Λιγότεροι από τους μισούς Αμερικανούς θεωρούν πλέον ότι η στήριξη προς το Ισραήλ εξυπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα των ΗΠΑ, ενώ για πρώτη φορά οι Παλαιστίνιοι αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερη συμπάθεια από τους Ισραηλινούς
Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου φαίνεται να έχει πετύχει αυτό που οι προκάτοχοί του μπορούσαν μόνο να ονειρεύονται: αμερικανικά και ισραηλινά μαχητικά αεροσκάφη να επιχειρούν από κοινού πάνω από την Τεχεράνη και Ισραηλινοί αξιωματικοί να συμμετέχουν στον επιχειρησιακό σχεδιασμό από το αρχηγείο της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ στη Φλόριντα, όπως διαβάζουμε στο Foreign Policy.
Από την εποχή του Μπεν Γκουριόν, οι ηγέτες του Ισραήλ αναζητούσαν τη στήριξη της ισχυρότερης υπερδύναμης του κόσμου, ελπίζοντας ότι αυτή θα εξασφάλιζε τη διαχρονική επιβίωση του κράτους τους. Κανείς τους δεν θα μπορούσε να φανταστεί το επίπεδο συνεργασίας που παρατηρείται σήμερα.
Από την εποχή του Μπεν Γκουριόν, οι ηγέτες του Ισραήλ αναζητούσαν τη στήριξη της ισχυρότερης υπερδύναμης του κόσμου, ελπίζοντας ότι αυτή θα εξασφάλιζε τη διαχρονική επιβίωση του κράτους τους. Κανείς τους δεν θα μπορούσε να φανταστεί το επίπεδο συνεργασίας που παρατηρείται σήμερα.
Ωστόσο, οι εντυπώσεις μπορεί να είναι παραπλανητικές. Από μία οπτική, οι σχέσεις ΗΠΑ και Ισραήλ βρίσκονται στο απόγειό τους. Από μια άλλη, έχουν ήδη εισέλθει σε φάση μη αναστρέψιμης παρακμής. Τα πολιτικά, ιδεολογικά και κοινωνικά θεμέλια πάνω στα οποία στηρίχθηκε η λεγόμενη «ειδική σχέση» των δύο χωρών τα τελευταία πενήντα χρόνια αρχίζουν να καταρρέουν.
Το δίκτυο οργανώσεων που προωθεί τα ισραηλινά συμφέροντα στις Ηνωμένες Πολιτείες —μεταξύ των οποίων η AIPAC, η Anti-Defamation League και η Christians United for Israel— αποτελούσε επί δεκαετίες μια πανίσχυρη δύναμη στο Κογκρέσο. Στο σημερινό περιβάλλον ακραίας πολιτικής πόλωσης, όμως, η επιρροή του αρχίζει να φθίνει, δεχόμενο πιέσεις αρχικά από την προοδευτική πτέρυγα των Δημοκρατικών και πλέον από το νεο-απομονωτικό ρεύμα του κινήματος MAGA.
Η αμερικανική κοινή γνώμη έχει επίσης μεταβληθεί σημαντικά. Λιγότεροι από τους μισούς Αμερικανούς θεωρούν πλέον ότι η στήριξη προς το Ισραήλ εξυπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα των ΗΠΑ, ενώ για πρώτη φορά οι Παλαιστίνιοι αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερη συμπάθεια από τους Ισραηλινούς. Παράλληλα, η αντίληψη ότι οι δύο κοινωνίες μοιράζονται κοινές πολιτισμικές και θρησκευτικές αξίες έχει αποδυναμωθεί. Καθώς οι ΗΠΑ γίνονται λιγότερο χριστιανικές και περισσότερο πολυπολιτισμικές, η ισραηλινή κοινωνία κινείται προς πιο παραδοσιακές και εσωστρεφείς κατευθύνσεις.
Την ίδια στιγμή, ο αντισημιτισμός έχει αρχίσει να μετακινείται από τα πολιτικά άκρα προς το κέντρο της δημόσιας συζήτησης, τόσο στη δεξιά όσο και στην αριστερά. Για ορισμένα τμήματα της νεότερης γενιάς, η αντιπαράθεση με το Ισραήλ και τις εβραϊκές οργανώσεις θεωρείται πλέον στοιχείο αντισυστημικής ταυτότητας.
Οι τάσεις αυτές είχαν ήδη διαμορφωθεί πριν από την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023. Ωστόσο, η καταστροφή της Γάζας, ο αποκλεισμός και η ανθρωπιστική κρίση που ακολούθησε, καθώς και η κλιμακούμενη βία των εποίκων στη Δυτική Όχθη, επιτάχυναν δραματικά τις εξελίξεις. Οι εικόνες που μεταδίδονταν επί δύο χρόνια μέσω των κοινωνικών δικτύων ενίσχυσαν ένα κύμα αντιδράσεων κατά του Ισραήλ, το οποίο πλέον αποτελεί μόνιμο χαρακτηριστικό της αμερικανικής πολιτικής σκηνής.
Αν ο κοινός πόλεμος ΗΠΑ και Ισραήλ εναντίον του Ιράν αποτελεί το υψηλότερο σημείο της ειδικής αυτής σχέσης, τότε το επόμενο στάδιο ενδέχεται να είναι η σταδιακή της αποδυνάμωση.
Η σχέση αυτή δεν ήταν πάντοτε τόσο στενή. Αν και ο Χάρι Τρούμαν αναγνώρισε το κράτος του Ισραήλ, ο διάδοχός του Ντουάιτ Αϊζενχάουερ διατήρησε αποστάσεις, φοβούμενος ότι μια υπερβολικά στενή σχέση θα επηρέαζε αρνητικά τη στρατηγική ισορροπία του Ψυχρού Πολέμου. Ο Τζον Κένεντι ήταν ο πρώτος που προμήθευσε το Ισραήλ με αμερικανικά όπλα, ενώ ο Ρίτσαρντ Νίξον και ο Χένρι Κίσινγκερ έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη στρατιωτική του στήριξη κατά τον πόλεμο του 1973.
Παρ’ όλα αυτά, οι Αμερικανοί πρόεδροι εκείνης της περιόδου δεν δίσταζαν να αντιταχθούν στις ισραηλινές κυβερνήσεις όταν το έκριναν απαραίτητο. Οι Τζίμι Κάρτερ, Ρόναλντ Ρίγκαν και Τζορτζ Μπους ο πρεσβύτερος γνώριζαν πώς να λένε «όχι» στο Ισραήλ, ακόμη και με απειλές για πολιτικό ή οικονομικό κόστος.
Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου έφερε τις δύο χώρες πιο κοντά. Το Ισραήλ άρχισε να θεωρείται βασικός πυλώνας της αμερικανικής τάξης πραγμάτων στη Μέση Ανατολή, ενώ μετά την 11η Σεπτεμβρίου τα συμφέροντα των δύο πλευρών εμφανίζονταν ολοένα και πιο ταυτισμένα. Η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ παρουσίαζαν τους αντιπάλους τους —από την Αλ Κάιντα έως τις παλαιστινιακές οργανώσεις— ως εκφράσεις της ίδιας απειλής.
Η στρατηγική αυτή σύγκλιση συνοδεύτηκε και από την αίσθηση ύπαρξης κοινών αξιών. Το Ισραήλ προβαλλόταν ως η μοναδική δημοκρατία της περιοχής, ενώ για πολλούς Αμερικανούς αποτελούσε προπύργιο της Δύσης απέναντι στον ισλαμικό εξτρεμισμό.
Η κατάσταση άρχισε να αλλάζει δραστικά το 2015, όταν η κυβέρνηση Ομπάμα προώθησε τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Οι φιλοϊσραηλινές οργανώσεις επιχείρησαν να μπλοκάρουν τη συμφωνία, δαπανώντας δεκάδες εκατομμύρια δολάρια σε εκστρατείες πίεσης. Η ομιλία του Νετανιάχου στο αμερικανικό Κογκρέσο, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τον Λευκό Οίκο, θεωρήθηκε σημείο καμπής.
Η προσπάθεια απέτυχε, αλλά ταυτόχρονα διέλυσε την εικόνα της διακομματικής στήριξης προς το Ισραήλ. Από εκείνο το σημείο και μετά, πολλές φιλοϊσραηλινές οργανώσεις άρχισαν να ταυτίζονται ολοένα και περισσότερο με το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.
Την ίδια περίοδο, ο Νετανιάχου μετακινήθηκε προς πιο ακραίες πολιτικές θέσεις, εγκαταλείποντας ουσιαστικά τη ρητορική περί λύσης δύο κρατών και συνεργαζόμενος με εθνικιστικές και θρησκευτικές δυνάμεις της ισραηλινής δεξιάς. Η εξέλιξη αυτή αποξένωσε μεγάλο μέρος των Αμερικανών φιλελεύθερων ψηφοφόρων και συνέβαλε στη δημιουργία μιας νέας γενιάς προοδευτικών που αντιμετωπίζει το Ισραήλ με έντονη κριτική διάθεση.
Παράλληλα, μετά τα κινήματα κοινωνικής δικαιοσύνης που ακολούθησαν τις υποθέσεις Μάικλ Μπράουν και Τζορτζ Φλόιντ, η αμερικανική αριστερά άρχισε να προσεγγίζει το Παλαιστινιακό μέσα από το πρίσμα των φυλετικών και κοινωνικών ανισοτήτων. Ήδη από το 2016, το κίνημα Black Lives Matter χαρακτήριζε τις ισραηλινές πολιτικές απέναντι στους Παλαιστινίους ως μορφή γενοκτονίας.
Τα τελευταία χρόνια, όμως, και τμήμα της δεξιάς του MAGA έχει αρχίσει να αμφισβητεί τη στενή σχέση με το Ισραήλ. Οι εκπρόσωποι αυτού του ρεύματος υποστηρίζουν ότι τα αμερικανικά συμφέροντα δεν ταυτίζονται πλέον με τα ισραηλινά και ζητούν μείωση της στρατιωτικής βοήθειας προς τους συμμάχους των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένου του Ισραήλ.
Έτσι, ενώ η παλαιά διακομματική συναίνεση υπέρ του Ισραήλ φαίνεται να καταρρέει, διαμορφώνεται σταδιακά μια νέα, πιο κριτική στάση τόσο στην αριστερά όσο και στη δεξιά. Για τους Δημοκρατικούς, οι προκριματικές εκλογές του 2028 ενδέχεται να εξελιχθούν σε δημοψήφισμα για την πολιτική απέναντι στο Ισραήλ. Για τους Ρεπουμπλικανούς, πολλά θα εξαρτηθούν από τις συνέπειες του πολέμου με το Ιράν και το κατά πόσο η αμερικανική κοινή γνώμη θα θεωρήσει ότι η εμπλοκή αυτή εξυπηρέτησε ή έβλαψε τα εθνικά συμφέροντα.
www.worldenergynews.gr






