Αιτίες και επιπτώσεις

Π. Κάπρος: H Ευρώπη αιφνιδιάστηκε από την κρίση - Η ενδεικνυόμενη κλιμάκωση της ανάπτυξης στις ΑΠΕ

Π. Κάπρος: H Ευρώπη αιφνιδιάστηκε από την κρίση - Η ενδεικνυόμενη κλιμάκωση της ανάπτυξης στις ΑΠΕ
Το έλλειμμα πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν φρόντισε να υπάρχουν μηχανισμοί αντιστάθμισης έναντι διακυμάνσεων τιμών φυσικού αερίου, δηλαδή μηχανισμοί αντασφάλισης,

Πάντοτε υπήρχαν κυκλικές διακυμάνσεις των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου διεθνώς. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, αλλά και λίγο πριν, η υπερπροσφορά φθηνού υγροποιημένου αερίου σε συνδυασμό με χαμηλή ζήτηση έριξε τις τιμές φυσικού αερίου σε απίστευτα χαμηλά επίπεδα, μόλις 4 €/MWh. Η ανάκαμψη των οικονομιών, από τα μέσα του 2021 και μετά, αύξησε απότομα τη ζήτηση, ενώ το παραγωγικό δυναμικό του φυσικού αερίου υστερούσε κυρίως λόγω ελλιπούς συντήρησης εγκαταστάσεων και ανεπαρκείς επενδύσεις κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Η τιμή του υγροποιημένου φυσικού αερίου εκτινάχθηκε σε παγκόσμιο επίπεδο και παρέσυρε και τις τιμές του αερίου μέσω αγωγών, οι οποίες πλέον προσδιορίζονται από χρηματιστηριακές αγορές και όχι από μακροχρόνια συμβόλαια. Στην Ευρώπη το φθηνό υγροποιημένο αέριο και τα χρηματιστήρια αερίου εξασφάλισαν μεγάλη μείωση του κόστους προμήθειας φυσικού αερίου κατά την τελευταία πενταετία και απεξάρτησαν τις τιμές του από αυτές του πετρελαίου. Όμως ταυτόχρονα, κατέστησαν την αγορά φυσικού αερίου περισσότερο ευάλωτη σε διεθνείς διακυμάνσεις των αγορών.

Σε αυτό το σημείο εντοπίζεται έλλειμμα πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία δεν φρόντισε να υπάρχουν μηχανισμοί αντιστάθμισης έναντι διακυμάνσεων τιμών φυσικού αερίου, δηλαδή μηχανισμοί αντασφάλισης, αλλά και αύξηση της ικανότητας διαχείρισης μέσω αποθήκευσης, και μάλιστα όταν ακριβώς οι τιμές ήταν χαμηλές.
Αυτοί οι μηχανισμοί προστασίας έπρεπε να θεσπισθούν πανευρωπαϊκά για να έχουν αποτελεσματικότητα, αλλά αυτό δεν έγινε, λες και αφελώς νόμιζε η ΕΕ ότι οι χαμηλές τιμές φυσικού αερίου θα διαρκούσαν για πάντα. Έστω και τώρα, κατόπιν εορτής, η θέσπιση πανευρωπαϊκών μηχανισμών αντιστάθμισης τιμών για το φυσικό αέριο θα είχε σταθεροποιητικές επιπτώσεις.

Οι τιμές φυσικού αερίου βρίσκονται τώρα σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, μεταξύ 70 και 100 €/MWh, ενώ η μακροχρόνια τάση είναι μεταξύ 25 και 35 €/MWh. Η αγορά των προθεσμιακών συμβάσεων για το φυσικό αέριο δείχνει να προεξοφλεί ότι οι υψηλές τιμές θα διατηρηθούν κατά τον χειμώνα 2021-2022 και ότι θα αποκλιμακωθούν στη συνέχεια, σταδιακά μέχρι το 2023. Προϋπόθεση όμως είναι να αποκατασταθεί η προσφορά υγροποιημένου αερίου καθώς και η ροή αερίου από τη Ρωσία προς την Ευρώπη.

Θα πρέπει όμως και στο μέλλον να περιμένουμε κυκλικές διακυμάνσεις των τιμών, και για το λόγο αυτό απαιτούνται οι μηχανισμοί αντιστάθμισης και η αποθήκευση μεγάλης κλίμακας. Και για τα δύο, η μη ύπαρξη συλλογικής ευρωπαϊκής πράξης αποτελεί σοβαρό έλλειμα πολιτικής.

Γιατί έπεσε έξω ο σχεδιασμός


Ο σχεδιασμός της πράσινης μετάβασης πρόβλεψε ότι στο αρχικό στάδιο θα υπάρξει αύξηση της εξάρτησης από το φυσικό αέριο, αφενός γιατί ως υποκατάστατο άνθρακα και λιγνίτη έχει σαφώς μικρότερο ανθρακικό αποτύπωμα, αφετέρου γιατί συμπληρώνει και εξισορροπεί τις στοχαστικές διακυμάνσεις των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Η εξάρτηση από το φυσικό αέριο σχεδιάστηκε να διαρκέσει λίγα μόνο χρόνια (περίπου πέντε με επτά χρόνια) μέχρις ότου αναπτυχθούν ραγδαία οι ΑΠΕ, η αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας και οι νέες τεχνολογίες βιοενέργειας και υδρογόνου.
Ο κύριος μοχλός που ήταν η φορολόγηση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα μέσω αγοράς δικαιωμάτων εκπομπής μέσω δημοπρασιών, δηλαδή ο μηχανισμός ETS, έδωσε από το 2018 και μετά υψηλό σήμα κόστους του διοξειδίου του άνθρακα, το οποίο συνετέλεσε στον τερματισμό χρήσης ανθρακικών και λιγνιτικών μονάδων ηλεκτροπαραγωγής και την ανάπτυξη των ΑΠΕ.
Όμως η ανάπτυξη των ΑΠΕ δεν μπορούσε να ήταν τόσο γρήγορη, λόγω αδράνειας της διαδικασίας χορήγησης αδειών, κατασκευής νέων δικτύων και χρηματοδοτικών μηχανισμών.

Έτσι, όπως ήταν αναμενόμενο, αυξήθηκε η χρήση φυσικού αερίου αλλά και η εξάρτηση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας από τις τιμές φυσικού αερίου.
Ατυχώς όμως, υπήρξε η σύμπτωση της συγκυριακής έκρηξης των τιμών στο ίδιο χρονικό πλαίσιο με την αύξηση της εξάρτησης από το φυσικό αέριο, με αποτέλεσμα την παροδική κρίση που βιώνουμε.
Συμφέροντα όμως που καιροφυλακτούσαν, βρήκαν την ευκαιρία να κατηγορήσουν την πράσινη μετάβαση και την απανθρακοποίηση για την κρίση τιμών.
Η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι η επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης με βάση τις ΑΠΕ, τη φθηνότερη δηλαδή ενεργειακή μορφή.
Ούτως ή άλλως, από τα επόμενα λίγα χρόνια και μετά η κατανάλωση φυσικού αερίου θα μειώνεται συνεχώς μέχρι να εξαλειφθεί εντελώς περί το 2040-2045.

Η ενδεικνυόμενη κλιμάκωση της στρατηγικής για τις ΑΠΕ

Αυτό γιατί πρέπει να τονισθεί ότι η μετάβαση προς τις ΑΠΕ και τις νέες τεχνολογίες δεν θα επιβαρύνει τους καταναλωτές, γιατί οι ΑΠΕ είναι μακράν ο φθηνότερος τρόπος παραγωγής ενέργειας. Όμως η οργάνωση των αγορών και το ρυθμιστικό πλαίσιο δεν έχουν φθάσει ακόμα στην ωριμότητα εκείνη, όπου οι τιμές καταναλωτή να αντανακλούν απευθείας το χαμηλό κόστος των ΑΠΕ. Αυτό θα γίνει όταν οι ιδιωτικές συμβάσεις των πωλητών ενέργειας στηρίζονται απευθείας σε χαρτοφυλάκια αγοράς ενέργειας από ΑΠΕ στα οποία το φυσικό αέριο και τεχνολογίες αποθήκευσης θα έχουν συμπληρωματικό και όχι καθοριστικό ρόλο στο κόστος. Αυτό θα γίνει τα επόμενα λίγα χρόνια, αλλά δεν έχει επιτευχθεί ακόμα σήμερα. Οπωσδήποτε, η θετική απάντηση στην αύξηση των τιμών του φυσικού αερίου είναι η επιτάχυνση των ΑΠΕ και η πλήρης ένταξή τους στην ιδιωτική αγορά ως βάση της προμήθειας ενέργειας προς τους πελάτες.

Το ζήτημα της άμεσης – αυτόματης αμοιβής των ΑΠΕ στο πλήρες μέσο κόστος τους, αντί στη χρηματιστηριακή τιμή που καθορίζεται από το ακριβό φυσικό αέριο, πρέπει να διευκολυνθεί με κατάλληλες μεταβολές στο σχεδιασμό των αγορών. Αυτό δεν αφορά τον τρόπο υπολογισμού των τιμών των χρηματιστηριακών αγορών. Αφορά στην αυτόματη επιστροφή προς τους αγοραστές ενέργειας των τυχόν εσόδων των ΑΠΕ πάνω από το πραγματικό μέσο κόστος τους. Σήμερα αυτό γίνεται μέσω των συμβάσεων με τον ΔΑΠΕΕΠ αλλά η επιστροφή των ποσών στους καταναλωτές ενέργειας γίνεται με επιδοτήσεις και μέσω διοικητικών πράξεων, πράγμα που ενέχει καθυστερήσεις και αβεβαιότητες. Οι ΑΠΕ θα παράγουν συνεχώς και μεγαλύτερο ποσοστό της ενέργειας, θα φθάσουν στο 70% το 2030, και επομένως αν οι καταναλωτές πληρώνουν τις ΑΠΕ απευθείας στο πραγματικό μέσο κόστος τους, κανείς δεν θα ενδιαφέρεται για τις τιμές φυσικού αερίου, ούτε για τις χρηματιστηριακές τιμές ενέργειας.

Η ηλιακή ενέργεια κοστίζει σήμερα 35-50 €/MWh, η αιολική ενέργεια κοστίζει 40-60 €/MWh, ενώ σήμερα η χρηματιστηριακή τιμή λόγω αερίου είναι πάνω από 200 €/MWh και το πλήρες κόστος λιγνιτικής παραγωγή υπερβαίνει τα 130 €/MWh. Είναι φανερό ότι λείπει από την ελληνική και ευρωπαϊκή αγορά σχεδιασμός που θα εξασφάλιζε οι καταναλωτές να πληρώνουν απευθείας την πραγματική μέση τιμή των ΑΠΕ και όχι τη χρηματιστηριακή. Αυτό θα αποτελούσε και άμεσο μηχανισμό αντιστάθμισης τιμών και αύξηση της εμπιστοσύνης στην πράσινη μετάβαση.

Πολύ σωστά εφάρμοσε το κράτος αντισταθμίσεις της αύξησης των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας ώστε να μετριασθούν οι συνέπειες στο εισόδημα των καταναλωτών και να αποφευχθούν επιπτώσεις από τυχόν καθυστερήσεις πληρωμών. Όμως ταυτόχρονα πρέπει να επισημανθεί ότι οι συνθήκες του ανταγωνισμού στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας δεν έχουν μέχρι τώρα επιτρέψει την ανάπτυξη αγοράς προθεσμιακών και διμερών συμβολαίων πράγμα, που θα απέτρεπαν την πλήρη μετακύλιση των χρηματιστηριακών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας στις τιμές λιανικής και θα εξομάλυναν τις τιμές αυτές σε βάθος χρόνου. Κατάλληλες ρυθμιστικές πρωτοβουλίες πρέπει να ληφθούν, όπως η εμπορία πράσινων διμερών συμβολαίων με βάση τις ΑΠΕ, ώστε η πράσινη μετάβαση και η επιτάχυνση των ΑΠΕ να μετουσιωθεί και σε προστασία των λιανικών τιμών από διακυμάνσεις χρηματιστηριακών τιμών, προς όφελος της σταθερότητας των οικονομικών της αγοράς, τόσο από τη σκοπιά της κατανάλωσης όσο και των επενδύσεων.

*Ο κ. Παντελής Κάπρος είναι Καθηγητής Ενεργειακής Οικονομίας

www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης