AD
Διεθνή

Andy Burnham: Oι Εργατικοί ανακτούν προβάδισμα στην Βρετανία - Μπορεί η φωνή του να εμπνεύσει μια νέα κεντροαριστερά στην Ευρώπη;

Andy Burnham: Oι Εργατικοί ανακτούν προβάδισμα στην Βρετανία - Μπορεί η φωνή του να εμπνεύσει μια νέα κεντροαριστερά  στην Ευρώπη;
Ο ηγέτης των Εργατικών δίνει το στίγμα του για το που θα πρέπει να βαδίσει η χώρα, αφήνοντας πίσω το νεοφιλελεύθερο δόγμα που χάραξε πριν δεκαετίες η Μάργκαρετ Θάτσερ και οι Εργατικοί ανακτούν σαφές προβάδισμα στα γκάλοπ βυθίζοντας τον Φάρατζ στην τρίτη θέση
 
 
Ο Βρετανός πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ επιχειρεί να χαράξει μια νέα πολιτική διαδρομή για τη χώρα, φωτίζοντας ταυτόχρονα έναν εναλλακτικό δρόμο συνολικά για την ευρωπαϊκή πολιτική. Σε ένα κρίσιμο momentum τόσο για τη γηραιά Αλβιώνα όσο και για την παγκόσμια τάξη πραγμάτων, ο Βρετανός προτιμάει να μην αποφεύγει τις δύσκολες συζητήσεις για τις συντάξεις, το Brexit, την ιδιοκτησία των επιχειρήσεων ύδρευσης και τη μεταρρύθμιση του εκλογικού συστήματος.

Στην ομιλία του στο ετήσιο συνέδριο των Εργατικών στο Λίβερπουλ, παρουσίασε το όραμά του για μια «νέα οικονομία και μια νέα πολιτική», υποστηρίζοντας ότι η Βρετανία χρειάζεται να απομακρυνθεί από την κατεύθυνση των τελευταίων 40 ετών.

Με τον τρόπο αυτό, δίνει το στίγμα του για το που θα πρέπει να βαδίσει η χώρα, αφήνοντας πίσω την νεοφιλελεύθερη πολιτική που χάραξε πριν δεκαετίες η Μάργκαρετ Θάτσερ.
Παράλληλα, όλο και περισσότερο φαίνεται πως ο Μπέρναμ αποτελεί τη φωνή που μπορεί να διασώσει την Ευρώπη από το «φάντασμα» της ακροδεξιάς και της ξεπερασμένης συντηρητικής πολιτικής. Μάλιστα, το ότι η Βρετανία, μια τόσο ισχυρή οικονομία επιχειρεί να αλλάξει σελίδα με τον ηγέτη των Εργατικών, μπορεί να είναι και η ελπίδα που χρειάζονται και άλλες ευρωπαϊκές υπερδυνάμεις, όπως η Γερμανία, που βλέπουν τις οικονομίες του να συμπιέζονται από Αμερική και Ασία.

Το πρόγραμμα

Κεντρική θέση στο σχέδιό του κατέχει η δημιουργία μιας Εθνικής Υπηρεσίας Κοινωνικής Φροντίδας, στα πρότυπα του Εθνικού Συστήματος Υγείας, με δωρεάν πρόσβαση στις υπηρεσίες στο σημείο χρήσης. Για τη χρηματοδότησή της, ο Μπέρναμ προτείνει αλλαγές στον μηχανισμό αναπροσαρμογής των κρατικών συντάξεων από το 2030, μετά τις επόμενες εκλογές.

Ο λεγόμενος «τριπλός μηχανισμός» των συντάξεων, που ισχύει από το 2011, προβλέπει ότι οι συντάξεις αυξάνονται κάθε χρόνο με βάση το υψηλότερο μεταξύ πληθωρισμού, αύξησης μισθών και 2,5%. Ο Μπέρναμ δεσμεύτηκε ότι το σύστημα θα παραμείνει ως έχει μέχρι το τέλος της τρέχουσας κοινοβουλευτικής περιόδου, ενώ από το 2030 οι συντάξεις θα αυξάνονται τουλάχιστον όσο ο πληθωρισμός ή κατά 2,5%, διατηρώντας παράλληλα την αξία τους σε σχέση με τις μέσες αποδοχές.

Ο πρωθυπουργός απέκλεισε την αύξηση του κρατικού δανεισμού για τη χρηματοδότηση της μεταρρύθμισης, επιμένοντας ότι η κυβέρνησή του θα τηρήσει τους δημοσιονομικούς κανόνες και θα επιδιώξει τη μείωση του χρέους. Η επιλογή αυτή προκάλεσε αντιδράσεις και από διαφορετικές πτέρυγες του πολιτικού φάσματος. Ο πρώην σκιώδης υπουργός Οικονομικών των Εργατικών Τζον ΜακΝτόνελ αμφισβήτησε το δημοσιονομικό όφελος της αλλαγής, ενώ ο ηγέτης του Reform UK Νάιτζελ Φάρατζ κατηγόρησε τον Μπέρναμ ότι επιχειρεί να μειώσει τις συντάξεις.

Για την ύδρευση

Παράλληλα, ο Μπέρναμ έθεσε στο επίκεντρο την ενίσχυση του δημόσιου ελέγχου σε βασικές υπηρεσίες. Προανήγγειλε την κατάργηση της απαγόρευσης για τη δημόσια ιδιοκτησία εταιρειών ύδρευσης, η οποία θεσπίστηκε τη δεκαετία του 1980, και υποσχέθηκε περισσότερες εξουσίες στις περιφερειακές αρχές ώστε να ελέγχουν τις εταιρείες του κλάδου. Παράλληλα, προανήγγειλε αυστηρότερους κανόνες για τα μπόνους των διοικήσεων και αυστηρότερες κυρώσεις για επιχειρήσεις που αποτυγχάνουν επανειλημμένα να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.

Ο Βρετανός πρωθυπουργός απέρριψε την άποψη ότι μια τέτοια πολιτική είναι εχθρική προς τις επιχειρήσεις, υποστηρίζοντας ότι μια λειτουργική και οικονομικά προσιτή παροχή βασικών υπηρεσιών είναι απαραίτητη τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για την οικονομία συνολικά.

Επιστροφή στην ΕΕ;

Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε και στο Brexit. Ο Μπέρναμ δήλωσε ότι η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση έχει προκαλέσει περισσότερες ζημιές παρά οφέλη για τη Βρετανία και προανήγγειλε ότι στη σύνοδο Ηνωμένου Βασιλείου – ΕΕ αργότερα μέσα στο έτος θα παρουσιάσει διαφορετικές επιλογές για τη μακροπρόθεσμη σχέση της χώρας με τους Ευρωπαίους εταίρους της.
Μεταξύ των σεναρίων που έχουν τεθεί στη δημόσια συζήτηση περιλαμβάνονται στενότερη συνεργασία, τελωνειακή ένωση, συμμετοχή στην ενιαία αγορά, αλλά και η πλήρης επανένταξη στην ΕΕ, χωρίς ωστόσο να έχει ανακοινωθεί διαδικασία επιστροφής ή νέο δημοψήφισμα.

Ο Μπέρναμ θέλει επίσης να ανοίξει τον φάκελο της εκλογικής μεταρρύθμισης, ανακοινώνοντας τη δημιουργία εθνικής επιτροπής που θα εξετάσει αλλαγές στο υφιστάμενο εκλογικό σύστημα. Η πρωτοβουλία έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το βρετανικό πολιτικό σκηνικό χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερο κατακερματισμό και αμφισβήτηση του παραδοσιακού δικομματισμού.

Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση επιχειρεί να προετοιμάσει το έδαφος για δύσκολες δημοσιονομικές αποφάσεις. Ο υπουργός Οικονομικών Τζον Χίλι έχει ήδη προειδοποιήσει για την ανάγκη δημοσιονομικής πειθαρχίας, ενώ στο συνέδριο τέθηκαν και ζητήματα περιορισμού των δαπανών για κοινωνικά επιδόματα σε άτομα παραγωγικής ηλικίας.
Η ομιλία του Μπέρναμ είχε περιορισμένη επίδραση στην αγορά κρατικών ομολόγων. Η απόδοση του 10ετούς βρετανικού τίτλου διαμορφώθηκε στο 5,38%, τέσσερις μονάδες βάσης χαμηλότερα μέσα στην ημέρα, ενώ οι μεταβολές στις αποδόσεις επηρεάστηκαν περισσότερο από την άνοδο των αμερικανικών κρατικών ομολόγων. Τα spreads των βρετανικών swaps παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητα.

Ο Μπέρναμ επιχείρησε, πάντως, να συνδέσει τις επιμέρους παρεμβάσεις του με μια ευρύτερη αλλαγή κατεύθυνσης. Υποστήριξε ότι η χώρα πρέπει να αφήσει πίσω της μια δεκαετία πολιτικής αδράνειας και διχασμού, ενώ αναγνώρισε ότι οι δημοσιονομικοί περιορισμοί δεν επιτρέπουν άμεση υλοποίηση όλων των στόχων. Η κυβέρνηση, όπως είπε, θα κινηθεί σταδιακά, με στόχο να αλλάξει σε βάθος τον τρόπο λειτουργίας του βρετανικού κράτους και της οικονομίας.

Στο επίκεντρο η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης

Στο επίκεντρο της κυβερνητικής ατζέντας του Άντι Μπέρναμ βρίσκεται η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης, με τον πρωθυπουργό να παρουσιάζει στο συνέδριο των Εργατικών μια σειρά μέτρων που αφορούν τις άδειες κατοικίες, τα ακατάλληλα σπίτια και την πρόσβαση των ενοικιαστών στην ιδιοκατοίκηση.

Η στεγαστική πολιτική είχε βρεθεί από την πρώτη ημέρα της κυβέρνησης Μπέρναμ ψηλά στις προτεραιότητές της, με τον πρωθυπουργό να έχει δεσμευτεί ήδη από την είσοδό του στην Ντάουνινγκ Στριτ για την αντιμετώπιση του προβλήματος των αστέγων. Στην ομιλία του στο συνέδριο των Εργατικών στο Λίβερπουλ επανέλαβε ότι η κατοικία αποτελεί βασικό παράγοντα για την ποιότητα ζωής, παρουσιάζοντας τρεις βασικές παρεμβάσεις.

Η πρώτη αφορά τα ακίνητα που παραμένουν κλειστά για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Με βάση το σχέδιο, τα δημοτικά συμβούλια θα μπορούν να ζητούν εντολές διαχείρισης κενών κατοικιών όταν ένα ακίνητο παραμένει άδειο για έξι μήνες, αντί για δύο χρόνια που απαιτούνται σήμερα, ενώ παράλληλα θα περιοριστούν οι απαιτήσεις ως προς τα αποδεικτικά στοιχεία που πρέπει να προσκομίζουν.

Στόχος είναι οι κατοικίες αυτές να επιστρέφουν στην αγορά και, μεταξύ άλλων, να αξιοποιούνται για τη στέγαση ανθρώπων που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εξεύρεση κατοικίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η Generation Rent, στην Αγγλία υπάρχουν περίπου 303.000 κατοικίες που παραμένουν κενές για περισσότερο από έξι μήνες, χωρίς να υπολογίζονται εκείνες που βρίσκονται σε διαδικασία κληρονομικής διαδοχής.

Ωστόσο, η αξιοποίηση των κενών κατοικιών δεν θεωρείται από την οργάνωση πανάκεια για τη στεγαστική κρίση, καθώς πολλές από αυτές βρίσκονται σε περιοχές όπου οι ανάγκες για κοινωνική κατοικία και αντιμετώπιση της αστεγίας δεν είναι οι μεγαλύτερες. Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί το κεντρικό Λονδίνο, όπου το ποσοστό των μακροχρόνια κενών κατοικιών είναι υψηλότερο και υπάρχουν ενδείξεις ότι μέρος των ακινήτων αγοράζεται από επενδυτές και παραμένει αναξιοποίητο. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και εκεί, η επιστροφή των συγκεκριμένων κατοικιών στην αγορά θα αποτελούσε μόνο μέρος μιας ευρύτερης λύσης.

Το δεύτερο σκέλος του σχεδίου αφορά τα ακίνητα που δεν πληρούν βασικές προδιαγραφές ασφάλειας και ποιότητας. Ο Μπέρναμ δήλωσε ότι οι ιδιοκτήτες των χειρότερων κατοικιών θα προειδοποιούνται να προχωρούν στις απαραίτητες εργασίες και, εφόσον δεν συμμορφώνονται, οι δήμοι θα μπορούν ευκολότερα να αποκτούν τα ακίνητα, ακόμη και μέσω νέας νομοθεσίας εφόσον αυτό κριθεί απαραίτητο.

Η υφιστάμενη νομοθεσία έχει ήδη ενισχύσει τις εξουσίες των τοπικών αρχών απέναντι σε ιδιοκτήτες που νοικιάζουν μη ασφαλείς κατοικίες, ενώ προβλέπονται πρόστιμα, εντολές προσωρινής διαχείρισης και διαδικασίες αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Ωστόσο, σύμφωνα με τη Generation Rent, οι δυνατότητες αυτές δεν έχουν αξιοποιηθεί ευρέως.

Ένα από τα προβλήματα είναι ότι αρκετοί ιδιοκτήτες ενδέχεται να μην έχουν τη δυνατότητα να καταβάλουν τα πρόστιμα. Η National Residential Landlords Association έχει διαπιστώσει ότι οι δήμοι εισέπραξαν μόλις περίπου το ένα τέταρτο των προστίμων που επιβλήθηκαν την περίοδο 2023-2025. Παράλληλα, οι τοπικές αρχές συχνά δεν διαθέτουν τους απαραίτητους πόρους για να αγοράσουν και να ανακαινίσουν προβληματικά ακίνητα.

Μια πιθανή λύση που προτείνεται είναι η σύνδεση των δύο μηχανισμών: οι ανεξόφλητες οφειλές από πρόστιμα θα μπορούσαν να συσσωρεύονται ως χρέος προς τον δήμο και, σε περίπτωση αναγκαστικής αγοράς του ακινήτου, να συμψηφίζονται με το τίμημα. Στο μεταξύ, ο ενοικιαστής θα μπορούσε να παραμένει στην κατοικία ή να μεταφέρεται προσωρινά έως ότου ολοκληρωθούν οι απαραίτητες εργασίες. Για τη χρηματοδότηση των παρεμβάσεων ενδέχεται να απαιτηθεί επίσης δυνατότητα δανεισμού των δήμων με εγγύηση την αξία των ακινήτων.

Το τρίτο και πιο άμεσα συνδεδεμένο με την ιδιοκατοίκηση μέτρο είναι η επαναφορά μιας παραλλαγής του προγράμματος Help to Buy, αυτή τη φορά με την ονομασία «Your First Home». Το σχέδιο προβλέπει ελάχιστη προκαταβολή 2,5%, κρατικό δάνειο συμμετοχής ύψους 20% της αξίας του ακινήτου και τραπεζική χρηματοδότηση για το υπόλοιπο ποσό, με στόχο οι αγοραστές να εξασφαλίζουν καλύτερο επιτόκιο από εκείνο που θα ίσχυε για δάνειο ίσο με το 97,5% της αξίας της κατοικίας.

Το πρόγραμμα Help to Buy της προηγούμενης δεκαετίας είχε αποτελέσει αντικείμενο έντονης συζήτησης. Σύμφωνα με πρόσφατη αξιολόγηση που επικαλείται η Generation Rent, περίπου οι μισοί από τους δικαιούχους θα μπορούσαν να είχαν αγοράσει κατοικία και χωρίς τη συγκεκριμένη κρατική ενίσχυση, ενώ στις λιγότερο προσιτές αγορές, και ιδιαίτερα στο Λονδίνο, η αύξηση της ζήτησης είχε συνδεθεί με υψηλότερες τιμές κατοικιών.

Η νέα εκδοχή διαφοροποιείται, καθώς προβλέπονται ανώτατα όρια ως προς το εισόδημα των νοικοκυριών που θα μπορούν να συμμετέχουν, το ύψος της προκαταβολής και την αξία του ακινήτου. Με αυτόν τον τρόπο, η κυβέρνηση επιδιώκει να περιορίσει την κατεύθυνση των κρατικών πόρων προς υψηλότερα εισοδήματα και να μειώσει τον κίνδυνο η ενίσχυση της ζήτησης να μεταφραστεί σε νέες αυξήσεις στις τιμές.

Οι ακριβείς όροι του προγράμματος αναμένεται να αποσαφηνιστούν στον προϋπολογισμό της 28ης Οκτωβρίου, μαζί με το κόστος του μέτρου και τον τρόπο χρηματοδότησής του.

Την ίδια στιγμή, η αύξηση των επιτοκίων δημιουργεί έναν διαφορετικό κίνδυνο. Με μικρότερη προκαταβολή και ακριβότερο δανεισμό, αυξάνεται η πιθανότητα αρνητικής καθαρής θέσης, δηλαδή ο ιδιοκτήτης να βρεθεί να χρωστά περισσότερα στην τράπεζα από την αξία του ακινήτου. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η πώληση της κατοικίας μπορεί να καταστεί δύσκολη εάν μεταβληθούν οι οικονομικές συνθήκες του νοικοκυριού.

Παράλληλα, το πρόγραμμα ενδέχεται να έχει διαφορετική επίδραση ανά περιοχή. Για τους ενοικιαστές σε πολλές περιοχές της Βρετανίας, η μηνιαία δόση ενός στεγαστικού δανείου μπορεί να είναι χαμηλότερη από το ενοίκιο για αντίστοιχη κατοικία, όμως το υψηλό κόστος ενοικίασης δυσκολεύει την αποταμίευση της προκαταβολής. Αντίθετα, σε περιοχές όπως το Λονδίνο και μεγάλο μέρος της νότιας Αγγλίας, όπου οι τιμές των κατοικιών παραμένουν ιδιαίτερα υψηλές, η πρόσβαση στην ιδιοκατοίκηση εξακολουθεί να αποτελεί πολύ μεγαλύτερη πρόκληση.

Έτσι, παρά τις τρεις παρεμβάσεις που ανακοίνωσε ο Μπέρναμ, το ζήτημα των υψηλών ενοικίων παραμένει ένα από τα βασικά προβλήματα της βρετανικής στεγαστικής αγοράς. Η κυβέρνηση καλείται πλέον να καθορίσει τις λεπτομέρειες των μέτρων και κυρίως να δείξει πώς αυτά θα συνδυαστούν με την αύξηση της προσφοράς κατοικιών, την αντιμετώπιση των μη ασφαλών ακινήτων και τη διατήρηση της οικονομικής προσιτότητας για τους ενοικιαστές και τους υποψήφιους αγοραστές.

www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης