AD
Επικαιρότητα

Έκτακτη εισφορά 8% στις τράπεζες και διαφάνεια στις τραπεζικές χρεώσεις στις τροπολογίες του ΠΑΣΟΚ

Έκτακτη εισφορά 8% στις τράπεζες και διαφάνεια στις τραπεζικές χρεώσεις στις τροπολογίες του ΠΑΣΟΚ
Η πρόσθετη απόσβεση λειτουργεί συμπληρωματικά προς κάθε ισχύοντα μηχανισμό απόσβεσης αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων (Deferred Tax Credits – DTC) που έχει συμφωνηθεί με τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό ή την Τράπεζα της Ελλάδος και συνδέεται με τη διανομή μερισμάτων ή λοιπών ποσών προς τους μετόχους, ιδίως με το είκοσι εννέα τοις εκατό (29%) των διανεμόμενων κερδών της χρήσης 2025 και των επόμενων ετών, και με σκοπό την ταχύτερη απόσβεση του αποθέματος των DTC
Η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ κατέθεσε τρεις τροπολογίες για:

 - Έκτακτη εισφορά στα πιστωτικά Ιδρύματα του άρθρου 3 του ν. 4261/2014 επί των καθαρών κερδών μετά από φόρους για τα έτη χρήσης 2025 και 2026.

 - Επιτάχυνση της απόσβεσης των αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων των συστημικών πιστωτικών ιδρυμάτων μέσω πρόσθετης απόσβεσης επί των διανομών κερδών των χρήσεων 2025 και 2026.

 - Προαγωγή της διαφάνειας στις τραπεζικές χρεώσεις και προστασία της πρόσβασης των καταναλωτών στις τραπεζικές υπηρεσίες.

Έκτακτη εισφορά

Αναφορικά με την έκτακτη εισφορά των τραπεζών, η τροπολογία συγκεκριμένα αναφέρει: «Στα πιστωτικά Ιδρύματα του άρθρου 3 του ν 4261/2014 επιβάλλεται έκτακτη εισφορά για τις χρήσεις 2025-2026, υπολογιζόμενη με συντελεστή 8% επί των καθαρών κερδών μετά από φόρους, εφόσον τα κέρδη αυτά υπερβαίνουν το ποσό των 400 εκατ. ευρώ ανά χρήση».


Σε σχέση με τις χρεώσεις  αναφέρει:

«1. Τα πιστωτικά ιδρύματα δεν επιτρέπεται να χρεώνουν α) έξοδα για την παροχή ηλεκτρονικής ενημέρωσης σχετικά με την κίνηση των λογαριασμών καταθέσεων ή την αποστολή αντιγράφων κίνησης λογαριασμού,

β) έξοδα ή συνδρομές σε λογαριασμούς καταθέσεων που χρησιμοποιούνται ως λογαριασμοί πληρωμών για πακέτα υπηρεσιών για τα οποία ο καταναλωτής δεν έχει παράσχει τη ρητή συγκατάθεσή του,

γ) έξοδα διατήρησης ή διαχείρισης για λογαριασμούς καταθέσεων φυσικών προσώπων, ιδιωτών, ατομικών επιχειρήσεων και ελευθέρων επαγγελματιών

δ) έξοδα για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας του ενδιαφερόμενου δανειολήπτη, την εξέταση αιτήματος δανειοδότησης ή χορήγησης δανείου ή για ρύθμιση οφειλής ή για άρση βάρους εμπράγματης εξασφάλισης, εκτός αν προκύπτουν αποδεδειγμένα έξοδα προς τρίτους για τα οποία ο πελάτης έχει ενημερωθεί πριν την υποβολή του αιτήματος,

ε) έξοδα για την έκδοση ή επανέκδοση χρεωστικής ή απλής πιστωτικής κάρτας ή του Προσωπικού Αριθμού Ταυτοποίησης (ΡΙΝ),

στ) έξοδα για τη σύναψη σύμβασης παροχής ηλεκτρονικών τραπεζικών συναλλαγών ή την έκδοση ή την επανέκδοση των διαπιστευτηρίων του πελάτη,

ζ) έξοδα για την ηλεκτρονική αποστολή αντιγράφων της σύμβασης δανείου ή την εξέλιξη της αποπληρωμής αυτού ή την εξέλιξη των επιτοκίων,

η) έξοδα για την έκδοση βεβαίωσης υπολοίπου οφειλής ή κατοχής λογαριασμού ή τη λύση μίας διαρκούς σχέσης του καταναλωτή με την τράπεζα,

θ) έξοδα για τη δήλωση ακύρωσης στο πιστωτικό ίδρυμα ή τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμής μη εγκεκριμένων από τον πελάτη συναλλαγών,

ι) έξοδα για την νομιμοποίηση κληρονόμων και την παροχή σε αυτούς πληροφόρησης για τους λογαριασμούς του κληρονομούμενου,

ια) έξοδα για την έκδοση οποιαδήποτε βεβαίωσης προς τον πελάτη για χρήση σε δημόσια αρχή.

Η χρέωση για μεταφορά κεφαλαίου από λογαριασμό του κατόχου σε λογαριασμό που τηρείται σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό που ισχύει για την ψηφιακή μεταφορά αντίστοιχου κεφαλαίου, προσαυξημένο με το εύλογο λειτουργικό κόστος που συνεπάγεται η αποστολή του με εντολή του πελάτη στο κατάστημα.

Φυσικά πρόσωπα που έχουν ηλικία άνω των 70 ετών, αναπηρία ή σοβαρή ασθένεια ή από άλλο λόγο αποδεδειγμένη αδυναμία εξοικείωσης με ψηφιακές συναλλαγές μπορούν να διενεργούν τουλάχιστον τρεις φορές το μήνα διατραπεζική συναλλαγή στο κατάστημα με χρέωση το τυχόν ύψος που ορίζεται για την αντίστοιχη διαδικτυακή συναλλαγή. Κάθε φυσικό πρόσωπο δικαιούται δύο φορές το έτος να διενεργεί διατραπεζική συναλλαγή με ανώτερο κόστος τη χρέωση που ισχύει για την αντίστοιχη ψηφιακή συναλλαγή.

Σε περίπτωση που ζητείται η επανέκδοση στοιχείων από κινήσεις λογαριασμών καταθέσεων ή αποπληρωμής δανείων από το ηλεκτρονικό σύστημα της τράπεζας ή αντίγραφα συμβάσεων σε έγχαρτη μορφή, η τράπεζα μπορεί να απαιτήσει μόνο το εύλογο κόστος εκτύπωσης αυτών.

Σε περίπτωση που η χρέωση της παρεχόμενης υπηρεσίας περιλαμβάνει αμοιβές ή έξοδα τρίτων, το πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να προσδιορίζει επ’ ακριβώς το ύψος αυτών.

Για κάθε επιβάρυνση, έξοδα ή προμήθειες σε βάρος του πελάτη το πιστωτικό ίδρυμα προβαίνει σε σχετική επισήμανση στον κατάλογο χρεώσεων ή τη σύμβαση, με την οποία διευκρινίζει την αιτία της χρέωσης και αν αυτή αφορά αμοιβή παροχής υπηρεσίας, έξοδα ή κάλυψη λειτουργικού κόστους. Σε περίπτωση που η χρέωση αφορά έξοδα ή λειτουργικό κόστος φέρει το βάρος να αιτιολογήσει ή να αποδείξει το εύλογο ύψος τους. Σε κάθε περίπτωση οι χρεώσεις ελέγχονται με βάση τις απαιτήσεις διαφάνειας που απορρέουν από το άρθρο 2 του ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών.

Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να παρέχουν τη δυνατότητα διενέργειας συναλλαγών στα ταμεία των καταστημάτων τους τουλάχιστον για πέντε ώρες για κάθε εργάσιμη ημέρα.

Κάθε πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να διαθέτει, πέραν αυτών που βρίσκονται στα καταστήματά του, αυτοματοποιημένα ταμειακά/ταμειολογικά μηχανήματα (ΑΤΜ), είτε δικά του είτε μέσω συμβάσεων με τρίτους κατόχους αντίστοιχων μηχανημάτων, σε αριθμό τουλάχιστον τριπλάσιο των καταστημάτων που διατηρεί στη χώρα. Σε περίπτωση που το πιστωτικό ίδρυμα δεν πληροί την απαίτηση της προηγούμενης παραγράφου δεν μπορεί να εισπράττει οποιαδήποτε προμήθεια για διατραπεζικές συναλλαγές μέχρι το ποσόν των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ ημερησίως που διενεργούνται μέσω ψηφιακών δικτύων ή για διατραπεζικές συναλλαγές μέχρι το ποσόν των χιλίων (1.000) ευρώ ημερησίως που διενεργούνται στο κατάστημα.

α.Σε δανειακές ή πιστωτικές συμβάσεις με κυμαινόμενο επιτόκιο που συνάπτουν τα πιστωτικά ιδρύματα και οι πάροχοι πιστώσεων η μεταβολή του επιτοκίου συνδέεται αποκλειστικά με δείκτες γενικού και ευρέως προσβάσιμου επιτοκιακού χαρακτήρα (επιτοκιακούς δείκτες), όπως τα παρεμβατικά επιτόκια της Ευρωπαϊκής κεντρικής Τράπεζας ή επίσημα επιτόκια των αγορών χρήματος. Σε περίπτωση που επιλεγούν περισσότεροι του ενός δείκτες σταθμίζεται η συμμετοχή εκάστου στη διαμόρφωση του επιτοκίου. Η αύξηση του επιτοκίου δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη της αύξησης του επιτοκιακού δείκτη. Σε περίπτωση μείωσης του επιτοκιακού δείκτη μειώνεται τουλάχιστον ισόποσα και το επιτόκιο της σύμβασης, εκτός αν το πιστωτικό ίδρυμα ή ο πάροχος δεν προέβη την τελευταία διετία σε δικαιολογημένη αύξηση με την οποία και συμψηφίζεται.

β. Σε περίπτωση δανειακών και πιστωτικών συμβάσεων, στους οποίους οι όροι για την αναπροσαρμογή των επιτοκίων, δεν εκπληρώνουν τις απαιτήσεις διαφάνειας της προηγούμενης παραγράφου, με αποτέλεσμα ο δανειολήπτης ή πιστούχος να έχει καταβάλλει αδικαιολόγητα υψηλότερους τόκους, το επιτόκιο της σύμβασης μειώνεται στο ύψος που προκύπτει σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, οι δε αδικαιολόγητα καταβληθέντες τόκοι της τελευταίας πενταετίας αντιλογίζονται με μείωση του υπολοίπου της οφειλής.

γ. Με την παρούσα παράγραφο δεν θίγονται τυχόν αξιώσεις που διατηρούν οι δανειολήπτες ή πιστούχοι με βάση τη σύμβαση.

Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται σε κάθε εταιρία παροχής πίστωσης, εταιρία αγοράς ή διαχείρισης πιστώσεων και δανείων ή παροχής υπηρεσιών πληρωμής.

Σε περίπτωση παραβίασης των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων επιβάλλονται από την Ανεξάρτητη Αρχή Εποπτείας της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή οι κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 13α του ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών. Η αρμοδιότητα της Αρχής είναι ανεξάρτητη από την ιδιότητα του θιγόμενου πελάτη ως καταναλωτή.

Το πρόστιμο που επιβάλλεται στον παραβάτη των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων δύναται να υπερβαίνει τα όρια που ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 13α του ν. 2251/1994 προκειμένου να εξουδετερώνονται τα οφέλη που αποκόμισε ή τις ζημιές που απέφυγε το πιστωτικό ίδρυμα ή ο πάροχος των υπηρεσιών από την παράβαση.

Η Ανεξάρτητη Αρχή Εποπτείας της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή δύναται να λαμβάνει από το πιστωτικό Ίδρυμα ή τον πάροχο των υπηρεσιών διορθωτικές δεσμεύσεις προς όφελος των καταναλωτών που έχουν θιγεί από την εικαζόμενη παράβαση ή ανάλογα με την περίπτωση την ανάληψη υποχρεώσεων από το πιστωτικό Ίδρυμα ή τον πάροχο των υπηρεσιών για την επανόρθωση και αποκατάσταση της ζημίας των καταναλωτών.

Οι αναφορές ή καταγγελίες των καταναλωτών για παράνομες ή καταχρηστικές χρεώσεις πιστωτικών ιδρυμάτων που αφορούν παραβίαση διατάξεων του παρόντος άρθρου ή άλλων διατάξεων που υπάγονται στην εποπτεία της Αρχής Εποπτείας της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή εξετάζονται κατά προτεραιότητα και ολοκληρώνεται η αξιολόγησή τους εντός τεσσάρων μηνών από την υποβολή τους. Με αιτιολογημένη απόφαση του Διοικητή της Αρχής μπορεί να παραταθεί η προηγούμενη προθεσμία κατά δύο μήνες».

Πρόσθετος μηχανισμός επιτάχυνσης απόσβεσης αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων πιστωτικών ιδρυμάτων επί διανομών από κέρδη

Στην τροπολογία για τον πρόσθετο μηχανισμό επιτάχυνσης απόσβεσης αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων πιστωτικών ιδρυμάτων επί διανομών από κέρδη, το ΠΑΣΟΚ αναφέρει στην τροπολογία του:

«Πρόσθετος μηχανισμός επιτάχυνσης απόσβεσης αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων πιστωτικών ιδρυμάτων επί διανομών από κέρδη χρήσεων 2025 και 2026

Τα νομικά πρόσωπα των περ. α΄, γ΄ και δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 45 του ν. 4172/2013 (Αu113), τα οποία έχουν αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις του άρθρου 27Α και οι

οποίες έχουν μετατραπεί σε οριστικές και εκκαθαρισμένες απαιτήσεις έναντι του Ελληνικού Δημοσίου (αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις – Deferred Tax Credits, DTC), υποχρεούνται, κατά τη διανομή κερδών που προέρχονται από τις εταιρικές χρήσεις 2025 και 2026, σε πρόσθετη απόσβεση των εν λόγω πιστώσεων οκτώ τοις εκατό (8%) επί του συνολικού ποσού της οικείας διανομής.

Η πρόσθετη απόσβεση της παρ. 1 λειτουργεί συμπληρωματικά προς κάθε ισχύοντα μηχανισμό απόσβεσης αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων (Deferred Tax Credits – DTC) που έχει συμφωνηθεί με τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό ή την Τράπεζα της Ελλάδος και συνδέεται με τη διανομή μερισμάτων ή λοιπών ποσών προς τους μετόχους, ιδίως με το είκοσι εννέα τοις εκατό (29%) των διανεμόμενων κερδών της χρήσης 2025 και των επόμενων ετών, και με σκοπό την ταχύτερη απόσβεση του αποθέματος των DTC. Το συνολικό ποσοστό απόσβεσης επί των διανομών από τα κέρδη των χρήσεων 2025 και 2026 δεν δύναται να υπολείπεται του τριάντα επτά τοις εκατό (37%) του συνολικού ποσού της διανομής.

Για τους σκοπούς του παρόντος, ως «διανομή» νοείται κάθε παροχή προς τους μετόχους που τελεί σε συνάρτηση με τα 6 κέρδη των χρήσεων 2025 και 2026, ιδίως:

α) μέρισμα σε μετρητά,

β) διανομή αποθεματικών, εφόσον συνδέεται λειτουργικά ή οικονομικά με τις εν λόγω χρήσεις,

γ) επαναγορά ιδίων μετοχών ή άλλη οικονομικά ισοδύναμη συναλλαγή επιστροφής αξίας προς τους μετόχους, εφόσον εγκρίνεται ή υλοποιείται ως μορφή διάθεσης των κερδών των ανωτέρω χρήσεων.

Το ποσό της πρόσθετης απόσβεσης της παρ. 1:

α) δεν λογίζεται ως φορολογικό έσοδο του Δημοσίου,

β) μειώνει ισόποσα το απόθεμα των αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων του οικείου πιστωτικού ιδρύματος, και

γ) απεικονίζεται διακεκριμένα στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις και στις εποπτικές αναφορές του πιστωτικού ιδρύματος.

Η πρόσθετη απόσβεση του παρόντος άρθρου εφαρμόζεται:

α) για τις διανομές που αποφασίζονται εντός του έτους 2026 από τα κέρδη της χρήσης 2025, και β) για τις διανομές που αποφασίζονται εντός του έτους 2027 από τα κέρδη της χρήσης

2026, ανεξαρτήτως του χρόνου πραγματικής καταβολής τους.

Σε περίπτωση που το απόθεμα των αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων (Deferred Tax Credits – DTC) είναι μικρότερο από το ποσό της υποχρέωσης που προκύπτει από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η υποχρέωση περιορίζεται στο ύψος του εναπομένοντος αποθέματος.
Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών που εκδίδεται εντός δύο (2) μηνών από την δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, κατόπιν γνώμης της Τράπεζας της Ελλάδος, δύνανται να εξειδικεύονται:

α) ο τρόπος υπολογισμού της βάσης της διανομής,

β) η λογιστική και εποπτική αποτύπωση της πρόσθετης απόσβεσης,

γ) η μεταχείριση ειδικών περιπτώσεων εταιρικών πράξεων, 7 ιδίως επαναγορών ιδίων μετοχών, ενδιάμεσων διανομών και διανομών μέσω μητρικών ή συμμετοχικών δομών».

Με πληροφορίες από το ieidiseis.gr

www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης