Για ολιγωρία της ελληνικής κυβέρνησης σε ότι αφορά τη λήψη μέτρων για τη μείωση του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας μιλάει ο πρόεδρος της Ένωσης Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας Αντώνης Κοντολέων (ΕΒΙΚΕΝ) ο οποίος είχε συνομιλίες τόσο με τον υφυπουργό Ενέργειας Νίκο Τσάφο όσο και με τη γενική γραμματέα Ενέργειας Δέσποινα Παληαρούτα.
Με βάση τις επαφές αυτές αλλά και όσα ήδη έχουν γίνει γνωστά ο κ. Κοντολέων εκτιμά πως το περίφημο ιταλικό μοντέλο δεν θα εφαρμοστεί στην ελληνική αγορά, καθώς σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά στην πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΝ από την Κομισιόν, η κοινοποίηση ενός σχήματος στήριξης της ελληνικής βιομηχανίας αντίστοιχο με αυτό της Ιταλίας θα απορριφθεί, ενώ στην περίπτωση εφαρμογής του χωρίς έγκριση η Επιτροπή είναι αποφασισμένη να στείλει το θέμα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο βεβαίως είναι απορριπτέο και από τη βιομηχανία καθώς εάν υπάρξει καταδίκη της χώρας οι επιχειρήσεις που θα λάβουν την όπo ενίσχυση θα κληθούν να την επιστρέψουν και μάλιστα με τόκο.
Έτσι όπως σημειώνει ο κ. Κοντολέων οι Ιταλοί βιομήχανοι μετά την έναρξη εφαρμογής του μηχανισμού ενίσχυσης του ενεργειακού κόστους από την αρχή του έτους, πληρώνουν 62 ευρώ/MWh, όταν μια αντίστοιχη ελληνική επιχείρηση πληρώνει 100 ευρώ/MWh και επιπλέον περίπου 20 ευρώ/MWh που είναι το κόστος της Αγοράς Εξισορρόπησης. Σημειώνεται ότι ο μηχανισμός της Ιταλίας δεν έχει λάβει κανονική έγκριση παρά μόνο comfort letter και η Κομισιόν δηλώνει αποφασισμένη να απορρίψει οποιονδήποτε αντίστοιχο μηχανισμό.
Όσο δε για την αντιπρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δηλαδή την αξιοποίηση του CISAF (Πλαίσιο Κρατικών Ενισχύσεων για μια Συμφωνία Καθαρής Βιομηχανίας), όπως σημειώνει ο κ. Κοντολέων το πρόβλημα είναι πως τα όποια μέτρα συμψηφίζονται με την αντιστάθμιση γεγονός που σημαίνει μείωση ενός ήδη εγκεκριμένου και εφαρμοζόμενου μέτρου που στηρίζει τις ενεργοβόρες επιχειρήσει.
Aρνητική η βιομηχανία στο CISAF
Έτσι για το CISAF, που είναι ο νέος βασικός κανονισμός που ενέκρινε η ΕΕ τον Ιούνιο του 2025, για την παροχή από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις οικονομικής στήριξης ενίσχυσης της παραγωγής καθαρής τεχνολογίας και την επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης, η στάση τόσο της ελληνικής βιομηχανίας όσο και των βιομηχανιών άλλων χωρών όπως η Γερμανία είναι απολύτως αρνητική.
Το νέο Πλαίσιο, που ήλθε σε αντικατάσταση του TCTF βελτιστοποιεί τους κανόνες για τις επιδοτήσεις, τις φορολογικές ελαφρύνσεις και άλλες ενισχύσεις για την υποστήριξη της απαλλαγής της βιομηχανίας από τον άνθρακα, τις ΑΠΕ, τη δέσμευση άνθρακα, των κρίσιμων πρώτων υλών και της στρατηγικής παραγωγής καθαρής τεχνολογίας (μπαταρίες, ημιαγωγοί κλπ).
Ωστόσο, ορισμένα από τα όρια που θέτει το CISAF φαίνεται ότι θα μπορούσαν να λειτουργήσουν αντιστρόφως ανάλογα για τη μείωση του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας ειδικά αν συγκριθούν με την αντιστάθμιση, την οικονομική ενίσχυση για το κόστος ρύπων που λαμβάνουν οι βιομηχανίες, οι οποίες εκτίθενται στον διεθνή ανταγωνισμό και υπάρχει κίνδυνος μετεγκατάστασης τους σε τρίτες χώρες με χαμηλότερο περιβαλλοντικό κόστος
Τέλος σε ότι αφορά την ολιγωρία της ελληνικής κυβέρνησης σύμφωνα με τον κ. Κοντολέοντα πέραν της υπόθεσης του ιταλικού μοντέλου, θεωρεί ότι αποδεικνύεται και από το γεγονός πως αποδέχθηκε χωρίς μάχη τη σταδιακή μείωση του αποτυπώματος CO2 της χώρας.
Συγκεκριμένα το αποτύπωμα της χώρας από 0,73 τόνους CO2 το 2026, μειώνεται σε 0,67 τόνους CO2 το 2027, σε 0,64 τόνους CO2 το 2028, 0,61 τόνους CO2 το 2029 και 0,58 τόνους CO2 το 2030. Η μείωση αυτή δεν είναι χωρίς συνέπειες αφού από το αποτύπωμα εκπομπής CO2 προκύπτει και το ύψος της επιδότησης στο πλαίσιο της αντιστάθμισης.
Πηνελόπη Μητρούλια
www.worldenergynews.gr






