AD
Ενέργεια & Αγορές

ΗΠΑ - Μεγάλη Βρετανία: Αναδιαμορφώνουν τον ενεργειακό χάρτη της Συρίας στην μετά-Assad εποχή

ΗΠΑ - Μεγάλη Βρετανία: Αναδιαμορφώνουν τον ενεργειακό χάρτη της Συρίας στην μετά-Assad εποχή
Η συμφωνία που υπεγράφη την περασμένη εβδομάδα μεταξύ της συριακής SPC, της αμερικανικής ConocoPhillips και της βρετανικής Novaterra ConocoPhillips αποτελεί την τελευταία κίνηση στο μακροπρόθεσμο σχέδιο της Ουάσινγκτον και του Λονδίνου για τη διαμόρφωση/τον έλεγχο της Συρίας μετά τον Assad (Oil Price)

Αντί να επαναλάβουν το εμφανώς δυτικό μοντέλο ανοικοδόμησης που εφαρμόστηκε στο Ιράκ, οι δύο χώρες επέλεξαν μια πιο διακριτική προσέγγιση, με τον ίδιο απώτερο σκοπό: ισχυρά αραβικά κράτη, με επικεφαλής τη Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ που αναλαμβάνουν τον ορατό ρόλο, ενώ δυτικές εταιρείες και σχεδιαστές δραστηριοποιούνται στο παρασκήνιο - ως γνωστόν.

Η προσέγγιση αυτή εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθεια των ΗΠΑ να αποκαταστήσουν τη δυτική επιρροή στη Μέση Ανατολή και να περιοριστεί ο στρατηγικός χώρος δράσης της Ρωσίας και της Κίνας.

Με πρωτοβουλία των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας άρθηκαν οι διεθνείς κυρώσεις κατά του προηγούμενου καθεστώτος του al-Assad. Πριν από την έναρξη του εμφυλίου πολέμου τον Μάρτιο του 2011, στο πλαίσιο της Αραβικής Άνοιξης, η χώρα αποτελούσε σημαντική πετρελαιοπαραγωγό δύναμη, με παραγωγή περίπου 400.000 βαρελιών ημερησίως από αποδεδειγμένα αποθέματα 2,5 δισ. βαρελιών, μάλιστα υπό ορισμένες συνθήκες η παραγωγή έφθανε σχεδόν τα 600.000 βαρέλια ημερησίως.

Εκείνη την περίοδο, η Ευρώπη εισήγαγε από τη Συρία πετρέλαιο αξίας περίπου 3 δισ. δολαρίων ετησίως, ενώ πολλά από τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια ήταν διαμορφωμένα ώστε να επεξεργάζονται το βαρύ και υψηλής περιεκτικότητας σε θείο αργό πετρέλαιο «Souedie» μαζί με το ελαφρύτερο και γλυκότερο αργό «Syrian Light» μέσω των τριών εξαγωγικών τερματικών της χώρας στη Μεσόγειο: Μπανιάς, Ταρτούς και Λαττάκεια.


Ο τομέας του φυσικού αερίου της Συρίας όμως ήταν ακόμη μεγαλύτερος

Πριν από το ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου, η Συρία παρήγαγε περίπου 21,9-30 εκατ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου ημερησίως (mcm/d) και διέθετε αποδεδειγμένα αποθέματα 8,5 τρισ. κυβικών ποδών (Tcf).

Σήμερα, η παραγωγή εκτιμάται ότι έχει μειωθεί μόλις στα 7-7,6 εκατ. κυβικά μέτρα ημερησίως, αναγκάζοντάς την να καλύπτει το έλλειμμα με εισαγωγές φυσικού αερίου από χώρες όπως το Κατάρ και το Αζερμπαϊτζάν.

Η Ρωσία κινήθηκε γρήγορα για να αξιοποιήσει τα ενεργειακά έσοδα της Συρίας κατά τη διάρκεια της στήριξής της προς τον Bashar al-Assad, με τη Stroytransgaz να ξεκινά εργασίες στη South-Central Gas Area ήδη από το 2009.

Έως το 2011, αυτή η αναπτυξιακή προσπάθεια είχε αυξήσει την παραγωγή φυσικού αερίου της Συρίας κατά περίπου 40%, μετατρέποντας τις συνδυασμένες εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου σε περίπου το 1/4 των κρατικών εσόδων και καθιστώντας για σύντομο χρονικό διάστημα τη Συρία τον μεγαλύτερο παραγωγό υδρογονανθράκων στην ανατολική Μεσόγειο.

Μέσω του Σχεδίου Συνεργασίας που υπεγράφη μεταξύ Μόσχας και Δαμασκού, προβλεπόταν η αποκατάσταση τουλάχιστον 40 ενεργειακών εγκαταστάσεων, καθώς και μια εκτεταμένη αναβάθμιση του τομέα ηλεκτροπαραγωγής.

Ο στόχος ήταν σαφής: η επανενεργοποίηση του εθνικού ηλεκτρικού δικτύου και η ενίσχυση της κεντρικής εξουσίας της Δαμασκού. Από δυτική σκοπιά, αυτό σημαίνει ότι σημαντικό μέρος των θεμελίων για την ενεργειακή ανάκαμψη της Συρίας έχει ήδη τεθεί - έστω και από τη Ρωσία.

Είναι δεδομένο και ιστορικά επιλαμβανόμενο ότι ο ενεργειακός τομέας της Συρίας αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς λόγους που προσελκύουν το ενδιαφέρον των ΗΠΑ και των συμμάχων τους. Ιδιαίτερα υπό το πρίσμα της μείωσης των προμηθειών πετρελαίου και φυσικού αερίου από τη Ρωσία λόγω των κυρώσεων για τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Από τότε που η Μόσχα ξεκίνησε στρατιωτικές επιχειρήσεις πλήρους κλίμακας στις 30 Σεπτεμβρίου 2015, έπειτα από επίσημο αίτημα της κυβέρνησης του al-Assad στη Δαμασκό για στρατιωτική βοήθεια κατά των δυνάμεων της αντιπολίτευσης και των μαχητών του Ισλαμικού Κράτους, η Συρία αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο ολόκληρης της στρατηγικής της Ρωσίας στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική και, κατ’ επέκταση, έναν από τους βασικούς στρατηγικούς κόμβους και για την Κίνα.

Για τη Μόσχα, η Συρία προσέφερε στρατιωτική παρουσία σε θερμά ύδατα της Μεσογείου, εκτός του τόξου ανάσχεσης του ΝΑΤΟ και σε απόσταση άμεσης επέμβασης από το νότιο άκρο της Ευρώπης.


Το συριακό έρεισμα έδωσε στη Ρωσία μόνιμη στρατιωτική προβολή ισχύος στο Λεβάντε, στην ανατολική Μεσόγειο και βαθιά στη Βόρεια Αφρική

Η ναυτική βάση στην Ταρτούς και η αεροπορική βάση στο Hmeimim αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά αυτής της παρουσίας, επιτρέποντας στις ρωσικές δυνάμεις να επιχειρούν σε ολόκληρη την περιοχή με μια συνέχεια που δεν είχαν απολαύσει επί δεκαετίες.

Η Συρία παρείχε επίσης στη Μόσχα μια προωθημένη βάση συλλογής πληροφοριών μέσω της εγκατάστασής της κοντά στη Λαττάκεια, καθώς και ένα πεδίο για πωλήσεις οπλικών συστημάτων και διπλωματική επιρροή - όλα αυτά ενισχυμένα από την εκτεταμένη συμμετοχή της Ρωσίας στον ενεργειακό τομέα της χώρας.

Συνολικά, αυτά τα στοιχεία μετέτρεψαν τη Συρία σε έναν στρατηγικό κόμβο πολλαπλών χρήσεων για το Κρεμλίνο.

Η χώρα βρισκόταν επίσης στο επίκεντρο των σχεδίων της Ρωσίας και του Ιράν για τη λεγόμενη «Χερσαία Γέφυρα», έναν διάδρομο από την Τεχεράνη έως τις μεσογειακές ακτές της Συρίας, σχεδιασμένο να αυξήσει δραστικά τις ροές όπλων προς τον νότιο Λίβανο και τα Υψίπεδα του Γκολάν για χρήση κατά του διαρκώς επεκτατικού και παράγοντα ανασφάλειας Ισραήλ.

Στο σχέδιο αυτό συμμετείχε και η Κίνα, καθώς η υποδομή του διαδρόμου επρόκειτο να υποστηριχθεί από τον Στρατηγικό Αναπτυξιακό Δρόμο Ιράκ–Κίνας ύψους 17 δισ. δολαρίων, ο οποίος σχεδιαζόταν να εκτείνεται από τη Βασόρα έως τη νότια Τουρκία και να συνδέεται απευθείας με την Πρωτοβουλία «Ζώνη και Δρόμος.


Για το λόγο αυτό η παρουσία των ΗΠΑ εκεί αλλάζει εκ νέου τις ισορροπίες

Σίγουρα στερεί την πρόσβαση από τη Ρωσία και την Κίνα σε αυτό το κρίσιμο γεωπολιτικό σημείο και στους πετρελαϊκούς και φυσικού αερίου πόρους του, επιτρέποντας παράλληλα στις ΗΠΑ και στους συμμάχους τους να τους αξιοποιήσουν και να τους εκμεταλλευτούν αναλόγως - όπως άλλωστε κάνουν πάντοτε με πρόσχημα την δυτική επικράτηση κατά της «κακής Ανατολής».

Επίσης ένα επίκεντρο για τις δυτικοαραβικές προσπάθειες διαμόρφωσης της μελλοντικής εικόνας της Μέσης Ανατολής με τρόπο ασφαλώς που να ευνοεί τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους.

Στο τελικό στάδιο της συνεχιζόμενης αντιπαράθεσης με το Ιράν, αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, δεδομένης της παρουσίας στη Συρία εταιρειών από τη Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ, δίπλα σε εκείνες των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας.

Στις αρχές Νοεμβρίου του περασμένου έτους, ο ενεργειακός όμιλος Dana Gas από τα ΗΑΕ υπέγραψε προκαταρκτική συμφωνία με τη συριακή κρατική πετρελαϊκή εταιρεία για τη διερεύνηση της αναβάθμισης των κοιτασμάτων φυσικού αερίου της χώρας.

Η ίδια εταιρεία έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο και σε μεγάλα έργα αναβάθμισης του τομέα φυσικού αερίου σε δύο ακόμη στρατηγικές χώρες της περιοχής, την Αίγυπτο και το Ιράκ.

Στο Ιράκ δραστηριοποιείται με επιτυχία στην ημιαυτόνομη περιοχή του Κουρδιστάν, στα βόρεια της χώρας, ανακοινώνοντας τον περασμένο Οκτώβριο την έναρξη πωλήσεων φυσικού αερίου από το έργο επέκτασης του κοιτάσματος Khor Mor.

Παράλληλα, τους τελευταίους μήνες, η Σαουδική Αραβία έχει υπογράψει σειρά σημαντικών συμφωνιών με τη Συρία, με κινητήριο μοχλό το υπουργείο Ενέργειας της χώρας.

Το υπουργείο επιβλέπει την είσοδο τεσσάρων βασικών εταιρειών του - TAQA, ADES Holding, Arabian Drilling και Arabian Geophysical and Surveying Company - στη Συρία, προκειμένου να παρέχουν υπηρεσίες, τεχνική υποστήριξη και ανάπτυξη κοιτασμάτων τόσο στον τομέα του πετρελαίου όσο και του φυσικού αερίου.

Αυτές οι πρωτοβουλίες, με επικεφαλής τις χώρες του Κόλπου, θα λειτουργήσουν παράλληλα με τις δυτικές προσπάθειες, μετά την ανακοίνωση του Ιουλίου ότι οι αμερικανικές Baker Hughes, Hunt Energy και Argent LNG εργάζονται πάνω σε ένα ευρύτερο σχέδιο ανασυγκρότησης των τομέων πετρελαίου, φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας της Συρίας.

Το σχέδιο επικεντρώνεται αρχικά στις περιοχές δυτικά του Ευφράτη, με επέκταση προς τα ανατολικά μόλις το επιτρέψουν οι συνθήκες.

Συνολικά, η συμφωνία μεταξύ ConocoPhillips, Novaterra και SPC, καθώς και η ευρύτερη αύξηση των ενεργειακών έργων με τη στήριξη της Δύσης και των χωρών του Κόλπου, αντιπροσωπεύουν μια βιομηχανική επανεκκίνηση με τη βοήθεια δυο δυτικών κρατών που έχουν βλέψεις στην περιοχή.

Τοποθετώντας αμερικανικές και βρετανικές εταιρείες στον πυρήνα της ανοικοδόμησης της Συρίας μετά τον Assad, η Ουάσινγκτον και το Λονδίνο εξασφαλίζουν έναν καθοριστικό μοχλό επιρροής πάνω στην πολιτική και οικονομική αρχιτεκτονική που θα προκύψει από τη σημερινή σύγκρουση με επίκεντρο το Ιράν.

Παράλληλα, η ολοένα βαθύτερη εμπλοκή ισχυρών αραβικών εταίρων εντάσσει τη Δαμασκό σε ένα περιφερειακό πλαίσιο που εδραιωνόταν σταδιακά γύρω από κράτη που ευθυγραμμίζονται με τις ΗΠΑ.

Άλλωστε, οι ΗΠΑ γνωρίζουν πολύ καλά το παιχνίδι των κυρώσεων που μπορούν εύκολα να μετατραπούν σε επενδύσεις, παροχή υπηρεσιών και υποστήριξη, με μια προϋπόθεση: η χώρα την οποία «βοηθούν» να συμβαδίζει με τις πολιτικές και τις βλέψεις τους.

www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης