Συνολικά, η συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν δημιουργεί προσδοκίες για σταθεροποίηση μιας ιδιαίτερα ευαίσθητης περιοχής, χωρίς όμως να εξαλείφει τις βαθύτερες γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις που εξακολουθούν να διαμορφώνουν το μέλλον της Μέσης Ανατολής
Η συμφωνία μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν αναμένεται να έχει επιπτώσεις που ξεπερνούν κατά πολύ τις δύο χώρες, επηρεάζοντας το γεωπολιτικό και οικονομικό τοπίο σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή και πέραν αυτής.
Σύμφωνα με το Atlantic Council, το μνημόνιο κατανόησης που πρόκειται να υπογραφεί προβλέπει την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και την παγίωση της εκεχειρίας που επιτεύχθηκε πριν από περίπου 70 ημέρες.
Στα κράτη του Κόλπου, η συμφωνία γίνεται δεκτή με ανακούφιση, καθώς οι οικονομίες τους επλήγησαν από τον πόλεμο, τις επιθέσεις με πυραύλους και drones, τη διατάραξη των εξαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου και τη μείωση της οικονομικής εμπιστοσύνης.
Χώρες όπως το Κατάρ και το Ομάν είχαν αντιταχθεί εξαρχής στη σύγκρουση, ενώ η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα διατήρησαν πιο αμφίσημη στάση.
Παρά τις επιφυλάξεις τους απέναντι στο Ιράν, τα κράτη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου αναμένεται να ενισχύσουν τη διπλωματική τους επαφή με την Τεχεράνη, επιδιώκοντας να αποτρέψουν μια νέα κρίση στην περιοχή.
Στο Ισραήλ, η συμφωνία αντιμετωπίζεται με έντονο σκεπτικισμό. Σύμφωνα με την κυρίαρχη άποψη στη χώρα, η Ουάσιγκτον εγκατέλειψε τους αρχικούς στρατιωτικούς στόχους της χωρίς να αποσπάσει ουσιαστικές παραχωρήσεις από το Ιράν. Η κυβέρνηση Νετανιάχου εκφράζει ανησυχίες ότι η συμφωνία δεν αντιμετωπίζει επαρκώς το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, το βαλλιστικό της οπλοστάσιο ούτε τη στήριξή της σε ένοπλες οργανώσεις-συμμάχους στην περιοχή. Παράλληλα, οι σχέσεις μεταξύ Ισραήλ και Ηνωμένων Πολιτειών φαίνεται να δοκιμάζονται, καθώς ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται αποφασισμένος να προχωρήσει σε συνεννόηση με το Ιράν παρά τις ισραηλινές αντιρρήσεις.
Στον Λίβανο επικρατεί αβεβαιότητα. Αν και οι διαρροές για το περιεχόμενο της συμφωνίας υποδηλώνουν ότι οι εχθροπραξίες θα τερματιστούν, παραμένει ασαφές αν προβλέπεται αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων από τις περιοχές που ελέγχουν στον νότιο Λίβανο. Η Χεζμπολάχ εμφανίζεται ενισχυμένη πολιτικά από τη σύγκρουση και ακόμη πιο στενά συνδεδεμένη με το Ιράν, ενώ συνεχίζει να αντιτίθεται σε οποιαδήποτε προσπάθεια αφοπλισμού της από την κυβέρνηση της Βηρυτού.
Για το Ιράκ, η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ αποτελεί οικονομική ανάσα. Η χώρα εξαρτάται σε ποσοστό άνω του 90% των δημοσίων εσόδων της από τις εξαγωγές πετρελαίου και κινδύνευε ακόμη και να αδυνατεί να καταβάλει μισθούς στο δημόσιο. Παράλληλα, η συμφωνία δεν φαίνεται να περιορίζει την επιρροή του Ιράν στο εσωτερικό της χώρας, όπου οι φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές διατηρούν σημαντική πολιτική και στρατιωτική ισχύ.
Η Συρία εκτιμάται ότι θα αποκομίσει οικονομικά οφέλη από την εξομάλυνση της κατάστασης. Η χώρα θα μπορούσε να εξελιχθεί σε εναλλακτικό διάδρομο μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου προς τη Μεσόγειο, μειώνοντας την εξάρτηση από τα Στενά του Ορμούζ. Ήδη το Ιράκ έχει αρχίσει να μεταφέρει πετρέλαιο μέσω συριακού εδάφους, ενώ εξετάζονται σχέδια για την αποκατάσταση και επέκταση αγωγών στην περιοχή.
Το Πακιστάν συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους κερδισμένους της συμφωνίας. Ως χώρα που διαδραμάτισε σημαντικό διαμεσολαβητικό ρόλο, ενίσχυσε τη διεθνή της εικόνα και την επιρροή της στη Μέση Ανατολή. Επιπλέον, απομακρύνεται ο κίνδυνος αποσταθεροποίησης στα σύνορά του με το Ιράν και περιορίζονται οι απειλές για τις ενεργειακές του προμήθειες και τις πακιστανικές κοινότητες που ζουν στις χώρες του Κόλπου.
Η Ρωσία αντιμετωπίζει μικτά αποτελέσματα. Από τη μία πλευρά, η αποκλιμάκωση της κρίσης οδηγεί σε πτώση των τιμών του πετρελαίου, περιορίζοντας τα έσοδα της Μόσχας. Από την άλλη, η σταθεροποίηση της περιοχής μειώνει τις εντάσεις μεταξύ της Ρωσίας και αραβικών κρατών που είχαν διαφωνήσει με τη ρωσική στήριξη προς το Ιράν κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.
Η Κίνα εμφανίζεται ως ένας από τους σημαντικότερους ωφελημένους. Το Πεκίνο ενδιαφέρεται πρωτίστως για τη σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας και των ενεργειακών αγορών. Η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ αναμένεται να διατηρήσει χαμηλότερο το κόστος εισαγωγής ενέργειας, ενώ η κινεζική ηγεσία θεωρεί ότι η κρίση ανέδειξε τα όρια της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος. Κατά την κινεζική οπτική, οι Ηνωμένες Πολιτείες δαπάνησαν σημαντικούς πόρους για να καταλήξουν ουσιαστικά σε μια επιστροφή στο προηγούμενο καθεστώς ισορροπίας, γεγονός που ενισχύει τη διεθνή θέση της Κίνας χωρίς η ίδια να έχει αναλάβει ανάλογο κόστος.
Συνολικά, η συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν δημιουργεί προσδοκίες για σταθεροποίηση μιας ιδιαίτερα ευαίσθητης περιοχής, χωρίς όμως να εξαλείφει τις βαθύτερες γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις που εξακολουθούν να διαμορφώνουν το μέλλον της Μέσης Ανατολής.






