Η Κίνα, ως ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου παγκοσμίως και βασικός αγοραστής ιρανικού αργού, διαθέτει τόσο το κίνητρο όσο και την επιρροή ώστε να πιέσει την Τεχεράνη προς μια πιο ευνοϊκή διαπραγματευτική στάση - Ιntelligence for the New World Economy, Semafor
Η αγορά πετρελαίου της Κίνας στέλνει ανησυχητικά μηνύματα, ωστόσο ταυτόχρονα εμφανίζει σημάδια ανθεκτικότητας που προβληματίζουν Αμερικανούς αξιωματούχους ενόψει της συνόδου του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ με τον Κινέζο πρόεδρο, Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο αυτή την εβδομάδα.
Έπειτα από την εκτόξευση των εισαγωγών αργού πετρελαίου σε ιστορικά υψηλά πέρυσι, η Κίνα κατέγραψε απότομη αναστροφή τον Απρίλιο, με τις εισαγωγές να υποχωρούν στα χαμηλότερα επίπεδα από το 2022. Η εξέλιξη αυτή δεν θεωρείται ιδιαίτερα απρόσμενη, δεδομένης της εκρηκτικής ανόδου των τιμών του πετρελαίου.
Αυτό ακριβώς το σημείο πίεσης επιδιώκει να αξιοποιήσει ο Τραμπ στις συνομιλίες του με τον Σι. Η Κίνα, ως ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου παγκοσμίως και βασικός αγοραστής ιρανικού αργού, διαθέτει τόσο το κίνητρο όσο και την επιρροή ώστε να πιέσει την Τεχεράνη προς μια πιο ευνοϊκή διαπραγματευτική στάση.
Μεταξύ συμμάχων του Τραμπ έχει παγιωθεί η άποψη ότι οι αμερικανικές παρεμβάσεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας το τελευταίο έτος συνιστούν ουσιαστικά μια εκστρατεία πίεσης προς την Κίνα. Ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής Keith Self δήλωσε πρόσφατα στο Newsmax ότι η Κίνα βρίσκεται «σε πολύ δύσκολη θέση» μετά τη μερική απώλεια πρόσβασης σε φθηνό πετρέλαιο από τη Βενεζουέλα, τη Ρωσία και πλέον το Ιράν. Ωστόσο, τα διαθέσιμα στοιχεία δεν φαίνεται να επιβεβαιώνουν αυτή την εκτίμηση.
Πίσω από τη συνολική εικόνα των εισαγωγών, η εγχώρια ζήτηση πετρελαίου στην Κίνα παραμένει ισχυρή. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (ΙΕΑ) έκανε λόγο για μόλις «ήπια» υποχώρηση τον Μάρτιο και τον Απρίλιο, κυρίως λόγω της στροφής ορισμένων πετροχημικών μονάδων προς τον άνθρακα.
Παράλληλα, η αρχική απαγόρευση εξαγωγών διυλισμένων καυσίμων από κινεζικά διυλιστήρια χαλάρωσε γρήγορα, ένδειξη ότι οι κρατικοί σχεδιαστές δεν θεωρούν πιθανές σοβαρές ελλείψεις. Επιπλέον, η ταχεία διείσδυση των ηλεκτρικών οχημάτων έχει καταστήσει τον κινεζικό τομέα μεταφορών πολύ λιγότερο εξαρτημένο από το πετρέλαιο σε σύγκριση με άλλες ασιατικές οικονομίες. Λίγο πριν από την έναρξη της σύγκρουσης, η εγχώρια παραγωγή πετρελαίου της Κίνας είχε φτάσει σε ιστορικό υψηλό.
Συνολικά, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι η Κίνα είχε προετοιμαστεί για μια τέτοια συγκυρία και ότι η ευαισθησία της στις διεθνείς αναταράξεις της αγοράς πετρελαίου δεν είναι αρκετά μεγάλη ώστε, τουλάχιστον προς το παρόν, να την οδηγήσει σε απομάκρυνση από έναν βασικό σύμμαχο όπως το Ιράν.
«Η Κίνα τα πηγαίνει μια χαρά», δήλωσε η Melanie Hart, επικεφαλής του Global China Hub του Atlantic Council. Όπως ανέφερε, ο πόλεμος «δεν ασκεί πραγματική ενεργειακή πίεση στην Κίνα».
Μάλιστα, η τεράστια αγοραστική δύναμη της Κίνας ενδέχεται να αποδυναμώνει ένα από τα βασικά διαπραγματευτικά εργαλεία του Τραμπ: την πίεση προς άλλες χώρες να αγοράζουν περισσότερο αμερικανικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο με αντάλλαγμα ευνοϊκότερους δασμούς.
Κατά την πρώτη του θητεία, ο Τραμπ είχε επιχειρήσει να πετύχει αντίστοιχη συμφωνία με το Πεκίνο, όμως η πανδημία ανέτρεψε τα σχέδια. Με βάση τις πρόσφατες εξελίξεις, μια νέα συμφωνία φαίνεται δύσκολη.
Εάν η Κίνα συμφωνούσε τελικά να αυξήσει τις αγορές αμερικανικής ενέργειας, αυτό θα μπορούσε να έχει αντίστροφα αποτελέσματα για τις ΗΠΑ, επιταχύνοντας τη μείωση των αμερικανικών αποθεμάτων και αυξάνοντας τις εγχώριες τιμές. Όπως παρατήρησε ο αναλυτής του Bloomberg Javier Blas, το πιο χρήσιμο που θα μπορούσε να κάνει σήμερα η Κίνα για τη σταθεροποίηση των διεθνών τιμών πετρελαίου θα ήταν να συνεχίσει να αγοράζει λιγότερο.
Με άλλα λόγια, η τεράστια επιρροή της Κίνας ως αγοραστή πετρελαίου της προσφέρει σχεδόν το ίδιο επίπεδο «κυριαρχίας» στις διεθνείς τιμές που επιδιώκει ο Τραμπ από την πλευρά της παραγωγής.
Έτσι, παρότι ο Σι Τζινπίνγκ επιθυμεί σαφώς την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, η Κίνα φαίνεται να βρίσκεται σε σχετικά πλεονεκτική θέση βραχυπρόθεσμα. Μακροπρόθεσμα, όσο η σύγκρουση παρατείνεται, τόσο περισσότερες χώρες ενδέχεται να στραφούν στις κινεζικές τεχνολογίες ηλεκτροκίνησης ως μέσο ενεργειακής ασφάλειας.






