Και οι δύο οίκοι επισήμαναν ότι η περιορισμένη συμμετοχή μετοχών στο τρέχον ράλι συνιστά ταυτόχρονα κίνδυνο αλλά και ευκαιρία. Η HSBC σημείωσε ότι η πλειονότητα των μετοχών εξακολουθεί να διαπραγματεύεται κάτω από τα υψηλά 52 εβδομάδων, παρά το γεγονός ότι ο δείκτης κινείται σε ιστορικά υψηλά, στοιχείο που υποδηλώνει περιθώρια περαιτέρω ανόδου εφόσον διευρυνθεί η συμμετοχή της αγοράς
Η HSBC και η Yardeni Research αναθεώρησαν ανοδικά τους στόχους τους για τον δείκτη S&P 500 έως το τέλος του έτους, με βασικό μοχλό την ισχυρότερη του αναμενομένου αύξηση της εταιρικής κερδοφορίας που καταγράφεται στη συνεχιζόμενη περίοδο ανακοίνωσης αποτελεσμάτων πρώτου τριμήνου.
Η HSBC αύξησε τον στόχο της για τον S&P 500 στο τέλος του 2026 στις 7.650 μονάδες από 7.500 προηγουμένως, αναθεωρώντας παράλληλα ανοδικά κατά 8% τις εκτιμήσεις της για τα κέρδη ανά μετοχή (EPS) του δείκτη το 2026, ώστε να ενσωματώσει τα τελευταία εταιρικά αποτελέσματα. Η τράπεζα προβλέπει πλέον αύξηση EPS κατά 20% το 2026 ή 325 δολάρια ανά μετοχή, με τον τεχνολογικό κλάδο και τις λεγόμενες «Magnificent 7» να παραμένουν οι βασικοί οδηγοί ανάπτυξης.
Ακόμη πιο αισιόδοξη εμφανίστηκε η Yardeni Research, η οποία αύξησε τον στόχο της για το τέλος του έτους στις 8.250 μονάδες από 7.700, καθώς οι εκτιμήσεις της αγοράς για τα εταιρικά κέρδη ξεπέρασαν ακόμη και τις δικές της ήδη θετικές προβλέψεις.
«Δεν έχουμε ξαναδεί τις εκτιμήσεις συναίνεσης για τα κέρδη να αυξάνονται τόσο γρήγορα για το τρέχον και τα επόμενα έτη όσο τους τελευταίους μήνες», ανέφερε η Yardeni. «Το αποτέλεσμα ήταν ένα ράλι της χρηματιστηριακής αγοράς που καθοδηγείται από τα κέρδη».
Η εταιρεία αναθεώρησε επίσης ανοδικά τις προβλέψεις της για τα EPS του 2026 και του 2027 στα 330 και 375 δολάρια αντίστοιχα, από 310 και 350 δολάρια προηγουμένως.
Και οι δύο οίκοι επισήμαναν ότι η περιορισμένη συμμετοχή μετοχών στο τρέχον ράλι συνιστά ταυτόχρονα κίνδυνο αλλά και ευκαιρία. Η HSBC σημείωσε ότι η πλειονότητα των μετοχών εξακολουθεί να διαπραγματεύεται κάτω από τα υψηλά 52 εβδομάδων, παρά το γεγονός ότι ο δείκτης κινείται σε ιστορικά υψηλά, στοιχείο που υποδηλώνει περιθώρια περαιτέρω ανόδου εφόσον διευρυνθεί η συμμετοχή της αγοράς.
Η τράπεζα περιέγραψε διάφορα σενάρια υπό τα οποία ο S&P 500 θα μπορούσε να ξεπεράσει τις 8.000 μονάδες, μεταξύ των οποίων νέα αναβάθμιση αποτιμήσεων στον τεχνολογικό κλάδο λόγω IPOs που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη, ανάκαμψη κλάδων που υστέρησαν καθώς αποκλιμακώνονται οι γεωπολιτικές εντάσεις, ευρύτερα οφέλη αποδοτικότητας από την AI που ενισχύουν τα περιθώρια κέρδους σε πολλούς κλάδους και επιστροφή σε ένα μακροοικονομικό περιβάλλον τύπου «Goldilocks» με υποχώρηση των μακροπρόθεσμων επιτοκίων.
«Βλέπουμε κάθε ένα από αυτά τα πιθανά σενάρια να μπορεί να προσθέσει από 100 έως 700 μονάδες στον S&P 500», έγραψαν οι στρατηγικοί αναλυτές της HSBC, Nicole Inui και Alastair Pinder.
Σύμφωνα με τους ίδιους, η κυριαρχία του τεχνολογικού κλάδου στον δείκτη καθιστά το επενδυτικό κλίμα γύρω από τον τομέα έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες μεταβλητότητας.
«Θεωρούμε επίσης καθοριστικά τα μακροπρόθεσμα επιτόκια. Παρότι η αγορά έχει εν μέρει αποσυνδεθεί από τις κινήσεις των επιτοκίων, το περιβάλλον επιτοκίων ενδέχεται να αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία καθώς οι τεχνολογικές εταιρείες επιδιώκουν να χρηματοδοτήσουν αυξημένες κεφαλαιουχικές δαπάνες», πρόσθεσαν.
Σήμερα, ο τεχνολογικός κλάδος και οι «Magnificent 7» αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το ήμισυ της χρηματιστηριακής αξίας του S&P 500 και πάνω από το 40% των συνολικών κερδών του δείκτη. Παράλληλα, οι αποτιμήσεις τους έχουν αποκλιμακωθεί από τα προηγούμενα υψηλά, με τις έξι μεγαλύτερες εταιρείες της ομάδας να διαπραγματεύονται με έκπτωση 8% σε σχέση με τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας.
Η Yardeni αύξησε επίσης την υποκειμενική πιθανότητα συνέχισης αυτού που αποκαλεί «Roaring 2020s» στο 80% από 60% προηγουμένως, ενσωματώνοντας πλέον και το προηγούμενο σενάριο «meltup» που είχε αποδώσει με πιθανότητα 20%.
Η εταιρεία διατήρησε τις πιθανότητες ύφεσης και bear market στο 20%, υποστηρίζοντας ότι «οποιαδήποτε έντονη διόρθωση θα αποτελέσει ευκαιρία αγορών και δεν θα οδηγήσει σε ύφεση ή bear market αντίστοιχη με τη φούσκα και την κατάρρευση της τεχνολογίας το 1999-2000».






