AD
Άμυνα & Γεωπολιτική

Atlantic Council: Οι πυρηνικές απειλές δεν είναι πλέον θεωρητικό σενάριο – Η Ευρώπη καλείται να θωρακίσει την ασφάλειά της

Atlantic Council: Οι πυρηνικές απειλές δεν είναι πλέον θεωρητικό σενάριο – Η Ευρώπη καλείται να θωρακίσει την ασφάλειά της
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να προχωρήσει στη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης αρχιτεκτονικής ανίχνευσης ραδιολογικών και πυρηνικών απειλών, αξιοποιώντας τις διαπραγματεύσεις για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της περιόδου 2028-2034 ώστε να εξασφαλιστεί ειδική χρηματοδότηση
Δύο περιστατικά που σημειώθηκαν στις 17 Απριλίου, σε Πολωνία και Ηνωμένο Βασίλειο, επανέφεραν στο προσκήνιο τις ανησυχίες για τις ραδιολογικές και πυρηνικές απειλές στην Ευρώπη, αναδεικνύοντας –σύμφωνα με αναλυτές– σημαντικά κενά στην ικανότητα της ηπείρου να εντοπίζει και να αποτρέπει τέτοιους κινδύνους πριν αυτοί εξελιχθούν σε σοβαρές κρίσεις.

Σύμφωνα με το Atlantic Council, το πρώτο περιστατικό καταγράφηκε στο συνοριακό πέρασμα Μεντίκα, στη νοτιοανατολική Πολωνία, όπου συνοριοφύλακες εντόπισαν σε έλεγχο Ουκρανή ταξιδιώτισσα να μεταφέρει χαρτονόμισμα των 100 δολαρίων με επίπεδα ραδιενέργειας σχεδόν 1.905 φορές υψηλότερα από το επιτρεπόμενο όριο. Ήταν η δεύτερη αντίστοιχη υπόθεση μέσα σε διάστημα πέντε μηνών.

Λίγες ώρες αργότερα, στο Λονδίνο, η Μητροπολιτική Αστυνομία απέκλεισε το Kensington Gardens έπειτα από δημοσίευση βίντεο φιλοϊρανικής ισλαμιστικής οργάνωσης, στην οποία δύο άτομα εμφανίζονταν να εκτοξεύουν drones προς την ισραηλινή πρεσβεία, ισχυριζόμενοι ότι μετέφεραν ραδιενεργό υλικό. 

Στο σημείο αναπτύχθηκαν εξειδικευμένες μονάδες αντιμετώπισης χημικών, βιολογικών, ραδιολογικών και πυρηνικών απειλών (CBRN), ενώ το πάρκο παρέμεινε κλειστό για δύο ημέρες.

Αν και κανένα από τα δύο περιστατικά δεν είχε ανθρώπινα θύματα, ανέδειξαν, σύμφωνα με το άρθρο, μια κοινή αδυναμία: την περιορισμένη δυνατότητα της Ευρώπης να εντοπίζει εγκαίρως μικρής κλίμακας αλλά δυνητικά επικίνδυνες ραδιολογικές απειλές.

Ένα από τα βασικά επιχειρήματα είναι ότι σημαντικό μέρος των υποδομών ανίχνευσης ραδιενέργειας στα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν χρηματοδοτήθηκε από ευρωπαϊκούς πόρους αλλά από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι πύλες ανίχνευσης ακτινοβολίας, όπως εκείνη που εντόπισε το μολυσμένο χαρτονόμισμα στην Πολωνία, αποτελούν μέρος προγράμματος της αμερικανικής Εθνικής Υπηρεσίας Πυρηνικής Ασφάλειας (NNSA), το οποίο ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1990 για την αποτροπή της παράνομης διακίνησης πυρηνικών υλικών.

Παράλληλα, μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, οι ΗΠΑ δημιούργησαν ένα ολοκληρωμένο σύστημα αστικής ανίχνευσης ραδιολογικών απειλών μέσω του προγράμματος Securing the Cities. Από το 2006 έχουν εγκατασταθεί περίπου 48.000 ανιχνευτές ακτινοβολίας σε δεκατέσσερις μεγάλες μητροπολιτικές περιοχές, όπως η Νέα Υόρκη, η Ουάσιγκτον, το Σικάγο, το Λος Άντζελες και το Χιούστον, δημιουργώντας ένα επίπεδο προστασίας που δεν διαθέτει σήμερα καμία ευρωπαϊκή πόλη.

Το κείμενο υπογραμμίζει ότι η νέα στρατηγική εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ μεταφέρει πλέον μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την προστασία της ευρωπαϊκής επικράτειας στα ίδια τα κράτη-μέλη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με την Ουάσιγκτον να επικεντρώνεται κυρίως στη διατήρηση της πυρηνικής αποτροπής μέσω του ΝΑΤΟ. Ως εκ τούτου, η προστασία των ευρωπαϊκών πόλεων από απειλές CBRN θεωρείται πλέον ευρωπαϊκή ευθύνη.

Σύμφωνα με την ανάλυση, τα υφιστάμενα ευρωπαϊκά συστήματα ανίχνευσης σχεδιάστηκαν μετά το πυρηνικό ατύχημα του Τσερνόμπιλ, με στόχο την παρακολούθηση μεγάλης κλίμακας διασποράς ραδιενέργειας στην ατμόσφαιρα. Παρότι εξακολουθούν να είναι χρήσιμα σε ανάλογες περιπτώσεις, θεωρούνται ανεπαρκή απέναντι στις σύγχρονες απειλές, όπως η μεταφορά μικρών ποσοτήτων ραδιενεργού ή χημικού υλικού μέσω ταχυδρομικών δεμάτων, drones, εμπορευματικών δικτύων ή ακόμη και μέσων μαζικής μεταφοράς.

Οι συντάκτες υπενθυμίζουν ότι η Ευρώπη έχει ήδη βρεθεί αντιμέτωπη με ανάλογες επιθέσεις, όπως η δηλητηρίαση του Αλεξάντερ Λιτβινένκο στο Λονδίνο, η επίθεση με νευροτοξικό παράγοντα Novichok κατά του Σεργκέι και της Γιούλια Σκριπάλ στο Σάλσμπερι, καθώς και η δηλητηρίαση του Αλεξέι Ναβάλνι, περιστατικά στα οποία χρησιμοποιήθηκαν χημικοί ή ραδιολογικοί παράγοντες σε πολιτικό περιβάλλον χωρίς να ενεργοποιηθούν έγκαιρα οι υφιστάμενοι μηχανισμοί ανίχνευσης.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στο Ιράν. Όπως επισημαίνεται, μετά τις στρατιωτικές επιθέσεις του 2025, παραμένει άγνωστη η τύχη περίπου 440 κιλών υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου που είχαν καταγραφεί πριν από τα πλήγματα. Παρότι το υλικό αυτό δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί άμεσα για την κατασκευή πυρηνικού όπλου, εκτιμάται ότι θα μπορούσε να αυξήσει τον κίνδυνο ανάπτυξης ραδιολογικών όπλων ή λεγόμενων «βρώμικων βομβών», εφόσον περιέλθει σε λάθος χέρια.

Η Ευρώπη ξέρει τον εαυτό της

Το άρθρο αναγνωρίζει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη αναγνωρίσει τις αδυναμίες της μέσα από πρωτοβουλίες όπως η Preparedness Union Strategy, η ProtectEU Internal Security Strategy και το EU CBRN Action Plan, ενώ υπηρεσίες όπως η DG HERA, η DG ECHO και η Γενική Διεύθυνση Μετανάστευσης και Εσωτερικών Υποθέσεων εργάζονται για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ετοιμότητας.

Παράλληλα, επισημαίνεται ότι το αποθεματικό rescEU, προϋπολογισμού άνω των 500 εκατ. ευρώ, παρέχει εξοπλισμό και ιατρικά μέσα για την αντιμετώπιση περιστατικών CBRN. Ωστόσο, πρόκειται κυρίως για μηχανισμό αντιμετώπισης των συνεπειών μιας κρίσης και όχι για σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης ή πρόληψης.

Οι αρθρογράφοι θεωρούν ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει πλέον να προχωρήσει στη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης αρχιτεκτονικής ανίχνευσης ραδιολογικών και πυρηνικών απειλών, αξιοποιώντας τις διαπραγματεύσεις για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της περιόδου 2028-2034 ώστε να εξασφαλιστεί ειδική χρηματοδότηση.

Οι Βρυξέλλες μπορούν

Όπως υποστηρίζουν, η Ευρώπη διαθέτει ήδη τις τεχνολογικές δυνατότητες, τους θεσμούς και τις υποδομές για να αναπτύξει ένα προηγμένο δίκτυο έγκαιρης προειδοποίησης, το οποίο θα μπορούσε να ενσωματώνει δεδομένα από δίκτυα μεταφορών, αστικές υποδομές, logistics, έξυπνες πόλεις και συστήματα του Διαδικτύου των Πραγμάτων (IoT), δημιουργώντας ένα σύστημα αντίστοιχης κλίμακας με τα ευρωπαϊκά προγράμματα Galileo και Copernicus.

Το συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι τα δύο περιστατικά της 17ης Απριλίου δεν πρέπει να θεωρηθούν μεμονωμένα γεγονότα, αλλά προειδοποίηση πως οι σύγχρονες ραδιολογικές απειλές εξελίσσονται ταχύτερα από τις υφιστάμενες ευρωπαϊκές δυνατότητες ανίχνευσης και αντιμετώπισής τους.
 
www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης