Με σκελετό από τιτάνιο, πυρηνικό αντιδραστήρα υγρού μετάλλου και ταχύτητα που ξεπερνούσε τους 40 κόμβους, το θηρίο αυτό ήταν ικανό να καταδύεται σχεδόν στα 1.000 μέτρα και εξελίχθηκε σε μια μεταβλητή που μπορούσε να αλλάξει την ισορροπία δυνάμεων στη θάλασσα
Το αν η Σοβιετική Ένωση ήταν ισχυρότερη στρατιωτικά από τις ΗΠΑ την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, είναι ένα θέμα υπό συζήτηση. Το σίγουρο είναι ότι η τεχνολογία που είχε αναπτυχθεί εκεί «τις έπαιζε στα ίσια» με την δυτική. Ένα παράδειγμα πολύ χαρακτηριστικό, είναι το υποβρύχιο-υπερόπλο «Alfa» που σχεδιάστηκε αρχικά με γνώμονα να μπορεί να αποφεύγει τις τορπίλες, αλλά κατέληξε να διεκδικεί την απόλυτη κατίσχυση στα βάθη των ωκεανών.
Με σκελετό από τιτάνιο, πυρηνικό αντιδραστήρα υγρού μετάλλου και ταχύτητα που ξεπερνούσε τους 40 κόμβους, το θηρίο αυτό ήταν ικανό να καταδύεται σχεδόν στα 1.000 μέτρα και εξελίχθηκε σε μια μεταβλητή που μπορούσε να αλλάξει την ισορροπία δυνάμεων στη θάλασσα.
Τον Μάρτιο του 1979 αμερικανικοί σταθμοί εντόπισαν στη Θάλασσα Μπάρεντς ένα υποβρύχιο που κινούνταν ταχύτερα από κάθε άλλο συνηθισμένο σκάφος. Επρόκειτο για το Project 705, γνωστό αργότερα ως «Alfa».
Ο αρχικός στόχος των Σοβιετικών ήταν η κατασκευή ενός σκάφους που θα μπορούσε να αποφεύγει τις τορπίλες, όμως το αποτέλεσμα ήταν κάτι που υπερέβαινε κατά πολύ τον στόχο αυτό. Ήταν ένα θαύμα της τεχνολογίας.
Η επιβεβαίωση της ανωτερότητας του Alfa έναντι των υπολοίπων, προκάλεσε ανησυχία στις ΗΠΑ, καθώς η ταχύτητά του αμφισβητούσε τη μέχρι τότε επικρατούσα λογική εντοπισμού και εμπλοκής στον υποβρυχιακό πόλεμο.
Ποιοτικό άλμα για την στρατιωτική τεχνολογία
Το επεισόδιο ανέδειξε μια ευρύτερη στρατηγική μετατόπιση.
Καθώς οι ΗΠΑ κυριαρχούσαν στον τομέα της «αθόρυβης» τεχνολογίας, η Σοβιετική Ένωση επένδυσε στη φυσική ισχύ, στην ταχύτητα, την ευελιξία και το μεγάλο βάθος ως ασύμμετρη απάντηση στη σκακιέρα του Ψυχρού Πολέμου.
Η απρόσμενη εξέλιξη που σημειώθηκε στη θάλασσα Μπάρεντς ενίσχυσε τους φόβους ότι ένα υποβρύχιο θα μπορούσε να ξεφεύγει ακόμη και από τα περιθώρια αναχαίτισης τορπιλών.
Η εξέλιξη αυτή ανέτρεψε τις συμβατικές επιχειρησιακές παραδοχές. Για χρόνια, τα αμερικανικά πληρώματα μπορούσαν να παρακολουθούν σοβιετικά υποβρύχια χωρίς να εντοπίζονται, ενώ οι Σοβιετικοί θεωρούσαν ότι τα αμερικανικά υποβρύχια «εξαφανίζονταν» στους ωκεανούς χάρη σε τεχνολογίες χαμηλού θορύβου και προηγμένα συστήματα πρόωσης. Το μήνυμα ήταν σαφές: σε ενδεχόμενη σύγκρουση, ο εντοπισμός και η εξουδετέρωση σοβιετικών υποβρυχίων πριν από αντεπίθεση θεωρούνταν πιθανό σενάριο.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και στις αρχές του 1960, η σοβιετική στρατηγική βασίστηκε στην ποσότητα, με μαζική παραγωγή υποβρυχίων. Ωστόσο, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960, παρότι ο σοβιετικός στόλος αριθμητικά υπερείχε, η ποιοτική υπεροχή παρέμενε στις ΗΠΑ. Έτσι γεννήθηκε η ιδέα ενός ριζικά διαφορετικού υποβρυχίου που δεν θα κρυβόταν, αλλά θα ξεπερνούσε τον αντίπαλο σε ταχύτητα, με στόχο σημαντικά υψηλότερες επιδόσεις, ταχεία επιτάχυνση και ευελιξία.
Κρίσιμο στοιχείο ήταν το κύτος από τιτάνιο, επιλογή που απαιτούσε πρωτοφανείς βιομηχανικές διαδικασίες, με συγκολλήσεις σε ειδικούς θαλάμους αργού και πλήρως στεγανοποιημένα περιβάλλοντα. Το τιτάνιο πρόσφερε μικρότερο βάρος και μεγαλύτερη αντοχή, επιτρέποντας μεγαλύτερα βάθη κατάδυσης, ταχύτερη κίνηση και αντοχή σε πιέσεις που θα κατέστρεφαν τα παραδοσιακά χαλύβδινα υποβρύχια.
Στην «καρδιά» του υποβρυχίου βρισκόταν ο αντιδραστήρας υγρού μετάλλου, ικανός να αποδίδει έως και τριπλάσια ισχύ, επιτρέποντας μια επιτάχυνση που μπορούσε να ξεπεράσει τους 40 κόμβους σε λίγο περισσότερο από ένα λεπτό.
Ωστόσο, το σύστημα απαιτούσε συνεχή λειτουργία, καθώς το ψυκτικό υγρό έπρεπε να διατηρείται πάνω από τους 125°C, διαφορετικά στερεοποιούνταν και κατέστρεφε τον αντιδραστήρα. Το ρίσκο επιβεβαιώθηκε όταν το 1972 μια διαρροή σε γεννήτρια ατμού έφερε την απώλεια του αντιδραστήρα, μετατρέποντας ένα προηγμένο σκάφος σε άχρηστο μεταλλικό κέλυφος και δημιουργώντας πιέσεις για ακύρωση του προγράμματος.
Η σχεδίαση περιλάμβανε έντονο αυτοματισμό και μικρό πλήρωμα, περίπου στο 1/3 ενός τυπικού επιθετικού υποβρυχίου. Υπολογιστικά συστήματα διαχειρίζονταν την πρόωση, τα έρματα, ακόμη και τη φόρτωση τορπιλών, ενώ τα δεδομένα πλοήγησης και στόχευσης συγκεντρώνονταν σε κεντρικό σύστημα ελέγχου. Παρά τα πλεονεκτήματα, η υψηλή διασύνδεση αύξησε τους κινδύνους βλαβών και επιβάρυνε τα πληρώματα, ενώ η ανάγκη συνεχούς λειτουργίας του αντιδραστήρα δυσχέραινε τη συντήρηση.
Όταν τα υποβρύχια Alfa εντάχθηκαν σε υπηρεσία στα τέλη της δεκαετίας του 1970, εντυπωσίασαν με την ταχύτητα, την ευελιξία και το βάθος κατάδυσης. Παρήχθησαν τελικά έξι μονάδες πέρα από το πρωτότυπο, πολύ λιγότερες από τις αρχικά σχεδιαζόμενες 30, αλλά θεωρήθηκαν από τα πλέον προηγμένα επιθετικά υποβρύχια της εποχής και διατηρούνταν σε υψηλή ετοιμότητα για την προστασία των σοβιετικών βάσεων στην Αρκτική.
Η υψηλή ταχύτητα όμως δημιουργούσε και περιορισμούς. Πάνω από τους 40 κόμβους, η προπέλα προκαλούσε έντονη σπηλαίωση, παράγοντας ισχυρό θόρυβο που επηρέαζε το σόναρ και μείωνε την ικανότητα εντοπισμού στόχων. Παράλληλα, το κόστος κάθε μονάδας ήταν περίπου διπλάσιο από ένα συμβατικό πυρηνικό υποβρύχιο, ενώ απαιτούνταν εξειδικευμένη βιομηχανία τιτανίου και νέες τεχνολογικές διαδικασίες, τις οποίες μπορούσε να εγγυηθεί μόνο μια σοσιαλιστική οικονομία που δεν ήταν σε αποδρομή.
Παρά τις αδυναμίες, το πρόγραμμα είχε σημαντικό στρατηγικό αντίκτυπο, καθώς ώθησε τη Δύση να επιταχύνει την τεχνολογική της αντίδραση και να αντιμετωπίσει τον υποβρύχιο διαγκωνισμό ως ζωτικής σημασίας κούρσα, η οποία πήγαινε πλάι πλάι με την κούρσα για τα πυρηνικά.
Η σοβιετική επιλογή έδειξε προσπάθεια επαναπροσδιορισμού των όρων του ανταγωνισμού με έμφαση στην ισχύ και την ταχύτητα, ενώ είναι βέβαιο πως αν ο κεντρικός σχεδιασμός λειτουργούσε εκείνη την κρίσιμη για το σύστημα περίοδο, η αμυντική βιομηχανία της ΕΣΣΔ θα άγγιζε ιστορικά υψηλά σε όγκο και ποιότητα.
Το τελικό αποτέλεσμα υπήρξε λιγότερο εντυπωσιακό σε σχέση με τις αρχικές προσδοκίες, με περιορισμένο αριθμό υποβρυχίων, υψηλό κόστος και νέες ευπάθειες, ωστόσο το υποβρύχιο Alfa άφησε οπωσδήποτε ένα μεγάλο ιστορικό αποτύπωμα, αποδεικνύοντας ότι η ριζική καινοτομία μπορεί να επηρεάσει την ισορροπία δυνάμεων.
Λευτέρης Στάικος
www.worldenergynews.gr
Με σκελετό από τιτάνιο, πυρηνικό αντιδραστήρα υγρού μετάλλου και ταχύτητα που ξεπερνούσε τους 40 κόμβους, το θηρίο αυτό ήταν ικανό να καταδύεται σχεδόν στα 1.000 μέτρα και εξελίχθηκε σε μια μεταβλητή που μπορούσε να αλλάξει την ισορροπία δυνάμεων στη θάλασσα.
Τον Μάρτιο του 1979 αμερικανικοί σταθμοί εντόπισαν στη Θάλασσα Μπάρεντς ένα υποβρύχιο που κινούνταν ταχύτερα από κάθε άλλο συνηθισμένο σκάφος. Επρόκειτο για το Project 705, γνωστό αργότερα ως «Alfa».
Ο αρχικός στόχος των Σοβιετικών ήταν η κατασκευή ενός σκάφους που θα μπορούσε να αποφεύγει τις τορπίλες, όμως το αποτέλεσμα ήταν κάτι που υπερέβαινε κατά πολύ τον στόχο αυτό. Ήταν ένα θαύμα της τεχνολογίας.
Η επιβεβαίωση της ανωτερότητας του Alfa έναντι των υπολοίπων, προκάλεσε ανησυχία στις ΗΠΑ, καθώς η ταχύτητά του αμφισβητούσε τη μέχρι τότε επικρατούσα λογική εντοπισμού και εμπλοκής στον υποβρυχιακό πόλεμο.
Ποιοτικό άλμα για την στρατιωτική τεχνολογία
Το επεισόδιο ανέδειξε μια ευρύτερη στρατηγική μετατόπιση.
Καθώς οι ΗΠΑ κυριαρχούσαν στον τομέα της «αθόρυβης» τεχνολογίας, η Σοβιετική Ένωση επένδυσε στη φυσική ισχύ, στην ταχύτητα, την ευελιξία και το μεγάλο βάθος ως ασύμμετρη απάντηση στη σκακιέρα του Ψυχρού Πολέμου.
Η απρόσμενη εξέλιξη που σημειώθηκε στη θάλασσα Μπάρεντς ενίσχυσε τους φόβους ότι ένα υποβρύχιο θα μπορούσε να ξεφεύγει ακόμη και από τα περιθώρια αναχαίτισης τορπιλών.
Η εξέλιξη αυτή ανέτρεψε τις συμβατικές επιχειρησιακές παραδοχές. Για χρόνια, τα αμερικανικά πληρώματα μπορούσαν να παρακολουθούν σοβιετικά υποβρύχια χωρίς να εντοπίζονται, ενώ οι Σοβιετικοί θεωρούσαν ότι τα αμερικανικά υποβρύχια «εξαφανίζονταν» στους ωκεανούς χάρη σε τεχνολογίες χαμηλού θορύβου και προηγμένα συστήματα πρόωσης. Το μήνυμα ήταν σαφές: σε ενδεχόμενη σύγκρουση, ο εντοπισμός και η εξουδετέρωση σοβιετικών υποβρυχίων πριν από αντεπίθεση θεωρούνταν πιθανό σενάριο.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και στις αρχές του 1960, η σοβιετική στρατηγική βασίστηκε στην ποσότητα, με μαζική παραγωγή υποβρυχίων. Ωστόσο, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960, παρότι ο σοβιετικός στόλος αριθμητικά υπερείχε, η ποιοτική υπεροχή παρέμενε στις ΗΠΑ. Έτσι γεννήθηκε η ιδέα ενός ριζικά διαφορετικού υποβρυχίου που δεν θα κρυβόταν, αλλά θα ξεπερνούσε τον αντίπαλο σε ταχύτητα, με στόχο σημαντικά υψηλότερες επιδόσεις, ταχεία επιτάχυνση και ευελιξία.
Κρίσιμο στοιχείο ήταν το κύτος από τιτάνιο, επιλογή που απαιτούσε πρωτοφανείς βιομηχανικές διαδικασίες, με συγκολλήσεις σε ειδικούς θαλάμους αργού και πλήρως στεγανοποιημένα περιβάλλοντα. Το τιτάνιο πρόσφερε μικρότερο βάρος και μεγαλύτερη αντοχή, επιτρέποντας μεγαλύτερα βάθη κατάδυσης, ταχύτερη κίνηση και αντοχή σε πιέσεις που θα κατέστρεφαν τα παραδοσιακά χαλύβδινα υποβρύχια.
Στην «καρδιά» του υποβρυχίου βρισκόταν ο αντιδραστήρας υγρού μετάλλου, ικανός να αποδίδει έως και τριπλάσια ισχύ, επιτρέποντας μια επιτάχυνση που μπορούσε να ξεπεράσει τους 40 κόμβους σε λίγο περισσότερο από ένα λεπτό.
Ωστόσο, το σύστημα απαιτούσε συνεχή λειτουργία, καθώς το ψυκτικό υγρό έπρεπε να διατηρείται πάνω από τους 125°C, διαφορετικά στερεοποιούνταν και κατέστρεφε τον αντιδραστήρα. Το ρίσκο επιβεβαιώθηκε όταν το 1972 μια διαρροή σε γεννήτρια ατμού έφερε την απώλεια του αντιδραστήρα, μετατρέποντας ένα προηγμένο σκάφος σε άχρηστο μεταλλικό κέλυφος και δημιουργώντας πιέσεις για ακύρωση του προγράμματος.
Η σχεδίαση περιλάμβανε έντονο αυτοματισμό και μικρό πλήρωμα, περίπου στο 1/3 ενός τυπικού επιθετικού υποβρυχίου. Υπολογιστικά συστήματα διαχειρίζονταν την πρόωση, τα έρματα, ακόμη και τη φόρτωση τορπιλών, ενώ τα δεδομένα πλοήγησης και στόχευσης συγκεντρώνονταν σε κεντρικό σύστημα ελέγχου. Παρά τα πλεονεκτήματα, η υψηλή διασύνδεση αύξησε τους κινδύνους βλαβών και επιβάρυνε τα πληρώματα, ενώ η ανάγκη συνεχούς λειτουργίας του αντιδραστήρα δυσχέραινε τη συντήρηση.
Όταν τα υποβρύχια Alfa εντάχθηκαν σε υπηρεσία στα τέλη της δεκαετίας του 1970, εντυπωσίασαν με την ταχύτητα, την ευελιξία και το βάθος κατάδυσης. Παρήχθησαν τελικά έξι μονάδες πέρα από το πρωτότυπο, πολύ λιγότερες από τις αρχικά σχεδιαζόμενες 30, αλλά θεωρήθηκαν από τα πλέον προηγμένα επιθετικά υποβρύχια της εποχής και διατηρούνταν σε υψηλή ετοιμότητα για την προστασία των σοβιετικών βάσεων στην Αρκτική.
Η υψηλή ταχύτητα όμως δημιουργούσε και περιορισμούς. Πάνω από τους 40 κόμβους, η προπέλα προκαλούσε έντονη σπηλαίωση, παράγοντας ισχυρό θόρυβο που επηρέαζε το σόναρ και μείωνε την ικανότητα εντοπισμού στόχων. Παράλληλα, το κόστος κάθε μονάδας ήταν περίπου διπλάσιο από ένα συμβατικό πυρηνικό υποβρύχιο, ενώ απαιτούνταν εξειδικευμένη βιομηχανία τιτανίου και νέες τεχνολογικές διαδικασίες, τις οποίες μπορούσε να εγγυηθεί μόνο μια σοσιαλιστική οικονομία που δεν ήταν σε αποδρομή.
Παρά τις αδυναμίες, το πρόγραμμα είχε σημαντικό στρατηγικό αντίκτυπο, καθώς ώθησε τη Δύση να επιταχύνει την τεχνολογική της αντίδραση και να αντιμετωπίσει τον υποβρύχιο διαγκωνισμό ως ζωτικής σημασίας κούρσα, η οποία πήγαινε πλάι πλάι με την κούρσα για τα πυρηνικά.
Η σοβιετική επιλογή έδειξε προσπάθεια επαναπροσδιορισμού των όρων του ανταγωνισμού με έμφαση στην ισχύ και την ταχύτητα, ενώ είναι βέβαιο πως αν ο κεντρικός σχεδιασμός λειτουργούσε εκείνη την κρίσιμη για το σύστημα περίοδο, η αμυντική βιομηχανία της ΕΣΣΔ θα άγγιζε ιστορικά υψηλά σε όγκο και ποιότητα.
Το τελικό αποτέλεσμα υπήρξε λιγότερο εντυπωσιακό σε σχέση με τις αρχικές προσδοκίες, με περιορισμένο αριθμό υποβρυχίων, υψηλό κόστος και νέες ευπάθειες, ωστόσο το υποβρύχιο Alfa άφησε οπωσδήποτε ένα μεγάλο ιστορικό αποτύπωμα, αποδεικνύοντας ότι η ριζική καινοτομία μπορεί να επηρεάσει την ισορροπία δυνάμεων.
Λευτέρης Στάικος
www.worldenergynews.gr






