AD
Βιομηχανία & Απανθρακοποίηση

Το Πεκίνο επαναπροσδιορίζει διακριτικά τους στόχους απανθρακοποίησης έως το 2030

Το Πεκίνο επαναπροσδιορίζει διακριτικά τους στόχους απανθρακοποίησης έως το 2030
Συνολικά, οι μειώσεις που προβλέπει το νέο σχέδιο θεωρούνται ανεπαρκείς για την επίτευξη των δεσμεύσεων της Κίνας στο πλαίσιο της Συμφωνίας του Παρισιού. Βάσει των νομικά δεσμευτικών στόχων, η χώρα έχει δεσμευτεί να μειώσει την ένταση άνθρακα κατά 65% από το 2005 έως το 2030. Το σημερινό σχέδιο οδηγεί σε μείωση μόλις 17%

Στο νέο πενταετές σχέδιο ανάπτυξης που παρουσιάστηκε πριν λίγες μέρες, η Κίνα —η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο— διακηρύσσει ότι επιδιώκει να «ηγηθεί της παγκόσμιας διακυβέρνησης για το κλίμα». Ωστόσο, οι στόχοι που περιλαμβάνονται στο 15ο πενταετές σχέδιο υποδηλώνουν μια πιο επιφυλακτική στροφή στην ενεργειακή στρατηγική της χώρας, αντανακλώντας τη διεθνή επιβράδυνση των κλιματικών πολιτικών και τη γενικευμένη αβεβαιότητα στις αγορές ενέργειας.

Η Κίνα αναμένεται να συνεχίσει με ταχείς ρυθμούς την ανάπτυξη έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αλλάζει όμως ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο παρακολουθεί την πρόοδο στη μείωση των εκπομπών. Το νέο πενταετές σχέδιο σηματοδοτεί την εγκατάλειψη των στόχων ενεργειακής έντασης που για χρόνια καθόριζαν τον τρόπο με τον οποίο η χώρα μετρούσε και αξιολογούσε την πρόοδο στην κλιματική πολιτική. Αυτό σημαίνει ότι στο εξής ο ρυθμός μείωσης των συνολικών εκπομπών θα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το αν η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μπορεί να συμβαδίσει με τον ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης, σύμφωνα με όσα ανέφερε η Greenpeace στο ανεξάρτητο μέσο ενημέρωσης Semafor.

Παρά την αλλαγή στον τρόπο μέτρησης, η ανάπτυξη νέων έργων ανανεώσιμης ενέργειας αναμένεται να παραμείνει υψηλή. Το σχέδιο στοχεύει στην αντικατάσταση 30 εκατομμυρίων μετρικών τόνων άνθρακα ετησίως με ισοδύναμη δυναμικότητα από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Παράλληλα, προβλέπει ότι η κατανάλωση άνθρακα —του πιο ρυπογόνου ορυκτού καυσίμου— θα φτάσει στο ανώτατο σημείο της έως το 2030. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, η Κίνα συνεχίζει να εγκρίνει νέα έργα ηλεκτροπαραγωγής με καύση άνθρακα με τον υψηλότερο ρυθμό της τελευταίας δεκαετίας.

Η αντίφαση αυτή αναδεικνύει μια βασική ένταση στην κινεζική κλιματική πολιτική. Από τη μία πλευρά, η χώρα υλοποιεί μία από τις μεγαλύτερες παγκοσμίως επεκτάσεις έργων ανανεώσιμης ενέργειας, ενώ από την άλλη συνεχίζει την ανάπτυξη ορυκτών καυσίμων, δημιουργώντας αβεβαιότητα για το κατά πόσο οι εκπομπές θα αρχίσουν να μειώνονται σταθερά πριν από το 2030, που αποτελεί το επίσημο έτος κορύφωσης.

Συνολικά, οι μειώσεις που προβλέπει το νέο σχέδιο θεωρούνται ανεπαρκείς για την επίτευξη των δεσμεύσεων της Κίνας στο πλαίσιο της Συμφωνίας του Παρισιού. Βάσει των νομικά δεσμευτικών στόχων, η χώρα έχει δεσμευτεί να μειώσει την ένταση άνθρακα κατά 65% από το 2005 έως το 2030. Το σημερινό σχέδιο οδηγεί σε μείωση μόλις 17% έως το 2030, ενώ οι αναλυτές εκτιμούν ότι θα απαιτούνταν μείωση της τάξης του 23% μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια για να επιτευχθεί ο στόχος.

Ο Li Shuo, επικεφαλής του China Climate Hub στο Asia Society Policy Institute, δήλωσε στο Climate Home News ότι ο πιο ήπιος τόνος των νέων στόχων αποανθρακοποίησης υποδηλώνει μια διακριτική επαναπροσαρμογή, αναγνωρίζοντας ουσιαστικά πόσο δύσκολη έχει γίνει η επίτευξη του στόχου. Το τελικό στάδιο μέχρι το 2030 θεωρείται και το πιο απαιτητικό.

Τα πιο εύκολα βήματα της αποανθρακοποίησης έχουν ήδη υλοποιηθεί και πλέον απομένουν τα πιο δύσκολα ζητήματα. Η προσοχή στρέφεται ολοένα και περισσότερο σε τομείς που είναι δύσκολο να απανθρακοποιηθούν, όπως η βαριά βιομηχανία, στην ενσωμάτωση πολύ μεγαλύτερου μεριδίου ανανεώσιμων πηγών στο ηλεκτρικό σύστημα και στη δημιουργία ενός πιο ευέλικτου και ανθεκτικού ενεργειακού δικτύου.

Η μετρίαση των κινεζικών φιλοδοξιών για την κλιματική πολιτική αντανακλά όχι μόνο αυτές τις τεχνικές δυσκολίες αλλά και τις γεωπολιτικές εξελίξεις, καθώς παρατηρείται διεθνώς χαλάρωση των στόχων για το κλίμα. Με τη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, τις Ηνωμένες Πολιτείες, να απομακρύνεται από την κλιματική πολιτική, η διεθνής πίεση για δραστικές μειώσεις εκπομπών έχει υποχωρήσει.

Τον Φεβρουάριο, η κυβέρνηση Τραμπ προχώρησε σε μια κίνηση που θεωρήθηκε καθοριστικό πλήγμα για τη ρύθμιση των εκπομπών στις Ηνωμένες Πολιτείες, ανακαλώντας επίσημα το «endangerment finding» του 2009, το οποίο αναγνώριζε νομικά ότι οι εκπομπές άνθρακα αποτελούν απειλή για τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον. Η Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος χαρακτήρισε την απόφαση ως τη μεγαλύτερη απορρύθμιση στην αμερικανική ιστορία.

Η κατάργηση αυτή περιορίζει δραστικά τη δυνατότητα των αρχών να επιβάλλουν κανονισμούς και δεσμευτικούς στόχους για τις εκπομπές. Παρότι η επιστημονική συναίνεση για την κλιματική αλλαγή παραμένει αμετάβλητη, οι πολιτικές και οι δράσεις για την αντιμετώπισή της έχουν ουσιαστικά ακυρωθεί, γεγονός που σηματοδοτεί μια ταχεία και πλήρη υποχώρηση της αμερικανικής κλιματικής πολιτικής.

Η εξέλιξη αυτή αντικατοπτρίζει αλλά και ενισχύει μια ευρύτερη διεθνή τάση που δίνει προτεραιότητα στην ενεργειακή ασφάλεια έναντι της βιωσιμότητας. Η στροφή αυτή αναμένεται να ενταθεί ακόμη περισσότερο εν μέσω της αναταραχής στις ενεργειακές αγορές που προκαλεί η σύγκρουση των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ιράν. Οι διαταραχές στις προμήθειες από τον Περσικό Κόλπο προκαλούν ήδη αναστάτωση στις ασιατικές αγορές και οι προτεραιότητες της περιόδου κρίσης είναι πιθανό να μεταθέσουν τους κλιματικούς στόχους σε δεύτερη μοίρα.

www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης