Σε μια εποχή που η ενεργειακή μετάβαση καθίσταται όλο και πιο επιτακτική, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα και κρίσιμη υποχρέωση: να εκπονήσει εντός του 2026 μια μελέτη για την ευελιξία του ηλεκτρικού της συστήματος. Την περασμένη εβδομάδα, μάλιστα, πραγματοποιήθηκε ειδική σύσκεψη στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ), με τη συμμετοχή της ΡΑΑΕΥ, του ΑΔΜΗΕ και του ΔΕΔΔΗΕ, για να συζητηθεί διεξοδικά το πλαίσιο, οι απαιτήσεις και τα χρονοδιαγράμματα της μελέτης.
Η ευελιξία δεν είναι απλώς ένα τεχνικό ζητούμενο. Είναι η «ραχοκοκαλιά» που θα επιτρέψει στη χώρα να ενσωματώσει περισσότερη καθαρή ενέργεια, να μειώσει τα κόστη και να ενισχύσει την ενεργειακή της ασφάλεια στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών στόχων.
Η υποχρέωση αυτή προκύπτει από μια κοινοτική μεθοδολογία για την αξιολόγηση των αναγκών ευελιξίας στο ηλεκτρικό σύστημα (Flexibility Needs Assessment – FNA), που έχει εγκριθεί σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης και πρέπει να εφαρμόσουν όλα τα κράτη ‑ μέλη έως τον Ιούλιο του 2026. Στην ουσία, τα κράτη καλούνται να εκτιμήσουν «πόση» ευελιξία χρειάζεται η χώρα για να υποστηρίξει ένα σύστημα με υψηλά μερίδια ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) χωρίς να καταφεύγει άσκοπα σε ορυκτά καύσιμα.
Τι περιλαμβάνει η μελέτη ευελιξίας
Η αξιολόγηση δεν είναι μια απλή δήλωση προθέσεων. Η μεθοδολογία που εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ACER) καθορίζει τι πρέπει να εξετάζει κάθε εθνική μελέτη — όχι μόνο από πλευράς δεδομένων, αλλά και από πλευράς πολιτικών και επενδυτικών επιλογών. Συγκεκριμένα, κάθε μελέτη πρέπει να ενσωματώνει στοιχεία που αφορούν:
-Μονάδες αποθήκευσης ενέργειας, όπως μπαταρίες και αντλησιοταμίευση, οι οποίες μπορούν να απορροφήσουν περίσσια ρεύματος όταν υπάρχει πλεόνασμα και να την απελευθερώσουν όταν η ζήτηση αυξάνεται.
-Διαχείριση ζήτησης (demand response), δηλαδή μηχανισμούς όπου οι καταναλωτές — νοικοκυριά ή επιχειρήσεις — προσαρμόζουν την κατανάλωσή τους σε ανταπόκριση στις ανάγκες του δικτύου.
-Διασυνδέσεις, δηλαδή τη δυνατότητα ανταλλαγής ηλεκτρικής ενέργειας με τα δίκτυα άλλων χωρών, η οποία προσφέρει σημαντική ευελιξία και βοηθά στη μείωση των διακυμάνσεων.
Το γενικό πλαίσιο της μεθοδολογίας απαιτεί επίσης να προσδιοριστούν οι αντοχές του συστήματος στον ρυθμό ανόδου και καθόδου του φορτίου και οι περιορισμοί στις ΑΠΕ (curtailment) — δηλαδή πότε και πόσο πράσινη ενέργεια αναγκάζεται να «κοπεί» επειδή δεν μπορεί να απορροφηθεί από το δίκτυο, ζητήματα που συζητήθηκαν διεξοδικά στη σύσκεψη του ΥΠΕΝ καθώς τα χρονικά περιθώρια στενεύουν.
Η μελέτη πρέπει να εκπονηθεί από τους Διαχειριστές, να εγκριθεί από τη ΡΑΑΕΥ και να αποσταλεί για έγκριση στην ΕΕ εντός του 2026. Επίσης θα πρέπει να είναι συμβατή με το δεκαετές σχέδιο ανάπτυξης του Εθνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας του ΑΔΜΗΕ και το σχέδιο ανάπτυξης δικτύου του ΔΕΔΔΗΕ, με το ΕΣΕΚ και με τις μελέτες επάρκειας του Encho-e και την εθνική που προετοιμάζεται και θα παρουσιαστεί το επόμενο διάστημα.
Τα αποτελέσματα της μελέτης ευελιξίας θα χρησιμοποιηθούν για να καθοριστούν, έως τον Ιανουάριο του 2027, ενδεικτικοί εθνικοί στόχοι για ευελιξία η οποία δεν θα έχει καμία σχέση με τα ορυκτά καύσιμα — στόχοι που θα έχουν μεγάλη σημασία για πολιτικές στήριξης επενδύσεων σε αποθήκευση, demand response ή άλλες λύσεις.
Τι σημαίνει αυτό για την Ελλάδα
Η Ελλάδα έχει ήδη καταγράψει σημαντική πρόοδο στην ενεργειακή της μετάβαση. Σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις, το 2025 περίπου το 50% της ηλεκτρικής ενέργειας παράγεται από ΑΠΕ — κυρίως από αιολικά και φωτοβολταϊκά — ενώ οι στόχοι προβλέπουν περαιτέρω αύξηση έως το 2030.
Ωστόσο, αυτή η αυξημένη διείσδυση ΑΠΕ φέρνει μαζί της τεχνικές προκλήσεις στην ισορροπία προσφοράς‑ζήτησης. Παραδείγματος χάρη, όταν οι ΑΠΕ παράγουν πολύ ρεύμα σε μια ημέρα με πολύ ήλιο και άνεμο, αλλά η ζήτηση είναι χαμηλή, το σύστημα μπορεί να «ζοριστεί» χωρίς επαρκή μέσα ευελιξίας. Αντίστοιχα, σε περιόδους αιχμής ζήτησης όταν η παραγωγή ΑΠΕ μειώνεται, το δίκτυο χρειάζεται να βρει άμεσα μέσα για να καλύψει το κενό. Αυτή η «προσαρμοστικότητα» — η ευελιξία — αποτελεί το ζητούμενο.
Η μελέτη που θα ετοιμάσει η Ελλάδα πρέπει να δείξει ποια λύση είναι πιο αποτελεσματική, ποιες τεχνολογίες μπορούν να αναπτυχθούν ταχύτερα και πώς μπορούν να αξιοποιηθούν οι διαθέσιμες υποδομές και αγορές. Η αξιολόγηση θα γίνει σε συντονισμό με την ΕΕ, ώστε να υπάρχει σύγκριση και συνέπεια με άλλα κράτη‑μέλη.
Πολιτικά και Οικονομικά Οφέλη
Η σωστή αξιολόγηση της ευελιξίας δεν έχει μόνο τεχνική σημασία: ενισχύει και την οικονομική αποδοτικότητα της ενεργειακής μετάβασης. Η ευελιξία μπορεί:
-Να περιορίσει το κόστος ενέργειας για καταναλωτές και επιχειρήσεις.
-Να μειώσει την ανάγκη για νέες, δαπανηρές υποδομές μέσω καλύτερης αξιοποίησης των υφιστάμενων πόρων.
-Να ενισχύσει την ενεργειακή ασφάλεια και ανθεκτικότητα.
Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου το ενεργειακό μείγμα βρίσκεται σε ταχεία μεταμόρφωση, η αξιολόγηση της ευελιξίας μπορεί να αποτελέσει το θεμέλιο για ένα πιο πράσινο, πιο φθηνό και πιο αξιόπιστο ηλεκτρικό σύστημα στο μέλλον.
www.worldenergynews.gr






