AD
Άμυνα & Γεωπολιτική

Πότε θα τελειώσει ο πόλεμος στην Ουκρανία;

Πότε θα τελειώσει ο πόλεμος στην Ουκρανία;
Ωστόσο, το τι μορφή θα πάρουν ακριβώς οι εγγυήσεις ασφαλείας, θα εξαρτηθεί από το γενικό πλαίσιο στο οποίο θα συμφωνήσουν οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές να κινηθεί μια συμφωνία ειρήνης. Οι εγγυήσεις δεν θα καθορίσουν το πλαίσιο ειρήνης, το πλαίσιο ειρήνης θα καθορίσει τη μορφή των εγγυήσεων ασφαλείας 
Η Κάγια Κάλας, η οποία στις αρχές της φετινής χρονιάς δήλωνε πως οι διεθνείς συνθήκες είναι τέτοιες που και αν κάποιος ακόμα δεν έπινε, θα έπρεπε να αρχίσει να πίνει, δήλωσε πρόσφατα ότι η Ρωσία είναι σχεδόν διαλυμένη.

Μπορεί την πρώτη δήλωση να την είχε κάνει όχι με αφορμή το Ουκρανικό, αλλά τη Γροιλανδία, ωστόσο το κοινό στοιχείο που διατρέχει τις δυο δηλώσεις είναι ότι η Εσθονή προσωποποιεί την αδυναμία της ΕΕ να κατανοήσει επαρκώς την κατάσταση και να επενεργήσει πάνω στα τεκταινόμενα για δικό της όφελος.

Μετά από τέσσερα χρόνια πολέμου στην Ουκρανία, ορισμένα πολύτιμα συμπεράσματα έχουν ήδη εξαχθεί και αυτά είναι που μας επιτρέπουν να αξιολογήσουμε τη δήλωση της Εσθονής επικεφαλής για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας της ΕΕ ως προς την αλήθεια.

Η Ρωσία κατέχει αυτή τη στιγμή το 20% των ουκρανικών εδαφών και χωρίς να επιμένει πολύ στις μάχες σώμα σώμα στην πρώτη γραμμή, προτιμώντας τους βομβαρδισμούς και τα drones.

Στρατιωτικά έχει το πάνω χέρι λόγω της υπεροπλίας, των αυξημένων ρυθμών παραγωγής της πολεμικής της βιομηχανίας και των πυρηνικών, ενώ εδώ και καιρό αντιμάχεται μια χώρα της οποίας τα αποθέματα έχουν τελειώσει και βασίζεται στους δυτικούς εξοπλισμούς και τη δυτική οικονομία γενικότερα. Σε αυτά, προστίθεται το γεγονός ότι το Κρεμλίνο έχει εστιάσει στην παράλυση του ενεργειακού συστήματος της Ουκρανίας, στόχο που φαίνεται πως τον πετυχαίνει, αν κρίνουμε και από τα επίσημα στοιχεία της DTEK (o μεγαλύτερος παραγωγός ενέργειας της χώρας).

Παράλληλα, ενώ μετράει φυσιολογικά απώλειες στα πεδία των μαχών και καταγράφει μια αυξανόμενη δυσαρέσκεια ανάμεσα στους πολίτες της (που στις αρχές του πολέμου ήταν μεγαλύτερη), εντούτοις σε μεγάλο βαθμό η Μόσχα καταφέρνει να αποσοβήσει την εσωτερική γκρίνια, βασιζόμενη πλέον σε αρκετούς εισαγόμενους στρατιώτες και σε μια άρτια ενορχηστρωμένη προπαγάνδα που συνδυάζεται με γενικευμένη καταστολή.

Οι πολεμιστές που εισάγει, προέρχονται κυρίως από Βόρεια Κορέα και συμμαχικές της χώρες της Αφρικής και τοποθετούνται στην εμπροσθοφυλακή, χρησιμοποιούμενοι ως αναλώσιμοι.

Μια ισχυρή στρατιωτική δύναμη όμως, απαιτεί μια εξίσου ισχυρή οικονομία. Τα δεδομένα που δημοσιεύονται για την ρωσική οικονομία δεν είναι και τα πιο ενθαρρυντικά, όμως δεν είναι και άσχημα.

Αντικατοπτρίζουν οπωσδήποτε μια σημαντική μείωση στα κρατικά έσοδα λόγω των δυτικών κυρώσεων που χτυπάνε περισσότερο τον ενεργειακό της τομέα, ωστόσο η χώρα παρά και τις πληθωριστικές πιέσεις εμφανίζει συνολικά αναπτυξιακούς δείκτες -με μια επιβράδυνση- και η ακμάζουσα παραγωγή της απορροφάται, χάρη στην εσωτερική κατανάλωση και στις αρραγείς συμμαχίες της, πρωτίστως με την Κίνα.

Η μερική, ίσως προσωρινή απώλεια της ινδικής αγοράς, καίτοι χτύπημα για τη Ρωσία, εντούτοις δεν είναι εμφανές ακόμα που θα οδηγήσει, μιας και το Δελχί κάνει εδώ και καιρό ασκήσεις ισορροπίας ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή. Η μπίλια, εν ολίγοις, δεν έχει κάτσει ακόμα, και συνδυαστικά με το γεγονός ότι οι ΗΠΑ ασκούν μια αντιφατική εξωτερική πολιτική που εναλλάσσει το «μαστίγιο και το καρότο», ίσως η Ινδία συσφίξει εκ νέου τους εμπορικούς δεσμούς της με τη Μόσχα στο εγγύς μέλλον, ειδικά αν αυτονομηθεί κάπως από την Αμερική και ισχυροποιήσει τους δεσμούς της με την Ευρώπη, όπως φαίνεται πως επιχειρεί να κάνει.

Ας επανέλθουμε όμως στη Ρωσία. Αυτή η χώρα, ξέρει πολύ καλά τα πλεονεκτήματά της και πόσο βαθιά επηρεάζει ορισμένες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, λόγω της εξάρτησής τους από αυτή. Ξέρει ακόμα, ότι η ΕΕ έχει από την έναρξη του πολέμου, βρεθεί σε μια ορισμένη αμηχανία, καθώς κλήθηκε να διαχειριστεί έναν πόλεμο μεγάλης κλίμακας, άγνωστο για τα δεδομένα της εδώ και πολλά χρόνια, σε εδάφη που θεωρούσε μέχρι πρότινος αλώβητα και ασφαλή. Δεν είχε πάρει το μάθημά της από τα γεγονότα του '14 και νόμισε ότι το Ουκρανικό είναι ένα εύκολο θέμα. Τώρα, έφτασε στο σημείο να επανεξοπλίζεται άρον άρον, να συζητάει για κοινή ευρωπαϊκή πυρηνική ομπρέλα και ευρωστρατό και να φαντάζεται τη ζωή της στο εξής, μακριά από την φτερούγα του πάλαι ποτέ παραδοσιακού της συμμάχου, των ΗΠΑ.

Η Ουκρανία από την άλλη, μια χώρα που δεν έχει την δύναμη του αντιπάλου της, είναι μια χώρα που μαστίζεται από ακραία διαφθορά και από σοβαρές αντιθέσεις στο εσωτερικό της, οι οποίες αποτυπώθηκαν το 2014 με τον πιο καθαρό τρόπο. Μια μερίδα της κυρίαρχης τάξης της τασσόταν υπέρ της προσέγγισης της Δύσης και μια άλλη, εξίσου ισχυρή, υπέρ της προσέγγισης της Ρωσίας. Οι δύο μερίδες συγκρούστηκαν σφόδρα για να επικρατήσει αυτή που υποστηρίχθηκε από τον πιο δυνατό εξωτερικό παράγοντα. Έτσι, οδηγηθήκαμε στην εκπαραθύρωση του Γιανουκόβιτς και στην τοποθέτηση του δυτικόφιλου Ποροσένκο.

Αυτή η χώρα, με μια σειρά προβλήματα να απαιτούν επιτακτικά τη λύση τους, συντηρείται με μηχανική υποστήριξη από την Ευρώπη. Και ενώ οι διπλωματικές κινήσεις της ως προς τις ΗΠΑ δεν άλλαξαν επί της ουσίας ποτέ από την έναρξη του πολέμου, άλλαξε η στρατηγική των ΗΠΑ. Με την εκλογική νίκη Τραμπ, επήλθε και η ριζική μετατόπιση του τρόπου με τον οποίο χαράζεται η πολιτική της Ουάσιγκτον ως προς το συγκεκριμένο μέτωπο.

Έτσι, η κάνουλα της οικονομικής και στρατιωτικής βοήθειας άνοιγε κι έκλεινε ανάλογα με τη συγκυρία και το πώς ανταποκρίνονταν στα κελεύσματα του «πλανητάρχη» ο Πούτιν και ο Ζελένσκι. Όμως κι εδώ, το Κίεβο έβγαινε πάντα χαμένο.

Ο Τραμπ ήθελε εξαρχής και συνεχίζει να θέλει να τελειώσει αυτός ο πόλεμος, αλλά δεν θέλει να εκβιάσει τον Πούτιν γιατί τον έχει ανάγκη. Έχει περισσότερο ανάγκη να τον έχει στο πλευρό του από το να συντηρεί ένα δεύτερο μεγάλο μέτωπο μετά την Κίνα.

Ήδη, σε πρώτη φάση, το περίφημο «σχέδιο Τραμπ», που συνιστά την βάση πάνω στην οποία εκτυλίσσονται οι τελευταίες διαπραγματεύσεις, αποτελεί μια προσπάθεια από αμερικανικής πλευράς να προωθηθεί επιτέλους η αναγνώριση και η επισφράγιση της ρωσικής νίκης, με θεσμοθέτηση της κατοχύρωσης Ντονμπάς και Λουγκάνσκ από τη Ρωσία. Γι' αυτό και η Ουκρανία αντιδρά τόσο έντονα, απορρίπτοντας το εν λόγω σχέδιο και στρεφόμενη εκ νέου και με μεγαλύτερη ένταση στις Βρυξέλλες οι οποίες επιμένουν να θρέφουν τον μικρομεγαλισμό της ουκρανικής ηγεσίας.

Οι εγγυήσεις ασφαλείας

Το μεγάλο ζήτημα που απασχολεί τη διεθνή κοινότητα ως προς τις προοπτικές επίλυσης του Ουκρανικού, δεν είναι άλλο από τις εγγυήσεις ασφαλείας. Ο Ζελένσκι, επανέλαβε ξανά τη Δευτέρα (16/2), ότι πρώτα πρέπει να οριστικοποιηθούν οι εγγυήσεις ασφαλείας και μετά να προχωρήσουν οι συζητήσεις για την ειρηνευτική συμφωνία. Μάλιστα, ζήτησε από την Ουάσιγκτον αυτές να έχουν τουλάχιστον 20ετή διάρκεια, ενώ κατέστησε σαφή για μια ακόμα φορά την άρνησή του να αποδεχθεί την οποιαδήποτε εδαφική παραχώρηση υπέρ της Ρωσίας.

Όσο ο Ζελένσκι αρνείται την εδαφική παραχώρηση (δηλαδή την παραχώρηση των εδαφών που η Ουκρανία έχασε στο πεδίο των μαχών), τόσο θα απομακρύνεται και η πιθανότητα να λήξει ο πόλεμος. Την ίδια ώρα φυσικά, ούτε η Ρωσία είναι διατεθειμένη να επιστρέψει τις περιοχές που κατέκτησε. Άλλωστε ποτέ ιστορικά δεν έχει υποχωρήσει από τις διεκδικήσεις της η δύναμη που νικάει σε έναν πόλεμο.

Οι μόνοι έτοιμοι να συνδράμουν με αποστολή στρατευμάτων στα ουκρανικά εδάφη ως μέρος των δυτικών εγγυήσεων ασφαλείας είναι οι Ευρωπαίοι «πρόθυμοι». Στην προσπάθειά τους η «επόμενη μέρα» να τους βρει μέσα στο «παιχνίδι» του RebuildUkraine, οι Ευρωπαίοι κάνουν τα πάντα προκειμένου να αναδειχθούν στον πιο πιστό και σταθερό σύμμαχο του Κιέβου, που θα έχει λόγο με ειδικό βάρος στην ανοικοδόμηση της χώρας.

Ωστόσο, το τι μορφή θα πάρουν ακριβώς οι εγγυήσεις ασφαλείας, θα εξαρτηθεί από το γενικό πλαίσιο στο οποίο θα συμφωνήσουν οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές να κινηθεί μια συμφωνία ειρήνης. Οι εγγυήσεις δεν θα καθορίσουν το πλαίσιο ειρήνης, το πλαίσιο ειρήνης θα καθορίσει τη μορφή των εγγυήσεων ασφαλείας.

Πόλεμος φθοράς

Η τεταμένη και ως εκ τούτου ρευστή διεθνής κατάσταση, καθιστά τον πόλεμο της Ουκρανίας ένα ιδιαίτερα δύσκολο παζλ, το οποίο φαίνεται να έχει ακόμα μακρύ μέλλον.

Οι μάχες στα χαρακώματα θα συνεχίσουν να εκτυλίσσονται φυσικά, αλλά το κύριο μέτωπο θα εξακολουθήσει να βρίσκεται στις υποδομές, στους δρόμους μεταφοράς εμπορευμάτων και στην παραγωγή ενέργειας. Εκεί είναι που στοχεύουν και οι δύο μεριές. Από αυτή την άποψη, αρκετοί αναλυτές εκφράζουν την πεποίθηση ότι ο πόλεμος της Ουκρανίας είναι ένα κλασικό παράδειγμα πολέμου φθοράς που στόχο έχει την εξάντληση του αντιπάλου με κάθε μέσο, συμβατικό και ασύμμετρο. Ένας τέτοιος μακροχρόνιος πόλεμος, διαλύει όχι μόνο τις υποδομές των εμπλεκομένων κρατών μα και τις ψυχικές αντοχές των λαών που τον ζουν.

Ταυτόχρονα, όσο περισσότερο τα ευρωπαϊκά κράτη συμμετέχουν ενεργά με διάφορους τρόπους στον πόλεμο, αυξάνουν την πιθανότητα γενίκευσής του και επιτείνουν ένα ήδη βεβαρημένο κλίμα αβεβαιότητας και αστάθειας που επιδρά και στο οικονομικό επίπεδο. Επενδύσεις αναβάλλονται ή ακυρώνονται, οι κρατικοί προϋπολογισμοί αναπροσαρμόζονται, η πολεμική οικονομία μετατρέπεται σε βραχνά για πολίτες και επιχειρήσεις, πέρα από λίγους ομίλους που αρπάζουν τις ευκαιρίες που αναδύονται ακριβώς σε περιόδους κρίσης.

Το βέβαιο είναι ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν φτάνει στο τέλος του, παρά το γεγονός ότι ανά διαστήματα γίνονται σχετικές συνομιλίες υψηλού επιπέδου.
 
Λευτέρης Στάικος
 
www.worldenergynews.gr 

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης