Οι αυξημένες αυτές τιμές πλήττουν ιδιαίτερα κλάδους όπως ο χάλυβας, το αλουμίνιο, τα χημικά, το γυαλί και το χαρτί. Η άνοδος του κόστους ηλεκτρισμού συμπιέζει τα περιθώρια κέρδους, μειώνει τα ποσοστά λειτουργίας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, οδηγεί στο κλείσιμο παραγωγικών μονάδων
Το πρόβλημα των υψηλών ενεργειακών τιμών για τη βιομηχανία στην Ευρώπη δεν αποτελεί πλέον μια παροδική συνέπεια της ενεργειακής κρίσης του 2022.
Σύμφωνα με το Euractiv, παρά τη σταθεροποίηση των χονδρικών αγορών, το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας για τη βιομηχανία παραμένει διαρθρωτικά υψηλότερο από εκείνο των παγκόσμιων ανταγωνιστών, επηρεάζοντας τις επενδυτικές αποφάσεις και ασκώντας έντονες πιέσεις σε ενεργοβόρους κλάδους.
Σύμφωνα με το Euractiv, παρά τη σταθεροποίηση των χονδρικών αγορών, το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας για τη βιομηχανία παραμένει διαρθρωτικά υψηλότερο από εκείνο των παγκόσμιων ανταγωνιστών, επηρεάζοντας τις επενδυτικές αποφάσεις και ασκώντας έντονες πιέσεις σε ενεργοβόρους κλάδους.
Σύμφωνα με το think tank Bruegel, το 2023 οι τιμές βιομηχανικής ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ ήταν κατά περίπου 158% υψηλότερες σε σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, με το χάσμα να έχει μειωθεί μόνο οριακά έκτοτε, γεγονός που υπογραμμίζει τη μόνιμη επίδραση του ενεργειακού σοκ που προκάλεσε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και από μακροοικονομικά μοντέλα. Ανάλυση που ανατέθηκε από τη BusinessEurope και εκπονήθηκε από την Compass Lexecon καταλήγει ότι το ενεργειακό κόστος και οι δαπάνες που συνδέονται με την κλιματική πολιτική θα συνεχίσουν να διαμορφώνουν την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και μετά το τέλος της τρέχουσας δεκαετίας, ακόμη και σε σενάρια όπου η ενεργειακή μετάβαση εξελίσσεται σύμφωνα με τον σχεδιασμό, εφόσον δεν αλλάξει το υφιστάμενο πλαίσιο πολιτικής.
Παρόμοια διάγνωση προκύπτει και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στην τελευταία της έκθεση για τις τιμές και το κόστος ενέργειας στην Ευρώπη επισημαίνεται ότι, παρά τη σημαντική υποχώρηση των χονδρικών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου από τα υψηλά του 2022, οι λιανικές τιμές για τη βιομηχανία παραμένουν πολύ πάνω από τα προ κρίσης επίπεδα, περίπου δύο έως τέσσερις φορές υψηλότερες από εκείνες βασικών εμπορικών εταίρων.
Οι αυξημένες αυτές τιμές πλήττουν ιδιαίτερα κλάδους όπως ο χάλυβας, το αλουμίνιο, τα χημικά, το γυαλί και το χαρτί. Η άνοδος του κόστους ηλεκτρισμού συμπιέζει τα περιθώρια κέρδους, μειώνει τα ποσοστά λειτουργίας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, οδηγεί στο κλείσιμο παραγωγικών μονάδων. Ο κίνδυνος δεν περιορίζεται σε βραχυπρόθεσμες απώλειες παραγωγής, αλλά απειλεί ολόκληρα βιομηχανικά οικοσυστήματα που στηρίζονται σε εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό, αλυσίδες εφοδιασμού και τεχνογνωσία.
Οι πιέσεις αυτές συμπίπτουν με τις αυξανόμενες προσπάθειες της ΕΕ να μειώσει στρατηγικές εξαρτήσεις σε τομείς όπως οι κρίσιμες πρώτες ύλες, οι καθαρές τεχνολογίες και η άμυνα, όπου το ενεργειακό κόστος επηρεάζει άμεσα τη βιωσιμότητα της εγχώριας βιομηχανικής βάσης.
Το ζήτημα έχει αποκτήσει έντονη πολιτική διάσταση στις Βρυξέλλες, όπου οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής αντιμετωπίζουν πλέον το υψηλό ενεργειακό κόστος ως πρόβλημα ανταγωνιστικότητας και όχι ως προσωρινή ανισορροπία της αγοράς.
Την ίδια στιγμή, τα συγκριτικά στοιχεία δείχνουν αυξανόμενες αποκλίσεις και εντός της ίδιας της ΕΕ.
Οι αιτίες πίσω από τις διαφορές στις τιμές
Οι τιμές βιομηχανικής ηλεκτρικής ενέργειας διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των κρατών-μελών, αντανακλώντας διαφορές στο ενεργειακό μείγμα, στα κόστη δικτύου, στη φορολογία και στα εθνικά σχήματα στήριξης, ενισχύοντας τους φόβους για άνισους όρους ανταγωνισμού στην Ενιαία Αγορά.
Την ίδια στιγμή, τα συγκριτικά στοιχεία δείχνουν αυξανόμενες αποκλίσεις και εντός της ίδιας της ΕΕ.
Οι αιτίες πίσω από τις διαφορές στις τιμές
Οι τιμές βιομηχανικής ηλεκτρικής ενέργειας διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των κρατών-μελών, αντανακλώντας διαφορές στο ενεργειακό μείγμα, στα κόστη δικτύου, στη φορολογία και στα εθνικά σχήματα στήριξης, ενισχύοντας τους φόβους για άνισους όρους ανταγωνισμού στην Ενιαία Αγορά.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι πρόσφατες πρωτοβουλίες για τη στήριξη της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας αφήνουν σημαντικό περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στα κράτη-μέλη ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης των πιέσεων στις τιμές ενέργειας.
Παρότι εργαλεία όπως το Clean Industrial Deal, οι επικαιροποιημένοι κανόνες κρατικών ενισχύσεων και το Affordable Energy Action Plan έχουν διευρύνει το διαθέσιμο οπλοστάσιο πολιτικής, δεν έχουν οδηγήσει σε μια ενιαία ευρωπαϊκή προσέγγιση για τις τιμές βιομηχανικού ηλεκτρισμού, με αποτέλεσμα ολοένα και πιο αποκλίνουσες εθνικές στρατηγικές.
Παρότι εργαλεία όπως το Clean Industrial Deal, οι επικαιροποιημένοι κανόνες κρατικών ενισχύσεων και το Affordable Energy Action Plan έχουν διευρύνει το διαθέσιμο οπλοστάσιο πολιτικής, δεν έχουν οδηγήσει σε μια ενιαία ευρωπαϊκή προσέγγιση για τις τιμές βιομηχανικού ηλεκτρισμού, με αποτέλεσμα ολοένα και πιο αποκλίνουσες εθνικές στρατηγικές.
Η Γερμανία έχει προχωρήσει περισσότερο από άλλες χώρες, προτείνοντας άμεση ανακούφιση για τη βιομηχανία μέσω της εισαγωγής επιδοτούμενης «βιομηχανικής τιμής ηλεκτρικής ενέργειας» έως τις αρχές του 2026, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας σταθεροποίησης της φθίνουσας βιομηχανικής παραγωγής. Ωστόσο, το μέτρο τελεί υπό την έγκριση των κανόνων κρατικών ενισχύσεων της ΕΕ, καθυστερώντας την εφαρμογή του και παρατείνοντας την αβεβαιότητα για τις επιχειρήσεις.
Οι πιέσεις στη γερμανική βιομηχανία είναι ήδη εμφανείς. Έρευνα των Γερμανικών Επιμελητηρίων Βιομηχανίας και Εμπορίου δείχνει εκτεταμένη ανησυχία στις ενεργοβόρες επιχειρήσεις, με τη μεταβλητότητα των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας να αναφέρεται ως βασική απειλή για την ανταγωνιστικότητα.
Που πιέζουν Ιταλία και Γερμανία
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το Βερολίνο πιέζει την Επιτροπή να επιτρέψει τον συνδυασμό πολλαπλών μηχανισμών στήριξης, συμπεριλαμβανομένων των αποζημιώσεων που συνδέονται με το ETS και της προτεινόμενης βιομηχανικής τιμής ρεύματος, υποστηρίζοντας ότι η «συσσώρευση» επιδοτήσεων είναι αναγκαία για τη διατήρηση κλάδων όπως ο χάλυβας.
Που πιέζουν Ιταλία και Γερμανία
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το Βερολίνο πιέζει την Επιτροπή να επιτρέψει τον συνδυασμό πολλαπλών μηχανισμών στήριξης, συμπεριλαμβανομένων των αποζημιώσεων που συνδέονται με το ETS και της προτεινόμενης βιομηχανικής τιμής ρεύματος, υποστηρίζοντας ότι η «συσσώρευση» επιδοτήσεων είναι αναγκαία για τη διατήρηση κλάδων όπως ο χάλυβας.
Η Ιταλία ακολουθεί μια πιο δομημένη προσέγγιση. Μέσω του μηχανισμού «Energy Release», οι βιομηχανικοί καταναλωτές μπορούν να προμηθεύονται ηλεκτρική ενέργεια σε σταθερή τιμή 65 ευρώ ανά MWh, σημαντικά χαμηλότερη από τους πρόσφατους εθνικούς μέσους όρους, με αντάλλαγμα δεσμεύσεις που συνδέονται με την ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε επιστολή άνεσης για το ιταλικό σχήμα, καταλήγοντας ότι δεν συνιστά κρατική ενίσχυση βάσει των κανόνων που ίσχυαν κατά τον χρόνο της αξιολόγησης.
Ωστόσο, ιταλικές επιχειρηματικές ενώσεις έχουν προειδοποιήσει ότι η σχεδιαζόμενη χαμηλότερη πολιτική τιμή ηλεκτρισμού στη Γερμανία θα μπορούσε να διαταράξει τις ισορροπίες ανταγωνισμού εντός της Ευρώπης, δεδομένου του πολύ μεγαλύτερου δημοσιονομικού περιθωρίου του Βερολίνου.
Σε άλλες χώρες, όπως η Ελλάδα, η αδράνεια πολιτικής προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο κινδύνου, καθώς οι συζητήσεις για υιοθέτηση παρόμοιου μηχανισμού με την Ιταλία δεν έχουν ακόμη μεταφραστεί σε συγκεκριμένα μέτρα, αφήνοντας τις ενεργοβόρες βιομηχανίες εκτεθειμένες σε υψηλό κόστος και παρατεταμένη αβεβαιότητα.
Σε άλλες χώρες, όπως η Ελλάδα, η αδράνεια πολιτικής προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο κινδύνου, καθώς οι συζητήσεις για υιοθέτηση παρόμοιου μηχανισμού με την Ιταλία δεν έχουν ακόμη μεταφραστεί σε συγκεκριμένα μέτρα, αφήνοντας τις ενεργοβόρες βιομηχανίες εκτεθειμένες σε υψηλό κόστος και παρατεταμένη αβεβαιότητα.
Οι εθνικές αυτές αποκλίσεις εξελίσσονται σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης παγκόσμιας ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας.
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας εκτιμά ότι η ζήτηση θα αυξηθεί έντονα έως το 2026, λόγω της επιτάχυνσης της ηλεκτροποίησης στη βιομηχανία, της επέκτασης των κέντρων δεδομένων και της αυξημένης χρήσης ηλεκτρισμού στις μεταφορές και τα κτίρια.
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας εκτιμά ότι η ζήτηση θα αυξηθεί έντονα έως το 2026, λόγω της επιτάχυνσης της ηλεκτροποίησης στη βιομηχανία, της επέκτασης των κέντρων δεδομένων και της αυξημένης χρήσης ηλεκτρισμού στις μεταφορές και τα κτίρια.
Χωρίς ένα συντονισμένο ευρωπαϊκό πλαίσιο που να συνδυάζει την προσιτή ενέργεια με την αποανθρακοποίηση και τη βιομηχανική πολιτική, τα έκτακτα εθνικά μέτρα κινδυνεύουν να παγιωθούν σε μόνιμες στρεβλώσεις, αφήνοντας τον κατακερματισμό της πολιτικής, και όχι την καινοτομία ή την αποδοτικότητα, να καθορίσει το μέλλον της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
www.worldenergynews.gr






