Η μεγαλύτερη εταιρεία εξόρυξης χρυσού του Καναδά ανακοίνωσε ότι η εξαγορά της Rupert, σε συνδυασμό με συμφωνίες για την Aurion Resources και το 70% της συμμετοχής της B2Gold στην κοινοπραξία Fingold, θα της δώσουν τον έλεγχο μιας έκτασης περίπου 2.492 τετραγωνικών χιλιομέτρων στη ζώνη Central Lapland Greenstone Belt, με εκτιμήσεις ότι τα συνδυασμένα περιουσιακά στοιχεία μπορούν να υποστηρίξουν παραγωγή περίπου 500.000 ουγγιών χρυσού ετησίως μέσα στην επόμενη δεκαετία
Η Agnico Eagle Mines δρομολογεί συμφωνίες συνολικού ύψους περίπου 3 δισ. δολαρίων, σε τρία σκέλη, με στόχο τη δημιουργία ενός ενοποιημένου μεταλλευτικού κόμβου χρυσού στη βόρεια Φινλανδία, με βασικό άξονα την εξαγορά της Rupert Resources έναντι 2,9 δισ. καναδικών δολαρίων.
Η μεγαλύτερη εταιρεία εξόρυξης χρυσού του Καναδά ανακοίνωσε ότι η εξαγορά της Rupert, σε συνδυασμό με συμφωνίες για την Aurion Resources και το 70% της συμμετοχής της B2Gold στην κοινοπραξία Fingold, θα της δώσουν τον έλεγχο μιας έκτασης περίπου 2.492 τετραγωνικών χιλιομέτρων στη ζώνη Central Lapland Greenstone Belt, με εκτιμήσεις ότι τα συνδυασμένα περιουσιακά στοιχεία μπορούν να υποστηρίξουν παραγωγή περίπου 500.000 ουγγιών χρυσού ετησίως μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Αμάρ Αλ-Τζούντι, τόνισε ότι οι κινήσεις αυτές ενισχύουν τη μακροχρόνια στρατηγική της εταιρείας στην περιοχή και αξιοποιούν την εμπειρία άνω των 20 ετών στη Φινλανδία, επισημαίνοντας ότι η ενοποίηση θα επιτρέψει τον συνδυασμό του ορυχείου Kittila, του έργου Ikkari και εκτεταμένων ερευνητικών εκτάσεων σε μια από τις σημαντικότερες ζώνες χρυσού παγκοσμίως.
Αναλυτές της Jefferies σημειώνουν ότι η στρατηγική αυτή συνάδει με τις προσδοκίες για περιφερειακή ενοποίηση, αν και η αγορά ανέμενε κινήσεις στην Αυστραλία, με την εταιρεία να μετατοπίζει πλέον το γεωγραφικό της βάρος γύρω από το ορυχείο Kittila, δημιουργώντας συνέργειες, όπως η πιθανή επέκταση του ανοιχτού ορυχείου Ikkari προς τις εκτάσεις της Fingold.
Η μετοχή της Agnico Eagle υποχώρησε κατά 1,4% στις προσυνεδριακές συναλλαγές στη Νέα Υόρκη, με την κεφαλαιοποίηση της εταιρείας να διαμορφώνεται περίπου στα 110 δισ. δολάρια.
Στο πλαίσιο της συμφωνίας με τη Rupert, η Agnico θα ανταλλάξει κάθε μετοχή που δεν κατέχει ήδη με 0,0401 μετοχές της ίδιας, αποτιμώντας τη συναλλαγή περίπου στα 12 καναδικά δολάρια ανά μετοχή, ενώ προβλέπεται και πρόσθετη αποζημίωση έως 3 καναδικών δολαρίων σε βάθος δεκαετίας εφόσον επιτευχθούν συγκεκριμένοι στόχοι αποθεμάτων και παραγωγής, με το συνολικό τίμημα να αντιστοιχεί σε premium 67% σε σχέση με το κλείσιμο της 17ης Απριλίου.
Βασικό περιουσιακό στοιχείο της Rupert αποτελεί το έργο χρυσού Ikkari, σε απόσταση περίπου 50 χιλιομέτρων από το ορυχείο Kittila, το μεγαλύτερο πρωτογενές ορυχείο χρυσού στην Ευρώπη, με αποδεδειγμένα αποθέματα 3,5 εκατομμυρίων ουγγιών, ενώ το Kittila διαθέτει 3,3 εκατομμύρια ουγγιές, με την εταιρεία να εκτιμά ότι η ενσωμάτωση του Ikkari μπορεί να αποφέρει συνέργειες έως και 500 εκατ. καναδικών δολαρίων σε λειτουργικό και επενδυτικό επίπεδο.
Συμφωνίες και στη Nunavut
Η εξαγορά της Aurion αποτιμά την εταιρεία στα περίπου 481 εκατ. καναδικά δολάρια, με προσφορά 2,60 δολαρίων ανά μετοχή σε μετρητά, ενώ ξεχωριστά η Agnico θα καταβάλει 325 εκατ. δολάρια για το 70% της Fingold που κατέχει η B2Gold, με τις δύο εταιρείες να συμφωνούν παράλληλα σε μη αποκλειστική συνεργασία για ανταλλαγή τεχνογνωσίας στις δραστηριότητές τους στη Nunavut.
Με την ολοκλήρωση των συμφωνιών, η Agnico θα κατέχει το 100% της Fingold και σχεδιάζει να επιταχύνει τον σχεδιασμό, την εξερεύνηση και την ανάπτυξη του μεταλλευτικού δυναμικού στην περιοχή.
Η εταιρεία σκοπεύει να επενδύσει περίπου 20 εκατ. καναδικά δολάρια σε γεωτρήσεις στο Ikkari μέσα στους πρώτους 18 μήνες και από 60 έως 100 εκατ. καναδικά δολάρια σε διάστημα τριών ετών για ευρύτερη έρευνα, με στόχο επικαιροποιημένη εσωτερική αξιολόγηση έως τα τέλη του 2027.
Οι συμφωνίες με τις Rupert και Aurion αναμένεται να ολοκληρωθούν στις αρχές του τρίτου τριμήνου του 2026, ενώ η συναλλαγή με τη B2Gold προγραμματίζεται να κλείσει εντός του μήνα.






