεί μία χερσαία επίθεση στη Ράφα.

Όπως επίσης συμφωνούμε και στο γεγονός ότι η μόνη βιώσιμη προοπτική είναι η επιστροφή στην πολιτική διαδικασία και η λύση των δύο κρατών, θέση την οποία υποστηρίζουμε απόλυτα και ενεργά ως μέλη της διεθνούς κοινότητας και ως χώρες της περιοχής.

Και στο ίδιο πλαίσιο συζητήσαμε, προφανώς, και το κυπριακό ζήτημα, ένα ζήτημα το οποίο παραμένει υψίστης σημασίας για εμάς. Ένα ζήτημα στο οποίο προφανώς και διαφωνούμε, όμως το αντίδοτο σε οποιοδήποτε αδιέξοδο δεν μπορεί να είναι άλλο από το διάλογο. Γι΄ αυτό και χαίρομαι για τον ορισμό της κας Holguín ως προσωπικής εκπροσώπου του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών και θεωρώ ότι πρέπει να της δοθεί χρόνος για την αναζήτηση μίας λύσης στο πλαίσιο των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού, ξεκινώντας με την εποικοδομητική συζήτηση μεταξύ των δύο μερών.

Και αναφερόμενος μάλιστα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εγώ θα επαναλάβω από το βήμα αυτό ότι η Ελλάδα υποστήριξε και υποστηρίζει, παρά τις μεγάλες δυσκολίες, την ενταξιακή διαδρομή της Τουρκίας, με την προϋπόθεση, βέβαια, της ενσωμάτωσής της στο ευρωπαϊκό κεκτημένο. Και τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Απριλίου δίνουν μια θετική προοπτική στην επανεκκίνηση των ευρωτουρκικών σχέσεων. Θέλω να ελπίζω ότι αυτά θα ερμηνευτούν σωστά και ότι μπορούν και πρέπει να αξιοποιηθούν σωστά και από την δική σας την πλευρά.

Αγαπητέ κ. Πρόεδρε, αγαπητέ Tayyip, και σήμερα δείξαμε ότι δίπλα στις διαπιστωμένες διαφωνίες μας μπορούμε να γράφουμε μία παράλληλη σελίδα, με τις συμφωνίες μας. Απόδειξη ότι πέραν των όσων είπαμε για την οικονομία, για το μεταναστευτικό, για τις διευκολύνσεις στη χορήγηση θεωρήσεων, οι Υπουργοί μας υπέγραψαν μνημόνια συνεργασίας στους τομείς της υγείας και ειδικά στον τομέα της πολιτικής προστασίας, όπου αναγνωρίζουμε και οι δύο ότι οι χώρες μας αντιμετωπίζουν παρεμφερείς προκλήσεις από την κλιματική κρίση.

Κάνοντας δύο ακόμα βήματα που αφορούν τις καθημερινές ανάγκες των λαών μας στο παρόν, γιατί το σήμερα δεν πρέπει να μένει αιχμάλωτο του χθες και δεν πρέπει ούτε να ναρκοθετεί και το αύριο.

Και με το βλέμμα λοιπόν στα πολλά που μας ενώνουν, επιθυμούμε να πυκνώσουμε στο επόμενο διάστημα τις διμερείς μας επαφές, να συνεχίσουμε υπό τον συντονισμό των δύο Υπουργών Εξωτερικών αυτόν τον θετικό δρόμο τον οποίο έχουμε διαβεί τον τελευταίο χρόνο.

Και με αυτές τις σκέψεις θέλω και πάλι να σας ευχαριστήσω για την εξαιρετική φιλοξενία, προσβλέποντας να συναντηθούμε εκ νέου, πιθανόν στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Ουάσιγκτον, σίγουρα στο πλαίσιο της Γενικής Συνέλευσης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών τον Σεπτέμβριο στη Νέα Υόρκη και βέβαια να ανταποδώσουμε και εγώ και τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου την επίσκεψη την οποία κάνατε στην Αθήνα, με την επόμενη σύγκληση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας, το οποίο, όπως έχουμε συμφωνήσει, θα λάβει χώρα στην Άγκυρα εντός αυτού του έτους.

Σας ευχαριστώ πολύ».

«Ας συμφωνήσουμε, κ. Πρόεδρε, ότι διαφωνούμε στο θέμα αυτό, αλλά ας συμφωνήσουμε ότι συμφωνούμε στην ανάγκη αυτή τη στιγμή να υπάρχει μια άμεση κατάπαυση του πυρός και πάνω απ' όλα, πάνω απ' όλα να προστατευθούν οι άμαχοι Παλαιστίνιοι, που είναι και τα άδικα, τα μεγάλα θύματα αυτού του πολέμου».

Πηγή: skai.gr
www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης