Ενέργεια & Αγορές

Anas Alhajji: Τrump, ΗΠΑ, Ιράν και πετρέλαιο - Μαθήματα από την ιστορία

Anas Alhajji: Τrump, ΗΠΑ, Ιράν και πετρέλαιο - Μαθήματα από την ιστορία
Η πετρελαϊκή ιστορία του Ιράν ξεκινάει το 1908 - Όλος ο 20ος αιώνας ήταν μια περίοδος εντάσεων για την Ισλαμική Δημοκρατία με επίκεντρο τον μαύρο χρυσό - Κομβικό για το μέλλον του το 2026
Με την αντιπαράθεση Ιράν και ΗΠΑ να φτάνει κάθε μέρα σε νέα ύψη, το σενάριο μιας ωμής αμερικανικής παρέμβασης είναι πιο ρεαλιστικό από ποτέ. Με αφορμή τις μαζικές και αιματοβαμμένες διαδηλώσεις των τελευταίων ημερών, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει βρει την δικαιολογία που χρειάζεται για να παρέμβει στα εσωτερικά της Τεχεράνης, αλλάζοντας το πολιτικό καθεστώς της Ισλαμικής Δημοκρατίας και συνακόλουθα την οικονομική πολιτική της χώρας, αποκτώντας πρόσβαση στα πολύτιμα κοιτάσματα πετρελαίου της.

Ο πρόεδρος Τραμπ θέλει να εμποδίσει το Ιράν να αποκομίζει οποιαδήποτε έσοδα από το πετρέλαιο και αυτό είναι εμφανές από την πρώτη ακόμα θητεία του στον Λευκό Οίκο.

Στο πλαίσιο αυτό, ο δημοσιογράφος και ειδικός επί των ενεργειακών θεμάτων, Anas Alhajji, παρουσιάζει στην προσωπική του ιστοσελίδα μια πολύ ενδιαφέρουσα ανάλυση πάνω στην πετρελαϊκή και γενικότερη ιστορία του σύγχρονου Ιράν και στην σχέση του με τις ΗΠΑ.

Ιστορικά, σύμφωνα με τον αναλυτή, οι οικονομικές κυρώσεις δεν λειτούργησαν ποτέ. Επιβλήθηκαν κυρίως για τον «συμβολισμό» τους και απέτυχαν επειδή πυροδοτούσαν εθνικιστικές εξάρσεις στις χώρες-στόχους των Αμερικανών. 

Η κατάσταση άλλαξε όμως από τη δεκαετία του 1990 και μετά. Η παγκοσμιοποίηση δημιούργησε ένα διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα με ηγετική δύναμη τις Ηνωμένες Πολιτείες, το οποίο έδωσε στην Ουάσιγκτον μια επιπλέον ισχύ που δεν διέθετε προηγουμένως: τον έλεγχο χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, ακόμη και ξένων κεντρικών τραπεζών. Η παγκοσμιοποίηση επέτρεψε επίσης σε περισσότερες ξένες εταιρείες να αντλούν χρηματοδότηση από τις ΗΠΑ και να εισάγονται στα αμερικανικά χρηματιστήρια. Μέσω του ελέγχου της χρηματοδότησης, οι κυρώσεις μετατράπηκαν σε ένα πολύ ισχυρό εργαλείο εξωτερικής πολιτικής.

Δεύτερον, όταν γίνεται λόγος για τον αποκλεισμό των ιρανικών πετρελαϊκών εξαγωγών από τον πρόεδρο Τραμπ και για αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη, προκύπτουν δύο βασικά ερωτήματα. Έχουν ποτέ μπλοκαριστεί πλήρως οι ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου από άλλη χώρα;
Έχουν καταφέρει στο παρελθόν οι Ηνωμένες Πολιτείες να αλλάξουν το καθεστώς στην Τεχεράνη; Η απάντηση και στα δύο ερωτήματα είναι «ναι».

«Ακούγεται περίεργο, αλλά στη συνέχεια θα παρουσιαστούν τα σημαντικότερα γεγονότα της ιστορίας του ιρανικού πετρελαίου που απαντούν στα παραπάνω ερωτήματα. Μέσα από αυτή την ιστορική αναδρομή μπορεί κανείς να κατανοήσει τι απαιτείται για να μπλοκαριστούν οι ιρανικές πετρελαϊκές εξαγωγές και να αλλάξει το καθεστώς στην Τεχεράνη. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί επίσης να αξιολογηθεί η ικανότητα του προέδρου Τραμπ να πετύχει τους στόχους του και να εκτιμηθούν οι επιπτώσεις στις παγκόσμιες αγορές πετρελαίου. Δεν πρόκειται για εξαντλητική καταγραφή, αλλά για μια συνοπτική επισκόπηση», γράφει ο Anais.

Μια περιήγηση στην ιστορία

Η πρώτη ανακάλυψη πετρελαίου στο Ιράν έγινε το 1908, αν και η ιστορία ξεκινά νωρίτερα. Το 1901 άρχισε η εξερεύνηση πετρελαίου στην Περσία, όταν ο Γουίλιαμ Νοξ Ντ’Άρσι έλαβε παραχώρηση 60 ετών με αντάλλαγμα 20.000 λίρες σε μετρητά, άλλες 20.000 λίρες σε μετοχές και το 16% των καθαρών κερδών ως δικαιώματα. Η παραχώρηση κάλυπτε όλη την Περσία, εκτός από πέντε επαρχίες στα σύνορα με τη Ρωσία, μια εξαίρεση που αργότερα θα αποδειχθεί καθοριστική.

Ύστερα από επτά χρόνια αποτυχιών, το 1908, ο Ντ’Άρσι εγκατέλειψε την προσπάθεια και πούλησε το μεγαλύτερο μέρος των μετοχών του στη βρετανική Burma Oil Company. Την ίδια χρονιά, στις 26 Μαΐου, σημειώθηκε η πρώτη εμπορική ανακάλυψη πετρελαίου στο Μαστζέντ Σολεϊμάν, κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή, λίγο πριν ληφθεί απόφαση για το κλείσιμο της εταιρείας.

Το 1909 ιδρύθηκε η Anglo-Persian Oil Company ως δημόσια εταιρεία για τη διαχείριση της παραχώρησης, η μετέπειτα BP, με το Ιράν να συνεχίζει να λαμβάνει το 16% των καθαρών κερδών, όπως προέβλεπε η αρχική συμφωνία. Το 1912 ελήφθη η απόφαση να μεταβεί το Βασιλικό Ναυτικό της Βρετανίας από τον άνθρακα στο πετρέλαιο, μια απόφαση που ήρθε σχετικά αργά και αρχικά για την προστασία της βιομηχανίας άνθρακα. Πρώτος Λόρδος του Ναυαρχείου που έλαβε την απόφαση αυτή ήταν ο Ουίνστον Τσόρτσιλ.

Τον Μάιο του 1914, η βρετανική κυβέρνηση αγόρασε το 51% της εταιρείας, αποκτώντας τον έλεγχο της APOC, μια κίνηση που θα διαδραμάτιζε καθοριστικό ρόλο στις μετέπειτα εξελίξεις, καθώς ο έλεγχος του πετρελαίου θεωρήθηκε ζωτικής σημασίας για την εθνική ασφάλεια. Η σχέση ανάμεσα στην εταιρεία και τον Τσόρτσιλ θα αποδειχθεί κρίσιμη τις επόμενες δεκαετίες.

Το 1923 η APOC προσέλαβε τον Τσόρτσιλ ως σύμβουλο για να ασκήσει πιέσεις στη βρετανική κυβέρνηση με στόχο την εξασφάλιση παραχώρησης σε ολόκληρη την Περσία, συμπεριλαμβανομένων των πέντε επαρχιών που αρχικά είχαν εξαιρεθεί λόγω της γειτνίασης με τη Ρωσία.

Η εταιρεία πέτυχε τον στόχο της, ενώ αργότερα θα αποκαλυφθεί η ιδιαίτερη σημασία αυτών των περιοχών.

Το 1933 η παραχώρηση της APOC επαναδιαπραγματεύθηκε και υπεγράφη εκ νέου για 60 χρόνια, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις από πολιτικούς και θρησκευτικούς ηγέτες, κυρίως επειδή στερούσε από το Ιράν κάθε ουσιαστικό έλεγχο στην παραγωγή και τις εξαγωγές πετρελαίου. Το 1935 η εταιρεία μετονομάστηκε σε Anglo-Iranian Oil Company, μετά την απόφαση του Ρεζά Σάχη να αλλάξει το όνομα της χώρας από Περσία σε Ιράν, γεγονός που εξηγεί γιατί αναφορές σε Ιράν πριν από το 1935 είναι ιστορικά λανθασμένες.

Το 1941, εν μέσω του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Βρετανία και η Σοβιετική Ένωση εισέβαλαν και κατέλαβαν το Ιράν. Ο Ρεζά Σάχης συνελήφθη από τους Βρετανούς και εξορίστηκε, ενώ στον θρόνο τοποθετήθηκε ο 22χρονος γιος του, Μοχάμεντ. Οι πέντε επαρχίες στα σύνορα με τη Ρωσία, που είχαν αρχικά εξαιρεθεί από την παραχώρηση και αργότερα εντάχθηκαν, βρίσκονταν πλέον υπό σοβιετική κατοχή.

Το 1950 το Ιράν έβραζε από αντιδράσεις κατά της βρετανικής παρουσίας και οι συζητήσεις περί εθνικοποίησης του πετρελαίου γενικεύονταν. Αξίζει να σημειωθεί ότι για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες το διυλιστήριο του Αμπαντάν ήταν το μεγαλύτερο στον κόσμο και η Anglo-Iranian Oil Company αποτελούσε το μεγαλύτερο βρετανικό περιουσιακό στοιχείο στο εξωτερικό.

Το 1951 ο Μοχάμεντ Μοσαντέγκ ανέλαβε πρωθυπουργός, αφού το κόμμα του εξασφάλισε την πλειοψηφία στο κοινοβούλιο. Στις 19 Μαρτίου του ίδιου έτους το πετρέλαιο εθνικοποιήθηκε, λίγες ημέρες πριν από το ιρανικό νέο έτος και τις εορτές του Νοβρούζ, ενώ στις 30 Απριλίου ιδρύθηκε η Εθνική Ιρανική Εταιρεία Πετρελαίου για να αντικαταστήσει την AIOC.

Ο Μοσαντέγκ επιδίωξε διαπραγματεύσεις, αλλά οι Βρετανοί αρνήθηκαν. Ειρωνικά, στόχος του ήταν μια συμφωνία παρόμοια με εκείνη που είχαν πετύχει οι Βενεζουελάνοι το 1948 με αμερικανική πετρελαϊκή εταιρεία στη λίμνη Μαρακαΐμπο. Εκείνη την περίοδο, η Βενεζουέλα έχανε μερίδιο αγοράς και στρατηγική σημασία υπέρ της Μέσης Ανατολής, ενώ το μοντέλο κατανομής κερδών 50%-50% συνέβαλε στη στροφή των εταιρειών προς την περιοχή. Οι Βενεζουελάνοι πίστευαν ότι η διάδοση αυτού του μοντέλου θα μετρίαζε τον ανταγωνισμό. Ο Μοσαντέγκ άκουσε αυτή τη λογική και πλήρωσε βαρύ τίμημα.

Το μπλοκάρισμα του ιρανικού πετρελαίου και η αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη έχουν ήδη συμβεί στην ιστορία

Το φθινόπωρο του 1951 οι Βρετανοί εργαζόμενοι απομακρύνθηκαν από το Ιράν, κυρίως από το Αμπαντάν, καθώς η κρίση κλιμακωνόταν. Το 1952 το Βασιλικό Ναυτικό της Βρετανίας επέβαλε ναυτικό αποκλεισμό και προχωρούσε σε παρεμβολή και κατάσχεση πλοίων που μετέφεραν ιρανικό πετρέλαιο, με αποτέλεσμα οι εξαγωγές να σταματήσουν πλήρως. Έτσι, για πρώτη φορά στην ιστορία, οι ιρανικές εξαγωγές αργού πετρελαίου μπλοκαρίστηκαν ολοκληρωτικά από άλλη χώρα.

Την περίοδο 1951-1953 ο Μοσαντέγκ πίστευε ότι μπορούσε να αντικαταστήσει τους Βρετανούς μηχανικούς και εργαζομένους, όμως τόσο οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες όσο και οι Ηνωμένες Πολιτείες αρνήθηκαν να βοηθήσουν. Μόνο οι Ιταλοί δέχθηκαν να εισαγάγουν ιρανικό πετρέλαιο, αλλά όταν το έκαναν, το δεξαμενόπλοιό τους κατασχέθηκε από τους Βρετανούς στο πλαίσιο του αποκλεισμού. Το γεγονός αυτό τρόμαξε την υπόλοιπη διεθνή κοινότητα και οι αποστολές πετρελαίου σταμάτησαν οριστικά.

Στις 19 Αυγούστου 1953, ένα στρατιωτικό πραξικόπημα που οργανώθηκε από τη CIA των Ηνωμένων Πολιτειών ανέτρεψε την κυβέρνηση του Μοσαντέγκ. Η επιχείρηση, γνωστή ως «Operation Ajax», επανέφερε στην εξουσία τον Σάχη Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί, ο οποίος είχε εγκαταλείψει τη θέση του μετά την εθνικοποίηση του πετρελαίου. Έτσι, οι Ηνωμένες Πολιτείες πέτυχαν αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη, λίγους μόλις μήνες μετά την εκλογή του Ντουάιτ Αϊζενχάουερ στην προεδρία των ΗΠΑ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι επικεφαλής της Επιχείρησης Ajax ήταν ο εγγονός του πρώην προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Θεόδωρου Ρούσβελτ. Ήταν πράκτορας της CIA και το όνομά του ήταν Κέρμιτ Ρούσβελτ Τζούνιορ.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες προέβαλαν διάφορες δικαιολογίες για το πραξικόπημα, όμως η πιο ενδιαφέρουσα συνδεόταν με τις πέντε επαρχίες στα σύνορα με τη Ρωσία, τότε Σοβιετική Ένωση. Η Ουάσιγκτον θεωρούσε το Ιράν γενικά, και αυτές τις περιοχές ειδικότερα, στρατηγικής σημασίας και φοβόταν ότι οι Ιρανοί κομμουνιστές θα μπορούσαν να καταλάβουν την εξουσία, εντάσσοντας τη χώρα στο σοβιετικό μπλοκ.

Το 1954 η Anglo-Iranian Oil Company μετονομάστηκε σε British Petroleum, τη γνωστή πλέον BP. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, αφού οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν διαχειριστεί το πραξικόπημα, απαίτησαν από τους Βρετανούς να πληρώσουν το τίμημα. Δημιουργήθηκε μια νέα εταιρεία για τη διαχείριση των ιρανικών πετρελαϊκών περιουσιακών στοιχείων, η Iranian Oil Participants Ltd. Στους ιδρυτικούς μετόχους περιλαμβάνονταν η BP με 40%, η Royal Dutch Shell με 14%, η γαλλική Compagnie Française des Pétroles με 6%, η Gulf Oil με 8% και οι τέσσερις αμερικανικοί εταίροι της Aramco με συνολικό ποσοστό 32%.

Οι εταίροι της Aramco ήταν η Standard Oil of California, η Standard Oil of New Jersey, η Standard Oil of New York και η Texaco. Η συμφωνία προέβλεπε ότι το Ιράν θα λάμβανε το 50% των καθαρών κερδών, αλλά δεν του έδινε κανέναν έλεγχο στην πετρελαϊκή πολιτική ούτε συμμετοχή στο διοικητικό συμβούλιο. Επιπλέον, το συμβόλαιο όριζε ότι οι Ιρανοί ελεγκτές δεν είχαν δικαίωμα πρόσβασης στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας. 

Με αυτούς τους όρους, η Ιρανική Επανάσταση του 1979 δεν θα έπρεπε να αποτελεί έκπληξη. Μέχρι τότε, οι περισσότερες πετρελαιοπαραγωγές χώρες είχαν ήδη εθνικοποιήσει πλήρως τους φυσικούς τους πόρους και είχαν αποκτήσει πλήρη έλεγχο της παραγωγής και των εξαγωγών τους. Το μόνο ερώτημα που παραμένει ανεξήγητο είναι πώς το Ιράν λειτουργούσε εντός του OPEC επί 19 χρόνια χωρίς ουσιαστικό έλεγχο, δεδομένου ότι ο οργανισμός ιδρύθηκε το 1960.

Το 1967 ο Μοσαντέγκ πέθανε στις 5 Μαρτίου, ενώ βρισκόταν σε κατ’ οίκον περιορισμό. Το 1979 ξέσπασε η Ιρανική Επανάσταση και ο Σάχης ανατράπηκε. Αρχικά του αρνήθηκαν την είσοδο στις Ηνωμένες Πολιτείες, όμως αργότερα έγινε δεκτός για σύντομο χρονικό διάστημα λόγω επείγοντος ιατρικού προβλήματος σε νοσοκομείο του Σαν Αντόνιο στο Τέξας, παρά τους φόβους για επίθεση στην αμερικανική πρεσβεία στην Τεχεράνη. 

Η είδηση της εισαγωγής του οδήγησε Ιρανούς φοιτητές στην κατάληψη της πρεσβείας. Υπάρχουν πολλές θεωρίες συνωμοσίας σχετικά με τον ρόλο δυτικών χωρών στην επανάσταση του 1979, ιδίως της Γαλλίας, γεγονός που τροφοδοτεί την άποψη περί ακόμη μιας αλλαγής καθεστώτος με ξένη ανάμειξη.

Το ίδιο έτος, το νέο ιρανικό καθεστώς υπό τον Αγιατολάχ Χομεϊνί εθνικοποίησε όλα τα περιουσιακά στοιχεία της IOP και ακύρωσε τη συμφωνία του 1954. Από τότε, ο πλήρης έλεγχος πέρασε στην Εθνική Ιρανική Εταιρεία Πετρελαίου. Το 1980 ο Σάχης πέθανε στην Αίγυπτο την 1η Ιουλίου, ενώ στις 22 Σεπτεμβρίου ξέσπασε ο πόλεμος Ιράν-Ιράκ. Ο πόλεμος αυτός τερματίστηκε στις 20 Αυγούστου 1988, αφήνοντας πίσω του βαθιά τραύματα στην περιοχή και στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά.

Τα μαθήματα 

Το μπλοκάρισμα των εξαγωγών πετρελαίου μιας χώρας απαιτεί ένα ισχυρό ναυτικό που να ελέγχει πλήρως όλες τις αποστολές και να είναι έτοιμος να δράσει απέναντι σε παραβάτες. Διαφορετικά, υπάρχουν ισχυρά κίνητρα για διάφορους παράγοντες να εκμεταλλευτούν το χαμηλού κόστους ιρανικό πετρέλαιο.

Η ασφυκτική πίεση σε ένα καθεστώς προϋποθέτει συνεργασία με άλλες χώρες. Αν ο Μοσαντέγκ είχε καταφέρει να προμηθευτεί μηχανικούς, εξοπλισμό και ανταλλακτικά από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η Μέση Ανατολή σήμερα θα ήταν πολύ διαφορετική.

Η αλλαγή καθεστώτος απαιτεί ανθρώπους στο πεδίο με ισχυρή υποστήριξη από τους τοπικούς στρατιωτικούς ηγέτες που είναι πρόθυμοι να συμμετάσχουν. Η μεγαλύτερη απειλή για κάθε ξένη επένδυση είναι ο εθνικισμός, ενώ η εθνικοποίηση αποτυγχάνει όταν δεν υπάρχουν οι κατάλληλοι ανθρώπινοι πόροι για να αντικαταστήσουν τους ξένους.

Συμπερασματικά, εκτός από έναν στρατιωτικό αποκλεισμό, είναι αδύνατο να σταματήσει πλήρως η εξαγωγή πετρελαίου από το Ιράν. Θα παρατηρηθεί μείωση των εξαγωγών, αλλά δεν θα φτάσουν στο μηδέν. Η επίδραση των κυρώσεων στην παραγωγή πετρελαίου θα είναι πιθανότατα χαμηλότερη από ό,τι πολλοί φαντάζονται. Με βάση την ιστορία, ας θυμόμαστε ότι ο πρόεδρος Τραμπ δεν είναι ούτε Τσόρτσιλ ούτε Αϊζενχάουερ.

www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης