Η μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα μπορεί να αποτελεί το βασικό βήμα για την επίτευξη της κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050, ωστόσο δημιουργεί κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με την ασφάλεια εφοδιασμού, το κόστος ενέργειας και την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας
Για την επίτευξη της απανθρακοποίησης στον τομέα του φυσικού αερίου απαιτείται συνδυασμός πολιτικών και τεχνολογιών, όπως η ηλεκτροκίνηση, το βιομεθάνιο, το υδρογόνο, η δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα, η μείωση των εκπομπών μεθανίου και η ανάπτυξη καθαρών λύσεων ενεργειακής ευελιξίας.
Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει μελέτη του ACER, του Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών της ΕΕ σε ότι αφορά τις πολιτικές που απαιτούνται για την απανθρακοποίηση της αγοράς φυσικού αερίου.
Η μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα μπορεί να αποτελεί το βασικό βήμα για την επίτευξη της κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050, ωστόσο δημιουργεί κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με την ασφάλεια εφοδιασμού, το κόστος ενέργειας και την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Η έκθεση του ACER εξετάζει τέσσερις βασικούς άξονες: Κατά πόσο τα ανανεώσιμα αέρια μπορούν να περιορίσουν την ενεργειακή εξάρτηση από εισαγωγές χωρίς να αυξήσουν τις τιμές, ποιος θα είναι ο ρόλος του φυσικού αερίου στη διαμόρφωση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας, πώς μπορεί να μειωθεί το ανθρακικό αποτύπωμα του τομέα χωρίς πλήγμα στη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα και με ποιον τρόπο μπορούν να αντιμετωπιστούν οι εκπομπές μεθανίου.
Σύμφωνα με τα ευρήματα του ACER, η απανθρακοποίηση του τομέα του αερίου μπορεί να ακολουθήσει δύο βασικές κατευθύνσεις. Η πρώτη αφορά την αντικατάσταση του φυσικού αερίου μέσω περιορισμού της ζήτησης ή μετάβασης σε ανανεώσιμες πηγές. Η δεύτερη αφορά τη μείωση των εκπομπών που συνδέονται με τη χρήση του, μέσω τεχνολογιών όπως η δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα, αλλά και μέσω μέτρων περιορισμού των διαρροών μεθανίου.
Ωστόσο, η μείωση της κατανάλωσης φυσικού αερίου δεν θεωρείται δεδομένη. Η ζήτηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση έφθασε τα 340 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα το 2025, σημειώνοντας αύξηση 2% σε σχέση με το 2024. Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να επιβραδύνει την επίτευξη των κλιματικών στόχων, καθώς το φυσικό αέριο εξακολουθεί να προσφέρει ευελιξία στο ενεργειακό σύστημα και να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη βιομηχανία.
Παράλληλα, το φυσικό αέριο συνεχίζει να επηρεάζει τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας. Οι μονάδες παραγωγής ηλεκτρισμού με καύσιμο το φυσικό αέριο παρέμειναν οικονομικά ανταγωνιστικές στο 40% των ωρών του 2025, ενώ τα συστήματα ηλεκτρικής ενέργειας με χαμηλότερες εκπομπές άνθρακα εμφάνισαν κατά μέσο όρο 40% χαμηλότερο κόστος σε σύγκριση με πιο ρυπογόνα ενεργειακά μοντέλα.
Σημαντικές δυνατότητες παρουσιάζει το βιομεθάνιο, το οποίο θεωρείται η πιο ώριμη μορφή ανανεώσιμου αερίου. Παρ’ όλα αυτά, η παραγωγή του το 2024 ανήλθε σε μόλις 4,3 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 2% των ποσοτήτων που εισάγονται στα ευρωπαϊκά δίκτυα αερίου.
Ιδιαίτερη πρόκληση παραμένουν και οι εκπομπές μεθανίου. Περίπου το 85% των εκπομπών που σχετίζονται με την κατανάλωση πετρελαίου και αερίου στην ΕΕ προέρχεται εκτός ευρωπαϊκών συνόρων, γεγονός που καθιστά κρίσιμη αλλά και δύσκολη την εφαρμογή των νέων ευρωπαϊκών κανόνων για το μεθάνιο.






