Στο πλαίσιο του νέου συστήματος συνοριακού φόρου άνθρακα, οι εισαγωγείς προϊόντων υψηλής έντασης άνθρακα από έξι βασικούς κλάδους — αλουμίνιο, τσιμέντο, ηλεκτρική ενέργεια, λιπάσματα, σίδηρο και χάλυβα, καθώς και υδρογόνο — καθίστανται πλέον υπεύθυνοι για τις εκπομπές που ενσωματώνονται στα προϊόντα τους
Οι προτεινόμενοι κανονισμοί της Κομισιόν σχετικά με την αναγνώριση της τιμολόγησης άνθρακα τρίτων χωρών στο πλαίσιο του Μηχανισμού Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM) σηματοδοτούν μια πιο πρακτική αλλά στενά ελεγχόμενη προσέγγιση, η οποία θα μπορούσε να ενισχύσει τις επενδύσεις στο Άρθρο 6 της Συμφωνία των Παρισίων, εισάγοντας παράλληλα νέες προκλήσεις συμμόρφωσης για τις επιχειρήσεις.
Ο πολυαναμενόμενος εφαρμοστικός κανονισμός, που δημοσιοποιήθηκε στις 13 Μαΐου και θα παραμείνει ανοιχτός για διαβούλευση έως τις 10 Ιουνίου, καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο οι τιμές άνθρακα που καταβάλλονται διεθνώς μπορούν να μειώνουν τις υποχρεώσεις αγοράς πιστοποιητικών CBAM.
Ο Άνταμ Χερν, διευθύνων σύμβουλος της CarbonChain, σημείωσε ότι το νέο πλαίσιο δημιουργεί οικονομικό κίνητρο για τη θέσπιση αξιόπιστης εγχώριας τιμολόγησης άνθρακα.
Όπως εξήγησε, εταιρείες που ήδη επιβαρύνονται με κόστος άνθρακα ή αποκτούν επιλέξιμες πιστώσεις θα μπορούν να μειώνουν το πραγματικό κόστος συμμόρφωσης με το CBAM, καθιστώντας τα προϊόντα τους πιο ανταγωνιστικά στην ευρωπαϊκή αγορά. Το πλεονέκτημα αυτό αφορά κυρίως χώρες που αναπτύσσουν ή διασυνδέουν αγορές άνθρακα.
Στο πλαίσιο του νέου συστήματος συνοριακού φόρου άνθρακα, οι εισαγωγείς προϊόντων υψηλής έντασης άνθρακα από έξι βασικούς κλάδους — αλουμίνιο, τσιμέντο, ηλεκτρική ενέργεια, λιπάσματα, σίδηρο και χάλυβα, καθώς και υδρογόνο — καθίστανται πλέον υπεύθυνοι για τις εκπομπές που ενσωματώνονται στα προϊόντα τους.
Το σχέδιο κανονισμού υιοθετεί ιδιαίτερα περιοριστική στάση απέναντι στις διεθνείς πιστώσεις άνθρακα. Μόνο πιστώσεις που έχουν εγκριθεί στο πλαίσιο των Άρθρων 6.2 ή 6.4 της Συμφωνίας των Παρισίων θα μπορούν να χρησιμοποιούνται για τη μείωση των υποχρεώσεων CBAM, ενώ η χρήση τους θα περιορίζεται στο 10% των εκπομπών που καλύπτονται από τα συστήματα τιμολόγησης άνθρακα τρίτων χωρών.
Σύμφωνα με την Έστερ Μπέντσικ, αναλύτρια της S&P Global Energy Horizons, το πλαίσιο αυτό δημιουργεί ένα νέο σήμα ζήτησης που σχετίζεται με τη συμμόρφωση και αφορά την έγκριση και παρακολούθηση μονάδων άνθρακα, γεγονός που θα μπορούσε να ενισχύσει τις επενδύσεις στις αγορές του Άρθρου 6.
Το CBAM της Ευρωπαϊκής Ένωσης εισέρχεται στην οριστική φάση εφαρμογής του την 1η Ιανουαρίου 2026, ωστόσο οι εισαγωγείς δεν θα μπορούν να αγοράζουν πιστοποιητικά CBAM πριν από τον Φεβρουάριο του 2027, δίνοντας στις επιχειρήσεις περισσότερο χρόνο προσαρμογής στο νέο καθεστώς.
Ο Νταν Μαλέσκι, ανώτερος σύμβουλος περιβαλλοντικών αγορών στην Redshaw Advisors, εκτιμά ότι η αξιοποίηση διεθνών πιστώσεων Άρθρου 6 στο πλαίσιο του CBAM θα παραμείνει περιορισμένη. Όπως εξηγεί, οποιοδήποτε εγκεκριμένο κόστος άνθρακα πρέπει να προκύπτει από υποχρεωτικό και νομικά κατοχυρωμένο μηχανισμό και όχι από εθελοντικές αγορές πιστώσεων. Αυτό ενδέχεται να περιορίσει σημαντικά τη χρήση διεθνών πιστώσεων, καθώς οι χώρες υποδοχής θα πρέπει να θυσιάσουν εγχώριες πηγές εσόδων.
Σήμερα, από περισσότερα από 30 ενεργά συστήματα εμπορίας εκπομπών παγκοσμίως, μόνο η Νότια Κορέα επιτρέπει τη χρήση διεθνών πιστώσεων στο σύστημά της και μάλιστα υπό αυστηρούς περιορισμούς και προϋποθέσεις.
Το CBAM λειτουργεί παράλληλα με το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών της ΕΕ, με στόχο τον περιορισμό της διαρροής άνθρακα μέσω επιβολής τιμολόγησης άνθρακα στις εισαγωγές, καθώς σταδιακά καταργούνται οι δωρεάν κατανομές δικαιωμάτων στους εγχώριους παραγωγούς. Σήμερα, τα ευρωπαϊκά δικαιώματα άνθρακα κοστίζουν σχεδόν οκτώ φορές περισσότερο από τις αντίστοιχες τιμές συμμόρφωσης στην Κίνα.
Παράλληλα, οι νέοι κανονισμοί δημιουργούν σημαντικό διοικητικό βάρος για τις επιχειρήσεις που επιδιώκουν να διεκδικήσουν μειώσεις κόστους άνθρακα. Σύμφωνα με την Πολίν Μικέλ, επικεφαλής πολιτικής και έρευνας της συμβουλευτικής εταιρείας CBAMBOO, οι επιχειρήσεις θα πρέπει να υποβάλλουν πρόσθετες αναφορές για τις μειώσεις τιμών άνθρακα, πέραν των ήδη υφιστάμενων απαιτήσεων παρακολούθησης και επαλήθευσης.
Το επιπλέον αυτό φορτίο δυσχεραίνει τον υπολογισμό κόστους για τους εισαγωγείς, καθώς επηρεάζει άμεσα τα μοντέλα πρόβλεψης δαπανών. Επιπλέον, οι επιχειρήσεις θα πρέπει να αξιολογούν πώς οι καταβληθείσες τιμές άνθρακα αντιστοιχούν στις ενσωματωμένες εκπομπές σε επίπεδο προϊόντος.
Πρόσθετο πρόβλημα αποτελεί και η έλλειψη διαπιστευμένων φορέων επαλήθευσης. Εάν οι επιχειρήσεις επιλέξουν να χρησιμοποιούν επαληθευμένες εκπομπές αντί για προκαθορισμένες τιμές αναφοράς, η πλήρης προετοιμασία έως το 2027 ενδέχεται να αποδειχθεί εξαιρετικά περίπλοκη.
Παρά τις δυσκολίες, πολλοί θεωρούν ότι η επίσημη αναγνώριση πιστώσεων του Άρθρου 6, έστω και περιορισμένη, αποτελεί ένδειξη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση επιθυμεί να στηρίξει τους διεθνείς μηχανισμούς αγοράς άνθρακα της Συμφωνίας των Παρισίων, με το όριο του 10% να αποσκοπεί στην αποφυγή υπερβολικής εξάρτησης από αντισταθμίσεις εκπομπών και στην ενίσχυση της πραγματικής εγχώριας απανθρακοποίησης.
Σύμφωνα με τον Χερν, η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση των επενδύσεων στις υποδομές τιμολόγησης άνθρακα τρίτων χωρών, στη διαθεσιμότητα πιστώσεων Άρθρου 6, καθώς και στις υπηρεσίες επαλήθευσης και διαπίστευσης μέσα στα επόμενα ένα έως δύο χρόνια.
Αναλυτής αγορών άνθρακα από τις Ηνωμένες Πολιτείες σχολίασε ότι η πρόταση αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη τάση μεγαλύτερης ευελιξίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στις πιστώσεις άνθρακα, αναγνωρίζοντας τις θετικές επιπτώσεις των έργων άνθρακα, ανάλογα με όσα συμβαίνουν και στην Οδηγία Εταιρικής Αναφοράς Βιωσιμότητας.
Η πρόταση ενδέχεται επίσης να αυξήσει το premium τιμών για πιστώσεις που επαληθεύονται με λογιστικά πρότυπα επιπέδου ΟΗΕ, ενώ παράλληλα δημιουργεί τη βάση για καλύτερη ενσωμάτωση πιστώσεων ευθυγραμμισμένων με το Άρθρο 6 σε άλλα πλαίσια τιμολόγησης άνθρακα.
Η Μπέντσικ υπογράμμισε ότι οι διεθνείς πιστώσεις πρέπει να πληρούν υψηλό επίπεδο ακεραιότητας, μέσω εξουσιοδότησης βάσει του Άρθρου 6 και ποσοτικού ορίου χρήσης, ενώ αντίθετα οι εγχώριες πιστώσεις — ακόμη και αν συνδέονται με έργα μείωσης εκπομπών στο εξωτερικό — ενδέχεται να αναγνωρίζονται χωρίς αντίστοιχο ευρωπαϊκό έλεγχο ακεραιότητας ή περιορισμούς χρήσης.
Η διαφοροποίηση αυτή θα μπορούσε να δημιουργήσει άνισους όρους ανταγωνισμού, καθώς εξαγωγείς σε περιοχές με πιο χαλαρά εγχώρια συστήματα πιστώσεων θα μπορούν να εμφανίζουν υψηλότερο πραγματικό κόστος άνθρακα και να εξασφαλίζουν μεγαλύτερες μειώσεις CBAM σε σύγκριση με ανταγωνιστές που βασίζονται σε διεθνώς μεταβιβαζόμενες μονάδες υπό το καθεστώς του Άρθρου 6.
Οι πρακτικές επιπτώσεις της πρότασης θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από τις λεπτομέρειες εφαρμογής, όπως το διοικητικό βάρος, η αξιοπιστία των διαδικασιών πιστοποίησης και επαλήθευσης, καθώς και η αλληλεπίδραση με επιστροφές ή άλλους μηχανισμούς αποζημίωσης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης οι μελλοντικές τάσεις τιμών στις εγχώριες αγορές πιστώσεων άνθρακα. Καθώς οι εγχώριες πιστώσεις μειώνουν τις υποχρεώσεις CBAM μόνο στον βαθμό που στηρίζουν αποδεδειγμένα καταβληθείσα τιμή άνθρακα, ορισμένες περιοχές ενδέχεται να επιδιώξουν υψηλότερες εγχώριες τιμές πιστώσεων ή περιορισμένη προσφορά, ώστε να διατηρήσουν την αξία συμμόρφωσης στο εσωτερικό τους αντί να αντιμετωπίσουν μεγαλύτερες χρηματοοικονομικές εκροές μέσω της αγοράς πιστοποιητικών CBAM.






