AD
Ενέργεια & Αγορές

Ασία: Επενδύσεις 15 τρισ. δολαρίων αναδιαμορφώνουν τον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη έως το 2040

Ασία: Επενδύσεις 15 τρισ. δολαρίων αναδιαμορφώνουν τον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη έως το 2040
Παρά την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών, ο άνθρακας αναμένεται να διατηρήσει ισχυρή θέση στο ενεργειακό μείγμα της Ασίας για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από ό,τι προβλεπόταν προηγουμένως

Η Ασία εξελίσσεται στο βασικό πεδίο διαμόρφωσης της παγκόσμιας ενεργειακής μετάβασης, με τις επιλογές των κυβερνήσεων της περιοχής να καθορίζουν την πορεία του άνθρακα, του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας τις επόμενες δεκαετίες. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η επέκταση των ΑΠΕ θα οδηγήσει σε πραγματική μείωση της κατανάλωσης ορυκτών καυσίμων ή αν θα καλύψει απλώς ένα μέρος της διαρκώς αυξανόμενης ενεργειακής ζήτησης.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της McKinsey, η Ασία θα χρειαστεί επενδύσεις περίπου 1 τρισ. δολαρίων ετησίως για τα επόμενα 15 χρόνια, προκειμένου να ενισχύσει την ενεργειακή της ασφάλεια, να επιταχύνει τη μετάβαση σε καθαρότερες μορφές ενέργειας και να καλύψει τις αυξανόμενες ανάγκες της οικονομίας της.

Η περιοχή αναμένεται να συγκεντρώσει περίπου το 70% της καθαρής αύξησης της παγκόσμιας ενεργειακής ζήτησης έως το 2040. Οι νεότερες προβλέψεις ανεβάζουν τη ζήτηση στην Ασία στα 370 εκατ. τερατζάουλ, μέγεθος αυξημένο κατά 15% σε σχέση με τις εκτιμήσεις της προηγούμενης χρονιάς. Η αναθεώρηση συνδέεται με την εξάπλωση των κέντρων δεδομένων, τη βιομηχανική ανάπτυξη και την αυξημένη ανάγκη για ψύξη.

Ο άνθρακας παραμένει κυρίαρχος στην ενεργειακή εξίσωση

Παρά την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών, ο άνθρακας αναμένεται να διατηρήσει ισχυρή θέση στο ενεργειακό μείγμα της Ασίας για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από ό,τι προβλεπόταν προηγουμένως.

Στην Κίνα, η ταχεία αύξηση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ εκτιμάται ότι θα συμβάλει στη σταδιακή υποχώρηση της χρήσης άνθρακα. Ωστόσο, οι αυξανόμενες ανάγκες ηλεκτροπαραγωγής και βιομηχανικής παραγωγής στην Ινδία και τη Νοτιοανατολική Ασία αναμένεται να διατηρήσουν σχετικά σταθερή τη συνολική περιφερειακή ζήτηση.

Ο άνθρακας εξακολουθεί να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην επάρκεια του ηλεκτρικού συστήματος και στην αξιοπιστία των δικτύων, ιδίως στη Νοτιοανατολική Ασία, όπου η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας αυξάνεται με ιδιαίτερα γρήγορους ρυθμούς.

Με βάση τα στοιχεία που παραθέτει η McKinsey, ο άνθρακας αντιστοιχεί περίπου στο 47% του πρωτογενούς ενεργειακού μείγματος της Ασίας, έναντι 25% για το πετρέλαιο και 12% για το φυσικό αέριο. Η θέση του είναι ακόμη ισχυρότερη στην ηλεκτροπαραγωγή, όπου καλύπτει πάνω από το 50% του μείγματος, ενώ στη Νότια Ασία το ποσοστό φτάνει το 67%, με την Ινδία να αποτελεί τον βασικό παράγοντα.

Την ίδια στιγμή, οι τιμές του θερμικού άνθρακα στην Ασία παραμένουν αυξημένες. Στους παράγοντες που ασκούν πιέσεις στην προσφορά περιλαμβάνονται η μειωμένη παραγωγή στην Κίνα και οι περιορισμοί ή διαταραχές στην τροφοδοσία από την Ινδονησία. Παράλληλα, η υποκατάσταση του φυσικού αερίου από άνθρακα στην Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα ενισχύει τη ζήτηση.

Φυσικό αέριο: Πρόσκαιρη επιβράδυνση και μακροπρόθεσμη ανάκαμψη

Διαφορετική αναμένεται να είναι η πορεία του φυσικού αερίου. Η ζήτησή του στην Ασία εκτιμάται ότι θα αυξηθεί με βραδύτερο ρυθμό μέσα στα επόμενα πέντε έως δέκα χρόνια, καθώς αρκετές χώρες στρέφονται προς τον φθηνότερο εγχώριο άνθρακα και επεκτείνουν την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ.

Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, ωστόσο, η κατανάλωση φυσικού αερίου ενδέχεται να ανακάμψει, κυρίως λόγω της βιομηχανίας. Η μετάβαση σε λιγότερο ανθρακούχα καύσιμα για τις ανάγκες της μεταποίησης και της βιομηχανικής επεξεργασίας εκτιμάται ότι θα δημιουργήσει νέες πηγές ζήτησης.

Επενδύσεις 300 δισ. δολαρίων ετησίως σε φωτοβολταϊκά και αιολικά

Η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών αποτελεί έναν από τους βασικούς άξονες των ενεργειακών επενδύσεων στην περιοχή. Η McKinsey εκτιμά ότι θα απαιτηθούν περίπου 300 δισ. δολάρια ετησίως για την ανάπτυξη υποδομών αιολικής και ηλιακής ενέργειας, με το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων να κατευθύνεται στην Ινδία και τη Νοτιοανατολική Ασία.

Τα μεγάλης κλίμακας φωτοβολταϊκά πάρκα αποτελούν ήδη την οικονομικότερη επιλογή παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στις περισσότερες ασιατικές αγορές, χάρη στη σημαντική μείωση του κόστους εξοπλισμού και εγκατάστασης.

Σε ορισμένες χώρες, όπως η Ινδία, η διαθεσιμότητα φθηνού εγχώριου άνθρακα εξακολουθεί να καθυστερεί την οικονομική υπεροχή των ΑΠΕ. Σε ευρύτερο επίπεδο, όμως, το κόστος της ανανεώσιμης ηλεκτροπαραγωγής στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού έχει υποχωρήσει περίπου 13% κάτω από το αντίστοιχο κόστος του συμβατικού άνθρακα. Οι σχετικές προβλέψεις δείχνουν ότι η διαφορά θα μπορούσε να διευρυνθεί στο ένα τρίτο έως το 2030.

Ενδεικτική της αλλαγής είναι η άνοδος της ηλιακής ενέργειας, η οποία ξεπέρασε το φυσικό αέριο και έγινε η τρίτη μεγαλύτερη πηγή ηλεκτροπαραγωγής στην Ασία κατά το δωδεκάμηνο έως τον Απρίλιο του 2026. Παράλληλα, στο πρώτο εξάμηνο του 2026, η Κίνα παρήγαγε για πρώτη φορά λιγότερο από το 50% της ηλεκτρικής της ενέργειας από άνθρακα.

Αντίστοιχα, η χερσαία αιολική ενέργεια έχει φτάσει σε επίπεδα ανταγωνιστικού κόστους ή έχει γίνει φθηνότερη από τις συμβατικές εναλλακτικές σε σημαντικές αγορές της περιοχής. Καθοριστικό ρόλο έχουν διαδραματίσει η παραγωγή σε μεγάλη κλίμακα και η ενίσχυση των τοπικών εφοδιαστικών αλυσίδων, με την Κίνα να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτής της εξέλιξης.

Η αποθήκευση ενέργειας αλλάζει τα δεδομένα

Η μείωση του κόστους των συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας με μπαταρίες ενισχύει περαιτέρω τις προοπτικές των ΑΠΕ. Σύμφωνα με τα στοιχεία του δημοσιεύματος, οι τιμές των συγκεκριμένων συστημάτων έχουν μειωθεί κατά 93% μέσα σε 15 χρόνια.

Η εξέλιξη καθιστά ολοένα πιο ανταγωνιστικούς τους συνδυασμούς φωτοβολταϊκών και αιολικών πάρκων με αποθήκευση, δημιουργώντας εναλλακτικές λύσεις απέναντι στις μονάδες φυσικού αερίου που χρησιμοποιούνται για την κάλυψη των αιχμών ζήτησης.

Η δυνατότητα αποθήκευσης της παραγόμενης ενέργειας μπορεί να περιορίσει την εξάρτηση από συμβατικές μονάδες και να βελτιώσει την αξιοποίηση της παραγωγής από ΑΠΕ, ιδιαίτερα σε συστήματα με αυξανόμενη διείσδυση μεταβλητών πηγών ενέργειας.

Τα βιοκαύσιμα στο επίκεντρο της ενεργειακής ασφάλειας

Πέρα από την ηλεκτροπαραγωγή, τα βιοκαύσιμα αναμένεται να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη μείωση της εξάρτησης της Ασίας από τις εισαγωγές πετρελαίου. Η McKinsey εκτιμά ότι θα μπορούσαν να υποκαταστήσουν εισαγωγές καυσίμων αξίας 90 έως 100 δισ. δολαρίων έως το 2040.

Η προοπτική αυτή συνδέεται με την ενίσχυση των υποχρεωτικών αναμείξεων βιοκαυσίμων σε συμβατικά καύσιμα, καθώς οι κυβερνήσεις επιδιώκουν να περιορίσουν την έκθεσή τους στις διεθνείς αγορές πετρελαίου. Οι εκτιμήσεις για την παγκόσμια παραγωγή βιοκαυσίμων προβλέπουν αύξηση σχεδόν 70% έως το 2030, σε σύγκριση με το 2025, καθώς σημαντικές παραγωγικές χώρες αυξάνουν τις σχετικές υποχρεώσεις ανάμειξης, σε ένα περιβάλλον ενεργειακής αβεβαιότητας λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.

Η Ινδία, η οποία έχει ήδη καθιερώσει τη βενζίνη με περιεκτικότητα 20% σε αιθανόλη (E20), επιτάχυνε τον Μάιο του 2026 την προετοιμασία τεχνικών προδιαγραφών για υψηλότερα ποσοστά, όπως το E30. Οι κυβερνητικές οδηγίες καλούν τους προμηθευτές καυσίμων να προετοιμάσουν τις υποδομές διάθεσης, ώστε να καταστεί δυνατή η ευρύτερη χρήση διαφορετικών μειγμάτων. Ωστόσο, η μετάβαση απαιτεί προσοχή, καθώς παλαιότερα οχήματα που έχουν σχεδιαστεί για βενζίνη E10 ή συμβατική βενζίνη ενδέχεται να αντιμετωπίσουν προβλήματα συμβατότητας και αυξημένης κατανάλωσης με υψηλότερα ποσοστά αιθανόλης.

Πιο επιθετική είναι η στρατηγική της Ινδονησίας, της μεγαλύτερης παραγωγού φοινικέλαιου παγκοσμίως. Η χώρα προωθεί το βιοντίζελ B50, ένα μείγμα που περιέχει 50% βιοντίζελ από φοινικέλαιο, με στόχο να περιορίσει τις εισαγωγές ντίζελ.

Το πρόγραμμα εκτιμάται ότι θα απαιτεί ετησίως 16,7 έως 18 εκατ. κιλάλιτρα βιοντίζελ, με αντίστοιχη κατανάλωση περίπου 15,2 έως 16,3 εκατ. μετρικών τόνων ακατέργαστου φοινικέλαιου. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της κυβέρνησης, η εφαρμογή του B50 θα μπορούσε να μειώσει τον λογαριασμό εισαγωγών καυσίμων της χώρας κατά περίπου 9,4 δισ. δολάρια το 2026 και να περιορίσει τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα κατά περίπου 44 εκατ. τόνους ετησίως, δηλαδή κατά περίπου 42% σε σύγκριση με το συμβατικό ντίζελ πετρελαίου.

Η ενεργειακή μετάβαση στην Ασία, επομένως, δεν εξελίσσεται ως απλή αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων από τις ΑΠΕ. Η αύξηση της ζήτησης, η διατήρηση του άνθρακα, η ενίσχυση των ανανεώσιμων πηγών, η αποθήκευση και η επέκταση των βιοκαυσίμων συνθέτουν ένα σύνθετο ενεργειακό τοπίο, στο οποίο οι επενδυτικές αποφάσεις των επόμενων 15 ετών θα επηρεάσουν τόσο την παγκόσμια αγορά ενέργειας όσο και την πορεία των εκπομπών.

www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης