Μπορεί να ρίχνει πολύ νερό αυτές τις μέρες στην Ελλάδα, αλλά στο Ρήνο, μόλις ανέβηκε η στάθμη, επιτρέποντας στις φορτηγίδες να μεταφέρουν μεγαλύτερες ποσότητες καυσίμων προς την ευρωπαϊκή ενδοχώρα, έπειτα από πολλές εβδομάδες με εξαιρετικά χαμηλά νερά. Ωστόσο, η βελτίωση αναμένεται να κρατήσει λίγο, ενώ οι δυσκολίες στον εφοδιασμό έχουν ήδη αναγκάσει την Ελβετία να αποδεσμεύσει στρατηγικά αποθέματα ντίζελ και αεροπορικών καυσίμων.
Σύμφωνα με τη γερμανική υπηρεσία υδάτων WSV, η στάθμη στο Κάουμπ, ένα από τα πιο ρηχά και κρίσιμα περάσματα του Ρήνου, έφτασε τα 56 εκατοστά το απόγευμα της 26ης Οκτωβρίου. Ήταν η πρώτη φορά από τις 4 Σεπτεμβρίου που ξεπέρασε τα 50 εκατοστά.
Η κατάσταση είχε επιδεινωθεί ιδιαίτερα από τα τέλη Σεπτεμβρίου. Από τις 24 Σεπτεμβρίου μέχρι τις 10 Οκτωβρίου, η ένδειξη στο Κάουμπ βρισκόταν τις περισσότερες ημέρες κάτω από τα 10 εκατοστά. Από τις 11 μέχρι τις 22 Οκτωβρίου παρέμεινε κάτω από τα 20 εκατοστά, σύμφωνα με τις ενδείξεις του σταθμού μέτρησης.
Η WSV προέβλεπε άνοδο πάνω από τα 70 εκατοστά έως το τέλος της 26ης Οκτωβρίου και παραμονή κοντά σε αυτά τα επίπεδα για τις επόμενες τρεις ημέρες. Η πρόβλεψη είναι βελτιωμένη, αλλά οι παράγοντες της αγοράς τη θεωρούν πρόσκαιρη. Το διάστημα με περισσότερα νερά ενδέχεται να μην επαρκεί για να αποκατασταθούν οι μεταφορές, ιδιαίτερα στο πέρασμα Maxau.
Τα προβλήματα είχαν ήδη αναγκάσει τα διυλιστήρια να περιορίσουν τις μεταφορές με φορτηγίδες και να χρησιμοποιούν περισσότερο φορτηγά, τρένα, αγωγούς και άλλες θαλάσσιες διαδρομές για να παραδίδουν τα καύσιμά τους. Οι εναλλακτικές αυτές λύσεις είναι ακριβότερες και δεν έχουν καταφέρει να αποκαταστήσουν πλήρως τον εφοδιασμό.
Γιατί πλήττεται περισσότερο η Ελβετία
Η Ελβετία συνδέεται άμεσα με τον Ρήνο. Φορτηγίδες μεταφέρουν καύσιμα από τα λιμάνια Άμστερνταμ–Ρότερνταμ–Αμβέρσα, μέσω του ποταμού, μέχρι τη Βασιλεία. Η χαμηλή στάθμη σε κρίσιμα σημεία, επηρεάζει έντονα τον εφοδιασμό της χώρας. Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, τα διαθέσιμα αποθέματα πετρελαιοειδών στην Ελβετία έχουν μειωθεί σημαντικά και οι εταιρείες προσπαθούν να διατηρήσουν τον εφοδιασμό των πρατηρίων.
Στις 23 Οκτωβρίου η ελβετική κυβέρνηση ενέκρινε την αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων ντίζελ, καθώς στις δυσκολίες μεταφοράς μέσω του Ρήνου προστέθηκαν καθυστερήσεις στις παραδόσεις μέσω αγωγών, εξαιτίας των έντονων βροχοπτώσεων στη νότια Γαλλία. Νωρίτερα μέσα στον Οκτώβριο είχε εγκρίνει και την αποδέσμευση αποθεμάτων αεροπορικών καυσίμων.
Η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Εθνικού Οικονομικού Εφοδιασμού της Ελβετίας προειδοποίησε ότι η παρατεταμένη χαμηλή στάθμη του Ρήνου έχει προκαλέσει σοβαρά προβλήματα εδώ και μήνες. Με τις μεταφορές μέσω του ποταμού ήδη περιορισμένες, ακόμη και ένα πρόσθετο πρόβλημα στους αγωγούς ή στα άλλα μέσα μεταφοράς μπορεί να επιφέρει γρήγορα ελλείψεις.
Στη Γερμανία οι πιέσεις είναι μικρότερες, καθώς διαθέτει περισσότερα διυλιστήρια και εναλλακτικές οδούς εφοδιασμού. Ωστόσο, αντιμετωπίζει πρόσθετες δυσκολίες στις σιδηροδρομικές μεταφορές, καθώς μια σημαντική εμπορευματική γραμμή στη δεξιά όχθη του Μέσου Ρήνου παραμένει κλειστή λόγω έργων ανακαίνισης, με προγραμματισμένη επαναλειτουργία στις 12 Δεκεμβρίου.
Ακριβές οι μεταφορές, υψηλές και οι τιμές του ντίζελ
Σύμφωνα με τη Spotbarge, το κόστος μεταφοράς καυσίμων με φορτηγίδες από την περιοχή Άμστερνταμ–Ρότερνταμ–Αμβέρσα μέχρι τη Βασιλεία παραμένει στα 255 ευρώ ανά τόνο από τις 8 Οκτωβρίου.
Ο Sammir Lesage, αναλυτής της S&P Global Energy CERA, επισημαίνει ότι η μέση στάθμη στο Κάουμπ τον Οκτώβριο ήταν περίπου 14 εκατοστά. Τα διυλιστήρια εξακολούθησαν να παραλαμβάνουν σχετικά ομαλά αργό πετρέλαιο, αλλά δυσκολεύονται να μεταφέρουν τα έτοιμα καύσιμα προς τις αγορές. Ο ίδιος εκτιμά ότι μεγάλο μέρος από τα αυξημένα μεταφορικά έξοδα θα περάσει τελικά στους καταναλωτές.
Σύμφωνα με την Platts, της S&P Global Energy, η τιμή του ντίζελ εξαιρετικά χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο στη βορειοδυτική Ευρώπη έφτασε στις 23 Οκτωβρίου τα 1.524,75 δολάρια ανά τόνο, έναντι μέσης τιμής 1.503,63 δολαρίων τον Σεπτέμβριο και 1.290,63 δολαρίων τον Αύγουστο.
Στη Μεσόγειο, η αντίστοιχη τιμή διαμορφώθηκε στα 1.518,50 δολάρια ανά τόνο, από 1.512,43 δολάρια κατά μέσο όρο τον Σεπτέμβριο και 1.322,56 δολάρια τον Αύγουστο.
www.worldenergynews.gr






