Μια διπλωματική λύση στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε σταδιακά να αποκλιμακώσει τις πιέσεις στις τιμές της ενέργειας και να μειώσει την ανάγκη για αυστηρή νομισματική πολιτική. Αν και η αισιοδοξία γύρω από το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ έχει ήδη στηρίξει τις αγορές, η πλήρης αποκατάσταση των ενεργειακών ροών θα απαιτήσει χρόνο και οι τιμές πιθανότατα θα παραμείνουν υψηλές βραχυπρόθεσμα
Αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας συνεχίζουν να προειδοποιούν ότι οι υψηλότερες τιμές ενέργειας ενδέχεται να απαιτήσουν πιο αυστηρή νομισματική πολιτική, παρά την ανανεωμένη αισιοδοξία για διπλωματική λύση στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, παρότι οι αυξήσεις επιτοκίων στο άμεσο μέλλον θεωρούνται ολοένα και πιο πιθανές, οι αγορές φαίνεται να υπερβάλλουν ως προς τη διάρκεια και την ένταση του κύκλου σύσφιξης, γράφει η UBS σε report της.
Ως εκ τούτου, η πρόσφατη άνοδος των αποδόσεων εξακολουθεί να θεωρείται ευκαιρία για «κλείδωμα» ελκυστικών αποδόσεων σε ποιοτικά ομόλογα, κυρίως βραχυπρόθεσμης και μεσοπρόθεσμης διάρκειας.
Οι παρεμβάσεις των αξιωματούχων της ΕΚΤ υπέρ μιας πιο αυστηρής πολιτικής έχουν ενταθεί καθώς αυξάνονται οι πληθωριστικοί κίνδυνοι που συνδέονται με την ενέργεια.
Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, δήλωσε ότι μια σημαντική αλλά προσωρινή υπέρβαση του στόχου πληθωρισμού της ΕΚΤ θα δικαιολογούσε «μια προσεκτική προσαρμογή της νομισματικής πολιτικής προς πιο περιοριστική κατεύθυνση», με στόχο τον περιορισμό των δευτερογενών επιδράσεων χωρίς δυσανάλογη επιβάρυνση της οικονομικής δραστηριότητας.
Οι δηλώσεις του ακολούθησαν αντίστοιχες προειδοποιήσεις άλλων στελεχών, επιβεβαιώνοντας τη στροφή της ΕΚΤ προς πιο «σκληρή» στάση, σε αντίθεση με τη Fed, η οποία διαθέτει διπλή εντολή για πληθωρισμό και απασχόληση. Η αυστηρότερη ρητορική των κεντρικών τραπεζών διεθνώς ενισχύει τις εκτιμήσεις για περαιτέρω σύσφιξη της πολιτικής, με τις αγορές να προεξοφλούν πλέον δύο αυξήσεις επιτοκίων από την ΕΚΤ, καθώς και υψηλότερες αποδόσεις για τα 10ετή γερμανικά ομόλογα.
Παρά τις προσδοκίες για νέα αυστηροποίηση της πολιτικής, η άποψη που κυριαρχεί είναι ότι οι αγορές έχουν προχωρήσει υπερβολικά στην αποτίμηση της έκτασης των αυξήσεων επιτοκίων και ότι οι αποδόσεις πιθανότατα θα υποχωρήσουν έως το τέλος του έτους.
Οι κεντρικοί τραπεζίτες αναμένεται να σταθμίσουν τους πληθωριστικούς κινδύνους απέναντι στις αρνητικές επιπτώσεις που έχουν οι υψηλές τιμές ενέργειας στην οικονομική ανάπτυξη. Η άνοδος των τιμών πετρελαίου λειτουργεί ως τροχοπέδη για την οικονομική δραστηριότητα, περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών και αυξάνοντας το κόστος παραγωγής για επιχειρήσεις της Ευρωζώνης.
Τα τελευταία οικονομικά στοιχεία δείχνουν ήδη επιδείνωση του οικονομικού περιβάλλοντος, με τον σύνθετο δείκτη PMI της Ευρωζώνης να υποχωρεί στις 47,5 μονάδες τον Μάιο από 48,8 τον Απρίλιο, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη συρρίκνωση της δραστηριότητας του ιδιωτικού τομέα από τον Οκτώβριο του 2023. Παράλληλα, επιδεινώνονται οι νέες παραγγελίες, η απασχόληση και η επιχειρηματική εμπιστοσύνη. Σε αυτό το πλαίσιο, οποιαδήποτε επιπλέον σύσφιξη της πολιτικής ενέχει τον κίνδυνο να επιταχύνει την οικονομική επιβράδυνση, περιορίζοντας τελικά το περιθώριο περαιτέρω αυξήσεων επιτοκίων.
Οι πληθωριστικές προσδοκίες φαίνεται να παραμένουν υπό έλεγχο, μειώνοντας την ανάγκη για πιο επιθετική νομισματική πολιτική. Το μέλος της ΕΚΤ Όλι Ρεν δήλωσε ότι το «κρίσιμο στοιχείο είναι εάν θα υπάρξουν σαφείς ενδείξεις δευτερογενών επιδράσεων ή αποσταθεροποίησης των πληθωριστικών προσδοκιών», προσθέτοντας ότι παρότι καταγράφονται «ορισμένες διακυμάνσεις στις βραχυπρόθεσμες προσδοκίες», δεν υπάρχει «σημαντική απόκλιση» σε μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
Η εικόνα αυτή ενισχύει το σενάριο μιας περιορισμένης και προσεκτικής αντίδρασης από την ΕΚΤ, αντί ενός παρατεταμένου κύκλου σύσφιξης. Παρότι οι κεντρικές τράπεζες ενδέχεται να κινηθούν για λόγους αξιοπιστίας, οι αγορές φαίνεται να υπερβάλλουν ως προς τη διάρκεια της αυστηρής πολιτικής σε σχέση με τα πραγματικά πληθωριστικά δεδομένα.
Μια διπλωματική λύση στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε σταδιακά να αποκλιμακώσει τις πιέσεις στις τιμές της ενέργειας και να μειώσει την ανάγκη για αυστηρή νομισματική πολιτική. Αν και η αισιοδοξία γύρω από το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ έχει ήδη στηρίξει τις αγορές, η πλήρης αποκατάσταση των ενεργειακών ροών θα απαιτήσει χρόνο και οι τιμές πιθανότατα θα παραμείνουν υψηλές βραχυπρόθεσμα.
Ωστόσο, μια σταδιακή ομαλοποίηση της προσφοράς θα περιορίσει τελικά τις πληθωριστικές πιέσεις, επιτρέποντας στις κεντρικές τράπεζες να υιοθετήσουν λιγότερο περιοριστική στάση. Αυτό ενισχύει την εκτίμηση ότι οι αγορές υπερεκτιμούν τη διάρκεια των αυξήσεων επιτοκίων πέρα από την αρχική αντίδραση στο ενεργειακό σοκ. Το βασικό σενάριο παραμένει ότι μια διπλωματική λύση θα επιτρέψει στους επενδυτές να επαναστρέψουν την προσοχή τους στα ανθεκτικά θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας.
Υπό αυτές τις συνθήκες, οι αναλυτές διατηρούν θετική στάση απέναντι στα ποιοτικά ομόλογα και θεωρούν ότι η πρόσφατη άνοδος των αποδόσεων αποτελεί ευκαιρία για εξασφάλιση ελκυστικού εισοδήματος, ιδιαίτερα σε ομόλογα μικρής και μεσαίας διάρκειας. Παρότι τα επιτόκια ενδέχεται να παραμείνουν ευμετάβλητα βραχυπρόθεσμα λόγω των πληθωριστικών κινδύνων, εκτιμάται ότι οι αγορές υπερεκτιμούν την ένταση της νομισματικής σύσφιξης και υποτιμούν τις επιπτώσεις της χαμηλότερης οικονομικής ανάπτυξης. Σε αυτό το περιβάλλον, η επιλεκτικότητα παραμένει κρίσιμη, όμως τα τρέχοντα επίπεδα αποδόσεων προσφέρουν σημαντικές ευκαιρίες για επενδυτές που αναζητούν εισόδημα και πιθανές κεφαλαιακές υπεραξίες.
Για τον χρυσό
Για τον χρυσό
Προβληματισμός προκαλεί και η αδυναμία του χρυσού να ανακτήσει δυναμική. Με την τιμή του να κινείται κοντά στα 4.540 δολάρια ανά ουγγιά, ο χρυσός δέχεται πιέσεις από την άνοδο των αμερικανικών αποδόσεων, τις μεταβαλλόμενες προσδοκίες για τις κεντρικές τράπεζες και την ενίσχυση του δολαρίου. Καθώς ο χρυσός δεν προσφέρει απόδοση, οι επενδυτές στρέφονται εκ νέου προς τα προϊόντα χρηματαγοράς. Επιπλέον, η πρόσφατη απόφαση της Ινδίας να αυξήσει τους δασμούς εισαγωγής χρυσού στο 15% από 6% αναμένεται να επηρεάσει αρνητικά τη φυσική ζήτηση βραχυπρόθεσμα.
Παρά τη μείωση της πρόβλεψης για την τιμή του χρυσού στο τέλος του έτους στα 5.500 δολάρια ανά ουγγιά, εκτιμάται ότι οι παράγοντες στήριξης μπορούν να επανέλθουν μεσοπρόθεσμα. Τα υψηλά επίπεδα παγκόσμιου χρέους, τα επίμονα δημοσιονομικά ελλείμματα στις ΗΠΑ και η συνεχιζόμενη διαφοροποίηση συναλλαγματικών αποθεμάτων αναμένεται να ενισχύσουν ξανά τη στρατηγική σημασία των «σκληρών» περιουσιακών στοιχείων. Παράλληλα, η πιθανή αποκλιμάκωση των τιμών πετρελαίου προς το τέλος του έτους και η επιβράδυνση της αμερικανικής οικονομίας ενδέχεται να επιτρέψουν στη Fed να προχωρήσει σε μείωση επιτοκίων τον Δεκέμβριο για λόγους στήριξης της ανάπτυξης. Σύμφωνα με την εκτίμηση αυτή, η τρέχουσα διόρθωση στην αγορά χρυσού δεν σηματοδοτεί το τέλος της μακροπρόθεσμης ανοδικής τάσης, αλλά μια προσωρινή και κυκλική φάση αναπροσαρμογής τιμών.






