Η καμπύλη των συμβολαίων παραμένει σε έντονο backwardation, υποδηλώνοντας ισχυρή ζήτηση βραχυπρόθεσμα, ενώ η στενότητα στις φυσικές αγορές εντείνεται καθώς οι περιορισμοί στη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ αναγκάζουν παραγωγούς του Κόλπου να μειώσουν την παραγωγή τους έως και κατά 25% με 80%
Οι τιμές του πετρελαίου καταγράφουν και νέα άνοδο σήμερα (23/4), μετά τη σύλληψη δύο εμπορικών πλοίων από τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης στα Στενά του Ορμούζ, με το Brent Ιουνίου να ενισχύεται κατά 0,23% στα 102,14 δολάρια το βαρέλι και το WTI κατά 0,23% στα 93,07 δολάρια.
Σύμφωνα με ιρανικά κρατικά μέσα, τα πλοία παραβίασαν ναυτιλιακούς κανονισμούς και λειτουργούσαν χωρίς άδειες, ενώ οι αμερικανικές πιέσεις συνεχίζονται καθώς ο πρόεδρος των Ηνωμένες Πολιτείες, Tραμπ, ανακοίνωσε την επ’ αόριστον παράταση της εκεχειρίας με το Ιράν, διατηρώντας παράλληλα τον ναυτικό αποκλεισμό ιρανικών λιμένων.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι αναλυτές της Standard Chartered εκτιμούν ότι τα 95 δολάρια ανά βαρέλι για το Brent αποτελούν ένα εύθραυστο σημείο ισορροπίας μεταξύ των προσδοκιών αποκλιμάκωσης και της αυξανόμενης στενότητας στην πραγματική προσφορά πετρελαίου.
Παρά τις έντονες διακυμάνσεις, οι τιμές Brent για παραδόσεις Ιουνίου έχουν κινηθεί πάνω από τα 95 δολάρια στις οκτώ από τις τελευταίες εννέα συνεδριάσεις, επιβεβαιώνοντας τη σημασία αυτού του επιπέδου ως σημείου αναφοράς για την αγορά.
Η καμπύλη των συμβολαίων παραμένει σε έντονο backwardation, υποδηλώνοντας ισχυρή ζήτηση βραχυπρόθεσμα, ενώ η στενότητα στις φυσικές αγορές εντείνεται καθώς οι περιορισμοί στη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ αναγκάζουν παραγωγούς του Κόλπου να μειώσουν την παραγωγή τους έως και κατά 25% με 80%.
Η OPEC+ προχωρά παράλληλα στην υιοθέτηση νέου δείκτη Μέγιστης Βιώσιμης Παραγωγικής Ικανότητας, ο οποίος θα καθορίζει τα επίπεδα παραγωγής από το 2027, ενισχύοντας τη διαφάνεια και επιβραβεύοντας τις επενδύσεις σε παραγωγική δυναμικότητα.
Η Standard Chartered εκτιμά ότι ακόμη και μετά την αποκλιμάκωση της σύγκρουσης, οι τιμές του πετρελαίου θα παραμείνουν κατά 10 έως 20 δολάρια υψηλότερες σε σχέση με τα προ της κρίσης επίπεδα, λόγω της αυξημένης ζήτησης για στρατηγικά αποθέματα, της ενίσχυσης του ενεργειακού εθνικισμού και των συνεχιζόμενων διαταραχών στην εφοδιαστική αλυσίδα.






