AD
Διεθνή

Η Ουάσινγκτον θέλει αλλαγή στη στάση της G20 απέναντι στο Πεκίνο

Η Ουάσινγκτον θέλει αλλαγή στη στάση της G20 απέναντι στο Πεκίνο
Μιλώντας στο Reuters την Κυριακή (30/8), ο Αμερικανός υπουργός έθεσε στο επίκεντρο το ιδιαίτερα υψηλό εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας, το οποίο ανέρχεται σε περίπου 1,2 τρισεκατομμύρια δολάρια. Όπως ανέφερε, η σημερινή κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί και οι χώρες που συναλλάσσονται με το Πεκίνο θα πρέπει να επανεξετάσουν το πλαίσιο των εμπορικών τους σχέσεων 
Νέα πρωτοβουλία για την αντιμετώπιση των παγκόσμιων εμπορικών ανισορροπιών προωθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες, με τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ να αναμένεται να ζητήσει από τα μέλη της G20 να επανεξετάσουν τους όρους των εμπορικών τους σχέσεων με την Κίνα.
 
Μιλώντας στο Reuters την Κυριακή, ο Αμερικανός υπουργός έθεσε στο επίκεντρο το ιδιαίτερα υψηλό εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας, το οποίο ανέρχεται σε περίπου 1,2 τρισεκατομμύρια δολάρια. Όπως ανέφερε, η σημερινή κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί και οι χώρες που συναλλάσσονται με το Πεκίνο θα πρέπει να επανεξετάσουν το πλαίσιο των εμπορικών τους σχέσεων.
 
Σύμφωνα με τον Μπέσεντ, η κινεζική οικονομία αντιμετωπίζει αδυναμία στην εγχώρια ζήτηση και το Πεκίνο επιχειρεί να αντισταθμίσει την επιβράδυνση της ανάπτυξης μέσω της ενίσχυσης των εξαγωγών. Για τον λόγο αυτό, υποστήριξε ότι οι υπόλοιπες χώρες θα πρέπει να ασκήσουν πίεση στην Κίνα ώστε να στραφεί περισσότερο στην τόνωση της εσωτερικής κατανάλωσης και λιγότερο στην εξαγωγική δραστηριότητα.
 
Η τοποθέτηση του Αμερικανού υπουργού γίνεται λίγο πριν από τη συνάντηση των υπουργών Οικονομικών της G20 στο Άσβιλ της Βόρειας Καρολίνας, όπου οι ΗΠΑ επιδιώκουν να προωθήσουν μια κοινή προσέγγιση για τη μείωση των εμπορικών και εξωτερικών ανισορροπιών. Η Ουάσινγκτον θέλει, μεταξύ άλλων, να υπάρξει κοινή δήλωση των χωρών της G20 για το ζήτημα.
 
Η αμερικανική πίεση προς τους εταίρους της έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι επιπτώσεις της κινεζικής εξαγωγικής επέκτασης γίνονται ολοένα πιο αισθητές σε άλλες μεγάλες οικονομίες. Με τους αμερικανικούς εμπορικούς περιορισμούς να έχουν περιορίσει σημαντικά τις εισαγωγές κινεζικών προϊόντων στις ΗΠΑ, μέρος των κινεζικών εξαγωγών έχει στραφεί προς άλλες αγορές, αυξάνοντας τις ανησυχίες σε Ευρώπη και Λατινική Αμερική.
 
Ο Μπέσεντ έχει ήδη προειδοποιήσει άλλες βιομηχανικές οικονομίες ότι θα βρεθούν αντιμέτωπες με σημαντικές πιέσεις από την αύξηση των κινεζικών εισαγωγών. Όπως υποστηρίζει, οι κυβερνήσεις θα πρέπει πλέον να αποφασίσουν πώς θα αντιμετωπίσουν την κατάσταση και να δημιουργήσουν κίνητρα για το Πεκίνο, προκειμένου να μετατοπίσει το αναπτυξιακό του μοντέλο από τις εξαγωγές προς την εγχώρια ζήτηση.
 
Παράλληλα, ο Αμερικανός υπουργός έχει απορρίψει την άποψη ότι μια ανατίμηση του κινεζικού γουάν θα μπορούσε από μόνη της να επιλύσει τις παγκόσμιες εμπορικές ανισορροπίες. Ο ίδιος εμφανίζεται επίσης επιφυλακτικός απέναντι σε προτάσεις για μια νέα συμφωνία τύπου «Plaza Accord», όπως εκείνη του 1985 που είχε ως στόχο την ενίσχυση άλλων νομισμάτων έναντι του δολαρίου.
 
Κατά τον Μπέσεντ, μια τέτοια προσέγγιση θα απέφευγε να αντιμετωπίσει τα πραγματικά αίτια του προβλήματος, τα οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, συνδέονται κυρίως με τις μεγάλες κινεζικές βιομηχανικές επιδοτήσεις και τη χρόνια αδυναμία της εγχώριας ζήτησης.
 
Την ίδια ώρα, η αμερικανική κυβέρνηση προετοιμάζεται για την επόμενη συνάντηση κορυφής μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ και του Σι Τζινπίνγκ, η οποία έχει προγραμματιστεί για τα τέλη Σεπτεμβρίου. Ο Μπέσεντ δήλωσε ότι παραμένει αβέβαιο εάν θα έχει κατ’ ιδίαν συνάντηση με τον Κινέζο ομόλογό του, αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Χε Λιφένγκ, πριν από τη σύνοδο των δύο προέδρων.
 
Στο μεταξύ, Αμερικανοί και Κινέζοι αξιωματούχοι αναμένεται να συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις για πιθανές μειώσεις δασμών σε μη στρατηγικά προϊόντα, καθώς και για τη θέσπιση κανόνων ασφαλείας στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης. Στόχος των συζητήσεων για την AI είναι να αποτραπεί το ενδεχόμενο προηγμένα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης να καταλήξουν στα χέρια μη κρατικών φορέων.
 
Ο Μπέσεντ εκτίμησε ότι υπάρχει περιθώριο για κατάργηση δασμών σε μη στρατηγικά και μη κρίσιμα προϊόντα αξίας περίπου 30 δισεκατομμυρίων δολαρίων από κάθε πλευρά.
 
Οι εξελίξεις αυτές σημειώνονται ενώ η Ουάσινγκτον επιχειρεί να επαναδιαμορφώσει την πολιτική δασμών που ακολούθησε η κυβέρνηση Τραμπ. Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έχει απορρίψει ευρύτερους δασμούς που είχαν επιβληθεί βάσει νόμου περί έκτακτης ανάγκης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και δασμοί 20% σε κινεζικές εισαγωγές.
 
Τον Ιούλιο, η κυβέρνηση Τραμπ επέβαλε δασμό 12,5% σε κινεζικά προϊόντα στο πλαίσιο έρευνας για την καταναγκαστική εργασία, ενώ παράλληλα εξετάζει την επιβολή νέων επιβαρύνσεων που θα συνδέονται με την υπερβάλλουσα βιομηχανική παραγωγική δυναμικότητα της Κίνας.
 
Σύμφωνα με στοιχεία του αμερικανικού Γραφείου Απογραφής, οι δασμοί που εφαρμόστηκαν από την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο έχουν ήδη συμβάλει στη σημαντική μείωση του αμερικανικού εμπορικού ελλείμματος έναντι της Κίνας. Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, το έλλειμμα περιορίστηκε κατά περίπου ένα τρίτο σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025, στα 73,9 δισεκατομμύρια δολάρια.
 
Τέλος, ο Μπέσεντ έχει προγραμματίσει να συναντηθεί διμερώς, στο περιθώριο της συνόδου της G20 στο Άσβιλ, με τον διοικητή της Λαϊκής Τράπεζας της Κίνας Παν Γκονγκσένγκ, χωρίς ωστόσο να αποκαλύψει περισσότερες λεπτομέρειες για την ατζέντα της συνάντησης.
 
Η σύνοδος της G20 πραγματοποιείται σε ένα ιδιαίτερα ασταθές διεθνές περιβάλλον, καθώς ο πόλεμος στο Ιράν έχει προκαλέσει αναταράξεις στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας και εμπορευμάτων. Παράλληλα, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να βρίσκονται σε έντονη εμπορική αντιπαράθεση με τον Καναδά, γεγονός που προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο έντασης στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις.
 
www.worldenergynews.gr 

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης