Τη φιλοδοξία της ΔΕΗ να εξελιχθεί στον βασικό περιφερειακό παίκτη της ενεργειακής μετάβασης στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, σε μια περίοδο κατά την οποία η περιοχή καλείται να καλύψει σημαντικό επενδυτικό έδαφος σε ΑΠΕ και υποδομές, ανέδειξε ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ομίλου Γιώργος Στάσσης μιλώντας στο συνέδριο του Υπερταμείου.
Όπως τόνισε, η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας μεταβάλλεται διαρκώς και οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας αποτελούν πλέον τη βασική απάντηση τόσο στην ανάγκη ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας όσο και στην ενεργειακή ανεξαρτησία της Ευρώπης. Ωστόσο, η επιτυχία της ενεργειακής μετάβασης δεν εξαρτάται μόνο από την ανάπτυξη νέων μονάδων ΑΠΕ, αλλά και από την ταυτόχρονη ενίσχυση των υποδομών αποθήκευσης, της ευέλικτης παραγωγής και κυρίως των ηλεκτρικών διασυνδέσεων.
Ο επικεφαλής της ΔΕΗ υπογράμμισε ότι η Ευρώπη πρέπει να επιταχύνει τις επενδύσεις στα διασυνδεδεμένα δίκτυα, ώστε η ηλεκτρική ενέργεια να μπορεί να μεταφέρεται αποτελεσματικά από χώρα σε χώρα, αξιοποιώντας στο μέγιστο την παραγωγή από ΑΠΕ και περιορίζοντας τις στρεβλώσεις στις αγορές.
«Δεν πρέπει να επιδοτούμε το πρόβλημα αλλά τη λύση», ανέφερε χαρακτηριστικά, υπενθυμίζοντας ότι το κόστος της ενεργειακής κρίσης του 2022 ανήλθε στα 600 δισ. ευρώ για την Ευρώπη, όταν οι επενδύσεις που απαιτούνται για τις διασυνδέσεις έως το 2040 υπολογίζονται σε περίπου 150 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η ενεργειακή πολιτική δεν μπορεί πλέον να σχεδιάζεται με αποκλειστικά εθνικούς όρους, αλλά απαιτεί μια ευρύτερη περιφερειακή προσέγγιση που θα επιτρέπει τη βέλτιστη αξιοποίηση των ενεργειακών πόρων και των δικτύων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ΔΕΗ φιλοδοξεί να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο όμιλος δραστηριοποιείται ήδη σε πέντε χώρες της ευρύτερης περιοχής και σχεδιάζει περαιτέρω επέκταση προς την Ουγγαρία, τη Σλοβακία και την Πολωνία, επενδύοντας κυρίως στην ανάπτυξη έργων καθαρής ενέργειας.
«Πιστεύουμε ότι η Νοτιοανατολική Ευρώπη έμεινε πίσω επί δεκαετίες σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές αγορές όσον αφορά την ενεργειακή μετάβαση και παρουσιάζει σήμερα σημαντικές ευκαιρίες ανάπτυξης. Η ΔΕΗ είναι ίσως ο μοναδικός παίκτης που μπορεί να διαδραματίσει αυτόν τον περιφερειακό ρόλο», σημείωσε ο κ. Στάσσης.
Όπως ανέφερε, η παρουσία της ΔΕΗ σε πολλαπλές αγορές συμβάλλει ήδη στην ανάπτυξη νέων έργων ΑΠΕ και στη μείωση του ενεργειακού κόστους, ενώ δημιουργεί ταυτόχρονα ευκαιρίες και για ελληνικές επιχειρήσεις που συμμετέχουν στις επενδύσεις του ομίλου στο εξωτερικό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ρουμανία, όπου η ΔΕΗ συνεργάζεται τόσο με τοπικές όσο και με ελληνικές εταιρείες.
«Η τεχνητή νοημοσύνη διψά για ενέργεια»
Ο κ. Στάσσης συνέδεσε μάλιστα την ενεργειακή μετάβαση με τη νέα πρόκληση της αυξανόμενης ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας λόγω της τεχνητής νοημοσύνης και των data centers, υπογραμμίζοντας ότι η ανάπτυξη νέων ενεργειακών υποδομών και ισχυρών διασυνδέσεων θα αποτελέσει βασική προϋπόθεση ώστε η περιοχή να παραμείνει ανταγωνιστική τα επόμενα χρόνια.
«Η τεχνητή νοημοσύνη διψά για ενέργεια», τόνισε. «Πρόκειται για δύο μετασχηματισμούς που δεν μπορούν να περιμένουν ο ένας τον άλλον», σημείωσε, «εξελίσσονται ταυτόχρονα. «Άρα, ενώ εμείς στον ενεργειακό κλάδο έχουμε μπροστά μας μια τεράστια αλλαγή τα επόμενα χρόνια — και ήδη τη βιώνουμε — πρέπει παράλληλα να βρούμε λύσεις και για τη σημαντική αύξηση της ζήτησης ενέργειας που προκαλεί ο ψηφιακός μετασχηματισμός.
Ταυτόχρονα, θεωρώ ότι όλα αυτά πρέπει να γίνουν με υπεύθυνο τρόπο. Στη ΔΕΗ έχουμε αναπτύξει και αδειοδοτούμε αυτή την περίοδο το μεγαλύτερο data center της χώρας, αλλά και της ευρύτερης περιοχής, ισχύος περίπου 1 γιγαβάτ, στην Κοζάνη.
Εξήγησε ότι εκεί θα δημιουργηθεί ένας σύγχρονος κόμβος ενεργειακών τεχνολογιών, στον οποίο εντάσσεται και το data center. «Δημιουργούμε νέες θέσεις εργασίας, διαφορετικές και υψηλότερης εξειδίκευσης, για τα παιδιά των ανθρώπων που εργάστηκαν επί δεκαετίες στη ΔΕΗ. Πολλοί από αυτούς είδαν τα παιδιά τους να εγκαταλείπουν την περιοχή. Εμείς πιστεύουμε ότι μπορούμε να τα φέρουμε πίσω. Γι’ αυτό το έργο της Κοζάνης είναι για εμάς εξαιρετικά σημαντικό. Είναι επίκαιρο, απαντά στις προκλήσεις της ενεργειακής και ψηφιακής μετάβασης και ταυτόχρονα είναι απολύτως αναγκαίο για την ανάπτυξη της περιοχής», τόνισε.
Όπως είπε η περιοχή διαθέτει τις κατάλληλες προϋποθέσεις, καθώς θα φιλοξενεί πάνω από 2,5 έως 3,5 γιγαβάτ νέας παραγωγικής ισχύος ηλεκτρικής ενέργειας. Έτσι, το data center θα μπορεί να τροφοδοτείται από νέες μονάδες παραγωγής χωρίς να επιβαρύνει το υφιστάμενο ενεργειακό σύστημα.
«Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι ο Έλληνας πολίτης δεν θα επιβαρυνθεί από τη λειτουργία του συγκεκριμένου έργου, ούτε θα προκύψουν πρόσθετες πιέσεις στο ηλεκτρικό σύστημα εξαιτίας της δημιουργίας του data center.
Αυτή, όπως είπε είναι μια προσέγγιση που αρχίζει πλέον να υιοθετείται όλο και περισσότερο διεθνώς, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες: η ανάπτυξη data centers να συνοδεύεται από νέα παραγωγική δυναμικότητα ηλεκτρικής ενέργειας. «Και εμείς δίνουμε μια απάντηση σε αυτή τη νέα ανάγκη, λειτουργώντας με υπευθυνότητα» σημείωσε.
Και πρόσθεσε ότι πρόκειται για μια τεράστια ευκαιρία για την περιοχή. Μια περιοχή που επί δεκαετίες βασίστηκε σχεδόν αποκλειστικά στον λιγνίτη μετασχηματίζεται σήμερα πλήρως. «Δημιουργούμε νέες ενεργειακές τεχνολογίες, επενδύουμε σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, φωτοβολταϊκά πάρκα, έργα αποθήκευσης, αντλησιοταμίευση και μπαταρίες».
www.worldenergynews.gr






