Η ενεργειακή κρίση που προκλήθηκε από τον πόλεμο στο Ιράν έχει ενισχύσει τη διεθνή ζήτηση άνθρακα, καθώς οι υψηλές τιμές φυσικού αερίου και οι ανησυχίες για την ασφάλεια εφοδιασμού αναγκάζουν κυβερνήσεις να αναθεωρήσουν τις ενεργειακές τους στρατηγικές. Χώρες που τα προηγούμενα χρόνια έδιναν προτεραιότητα στις καθαρές μορφές ενέργειας στρέφονται πλέον στον άνθρακα ως μια πιο αξιόπιστη και οικονομικά προσιτή λύση για την κάλυψη της βασικής ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας
Πέντε χρόνια μετά τη δέσμευση περισσότερων από 40 χωρών στη Σύνοδο COP26 για σταδιακή κατάργηση της παραγωγής ενέργειας από άνθρακα χωρίς συστήματα δέσμευσης εκπομπών έως το 2030-2040, η παγκόσμια ενεργειακή κρίση φαίνεται να ανατρέπει τα δεδομένα.
Παρά τη συμφωνία των χωρών της G7 —Ηνωμένες Πολιτείες, Ηνωμένο Βασίλειο, Καναδάς, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία και Ιαπωνία— να εγκαταλείψουν την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από άνθρακα μεταξύ 2030 και 2035, η γεωπολιτική αστάθεια και οι πιέσεις στην αγορά ενέργειας οδηγούν εκ νέου πολλές οικονομίες στην αξιοποίηση του πιο ρυπογόνου καυσίμου.
Η ενεργειακή κρίση που προκλήθηκε από τον πόλεμο στο Ιράν έχει ενισχύσει τη διεθνή ζήτηση άνθρακα, καθώς οι υψηλές τιμές φυσικού αερίου και οι ανησυχίες για την ασφάλεια εφοδιασμού αναγκάζουν κυβερνήσεις να αναθεωρήσουν τις ενεργειακές τους στρατηγικές. Χώρες που τα προηγούμενα χρόνια έδιναν προτεραιότητα στις καθαρές μορφές ενέργειας στρέφονται πλέον στον άνθρακα ως μια πιο αξιόπιστη και οικονομικά προσιτή λύση για την κάλυψη της βασικής ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας.
Το παράδειγμα της Ινδίας
Η Ινδία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της στροφής. Περίπου το 60% των εισαγωγών LNG της χώρας διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ, γεγονός που την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη στις γεωπολιτικές εντάσεις. Οι αυξημένες τιμές φυσικού αερίου ώθησαν την κυβέρνηση να δώσει προτεραιότητα στον εγχώριο άνθρακα, ενώ το παρατεταμένο κύμα καύσωνα με θερμοκρασίες άνω των 45 βαθμών Κελσίου εκτόξευσε τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας σε ιστορικά επίπεδα. Η αιχμή ζήτησης έφτασε τα 257 GW, με τους λιγνιτικούς και ανθρακικούς σταθμούς να καλύπτουν περισσότερο από το 75% της κατανάλωσης στις ώρες αιχμής. Οι αρχές ζήτησαν από τις μονάδες που λειτουργούν με εισαγόμενο άνθρακα να αξιοποιήσουν πλήρως τη δυναμικότητά τους, ενώ επανεκκίνησαν και ανενεργές μονάδες φυσικού αερίου για τη σταθεροποίηση του δικτύου.
Ανάλογη πορεία ακολουθεί και η Νότια Κορέα, η οποία αυξάνει την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από άνθρακα κατά περισσότερο από ένα τρίτο, περιορίζοντας ταυτόχρονα την εξάρτησή της από το LNG. Οι εισαγωγές άνθρακα ενισχύθηκαν σημαντικά, με τις προμήθειες από τη Ρωσία να αυξάνονται κατά 95% το πρώτο τρίμηνο του έτους. Η κυβέρνηση κατήργησε τους εποχικούς περιορισμούς που περιόριζαν τη λειτουργία των ανθρακικών μονάδων στο 80% της ισχύος τους, ενώ αύξησε και τη λειτουργική αξιοποίηση των πυρηνικών αντιδραστήρων έως και στο 80%, σε μια προσπάθεια αποτροπής ενεργειακών ελλείψεων.
Η κατάσταση στην Ευρώπη
Η επιστροφή του άνθρακα είναι εμφανής και στην Ευρώπη, όπου οι πιέσεις για ενεργειακή ασφάλεια έρχονται σε σύγκρουση με τους στόχους της πράσινης μετάβασης.
Στη Γερμανία, ο καγκελάριος Friedrich Merz ανακοίνωσε τον Μάρτιο ότι η χώρα ενδέχεται να επιβραδύνει την απόσυρση ανθρακικών μονάδων, προκειμένου να προστατεύσει τη βιομηχανική της βάση από μη ρεαλιστικά χρονοδιαγράμματα απολιγνιτοποίησης. Η καθυστέρηση στην ανάπτυξη νέων μονάδων φυσικού αερίου έτοιμων να λειτουργήσουν με υδρογόνο δημιουργεί κενά στην επάρκεια βασικού φορτίου, με αποτέλεσμα οι διαχειριστές δικτύου να συνεχίζουν να βασίζονται στον άνθρακα για τη σταθεροποίηση της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές.
Ο γερμανικός νόμος για την έξοδο από τον άνθρακα, που θεσπίστηκε το 2020, προβλέπει την πλήρη παύση λειτουργίας ανθρακικών και λιγνιτικών σταθμών έως το 2038. Ωστόσο, το σχέδιο αντικατάστασής τους με έως και 15 GW μονάδων φυσικού αερίου συμβατών με υδρογόνο προχωρά με σημαντικές καθυστερήσεις, αυξάνοντας τους φόβους για ελλείψεις σταθερής ηλεκτροπαραγωγής.
Στην Ιταλία, η Βουλή ψήφισε νωρίτερα μέσα στο έτος την παράταση της προθεσμίας οριστικής κατάργησης του άνθρακα κατά 13 χρόνια, μεταθέτοντας τον στόχο από το 2025 στο 2038. Η απόφαση αιτιολογήθηκε από την εντεινόμενη γεωπολιτική αβεβαιότητα και τις πιέσεις στην αγορά πετρελαίου της Μέσης Ανατολής. Οι τέσσερις τελευταίοι ανθρακικοί σταθμοί της χώρας, που ανήκουν κυρίως στην Enel S.p.A., έλαβαν επίσημη παράταση λειτουργίας, με την κυβέρνηση να τους χαρακτηρίζει κρίσιμα εφεδρικά περιουσιακά στοιχεία σε περίπτωση παρατεταμένων υψηλών τιμών φυσικού αερίου και πετρελαίου.
Παρά την πρόσκαιρη επιστροφή του άνθρακα, οι αναλυτές εκτιμούν ότι η παγκόσμια ενεργειακή μετάβαση δεν πρόκειται να ανατραπεί. Ο άνθρακας παραμένει η μεγαλύτερη πηγή εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, ευθυνόμενος για περίπου το 40% των συνολικών εκπομπών και για το 70% των εκπομπών που σχετίζονται με την παραγωγή ενέργειας. Παράλληλα, το κόστος παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές συνεχίζει να υποχωρεί σημαντικά. Το εξισωμένο κόστος ενέργειας για φωτοβολταϊκά και χερσαία αιολικά πάρκα κυμαίνεται πλέον μεταξύ 24 και 96 δολαρίων ανά MWh, τη στιγμή που οι νέες μονάδες άνθρακα παραμένουν ακριβότερες, με κόστος από 68 έως 166 δολάρια ανά MWh.






