Στον σύγχρονο πόλεμο, η αποτελεσματικότητα δεν προκύπτει από την τεχνολογική υπεροχή ενός μόνο όπλου, αλλά από τη συνοχή ολόκληρης της αλυσίδας που συνδέει τον αισθητήρα με τον στόχο και τα εργοστάσια με το μέτωπο
Οι πόλεμοι στην Ουκρανία και στον Περσικό Κόλπο ανέδειξαν ότι τα πλήγματα μεγάλου βεληνεκούς δεν επιφέρουν από μόνα τους αποφασιστικό αποτέλεσμα, αλλά αποδίδουν όταν εφαρμόζονται διαρκώς εναντίον κρίσιμων υποδομών, δικτύων επικοινωνίας και εφοδιαστικής υποστήριξης του αντιπάλου.
Σύμφωνα με το Euractiv, η Ευρώπη, ωστόσο, δεν διαθέτει συλλογικά την ικανότητα να διατηρήσει τέτοιου είδους επιχειρήσεις βαθιάς κρούσης σε βάθος χρόνου, γεγονός που πλέον συνιστά σοβαρή στρατηγική αδυναμία.
Η ευρωπαϊκή απάντηση, μέσω της πρωτοβουλίας European Long-range Strike Approach (ELSA), αντανακλά την αναγνώριση ότι αυτή η διάσταση της άμυνας δεν μπορεί πλέον να εξαρτάται αποκλειστικά από εξωτερικούς συμμάχους.
Παρ’ όλα αυτά, το ELSA εξακολουθεί να επικεντρώνεται κυρίως στις πλατφόρμες οπλικών συστημάτων, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος η προσοχή να περιοριστεί στην αγορά εξοπλισμών χωρίς την απαραίτητη συνολική διασύνδεση που απαιτείται για μια αξιόπιστη αποτρεπτική ικανότητα.
Οι αδυναμίες της Ευρώπης συνδέονται άμεσα με τις επιλογές της περιόδου μετά τον Ψυχρό Πόλεμο.
Αν και το ΝΑΤΟ είχε αναπτύξει δόγματα βαθιάς κρούσης ήδη από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, το επιχειρησιακό βάρος μεταφέρθηκε σταδιακά στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι ευρωπαϊκές χώρες βασίστηκαν επί δεκαετίες στις αμερικανικές δυνατότητες πληροφοριών, επιτήρησης και αναγνώρισης (ISR), στα αμερικανικά συστήματα κρούσης και στα αμερικανικά αποθέματα πυρομαχικών.
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία υποχρέωσε το ΝΑΤΟ να επανεξετάσει τη στρατηγική του, αναγνωρίζοντας τις επιχειρήσεις ακριβείας μεγάλου βεληνεκούς ως βασική προτεραιότητα.
Υπό τη σκιά των αμερικανικών προειδοποιήσεων για μείωση της βοήθειας
Η εμπειρία του πολέμου κατέδειξε ότι η άμυνα από μόνη της δεν αρκεί για να αναχαιτίσει μια παρατεταμένη εκστρατεία πληγμάτων.
Παράλληλα, η Ευρώπη καλείται πλέον να προετοιμαστεί και για το ενδεχόμενο περιορισμένης ή καθυστερημένης αμερικανικής υποστήριξης, γεγονός που σημαίνει ότι η ευρωπαϊκή ικανότητα βαθιάς κρούσης πρέπει να μπορεί να λειτουργεί αυτόνομα.
Ένας πύραυλος είναι αποτελεσματικός μόνο όσο αποτελεσματικό είναι το σύστημα που τον υποστηρίζει. Μια ολοκληρωμένη αλυσίδα βαθιάς κρούσης απαιτεί αισθητήρες, συλλογή και επεξεργασία πληροφοριών, ταχύτατη λήψη αποφάσεων και μέσα εκτέλεσης να λειτουργούν ως ενιαίο σύνολο. Η βασική αδυναμία της Ευρώπης δεν εντοπίζεται μόνο στην έλλειψη επιμέρους δυνατοτήτων, αλλά κυρίως στην απουσία ενός συνεκτικού συστήματος που να συνδέει όλα αυτά τα στοιχεία.
Στον σύγχρονο πόλεμο, η αποτελεσματικότητα δεν προκύπτει από την τεχνολογική υπεροχή ενός μόνο όπλου, αλλά από τη συνοχή ολόκληρης της αλυσίδας που συνδέει τον αισθητήρα με τον στόχο και τα εργοστάσια με το μέτωπο.
Για να μπορούν να απειληθούν αποτελεσματικά κέντρα διοίκησης, υποδομές logistics και συγκεντρώσεις δυνάμεων του αντιπάλου, η ευρωπαϊκή ικανότητα βαθιάς κρούσης θα πρέπει να ξεπεράσει το σημερινό όριο των 500 χιλιομέτρων και να φτάσει τουλάχιστον τα 2.000 χιλιόμετρα.
Μια σταδιακή προσέγγιση θα πρέπει να ξεκινήσει από σταθερούς στόχους υψηλής αξίας, όπως κέντρα διοίκησης και κρίσιμες υποδομές, πριν επεκταθεί σε πιο σύνθετες επιχειρήσεις δυναμικής στόχευσης μεγάλης κλίμακας.
Η χρήση του πυραύλου cruise Flamingo από την Ουκρανία, με βεληνεκές άνω των 1.400 χιλιομέτρων, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της λογικής.
Τα πλήγματα σε ρωσικές εξαγωγικές εγκαταστάσεις στη Βαλτική, όπως στο Ουστ-Λούγκα και το Πριμόρσκ, προκάλεσαν σοβαρό πλήγμα στο σύστημα εξαγωγών πετρελαίου της Ρωσία.
Το πεδίο ISR
Κεντρικό πρόβλημα παραμένει και το πεδίο ISR. Η Ευρώπη διαθέτει σημαντικές δορυφορικές δυνατότητες απεικόνισης και ραντάρ, ωστόσο οι περιορισμοί είναι κυρίως θεσμικοί και οργανωτικοί.
Η αποτελεσματική λειτουργία ISR σε μεγάλη κλίμακα απαιτεί κοινά πρότυπα, ταχεία σύντηξη δεδομένων και αδιάλειπτη ροή πληροφοριών μεταξύ συμμάχων. Με άλλα λόγια, η Ευρώπη μπορεί να «βλέπει» το πεδίο της μάχης, αλλά δυσκολεύεται να αξιοποιήσει έγκαιρα τις πληροφορίες που συλλέγει.
Η βιομηχανική ικανότητα αποτελεί το δεύτερο κρίσιμο σκέλος της εξίσωσης. Οι συγκρούσεις στην Ουκρανία και το Ιράν απέδειξαν ότι ο σύγχρονος πόλεμος καταναλώνει πυρομαχικά με ρυθμούς πολύ υψηλότερους από εκείνους που προβλέπονταν σε καιρό ειρήνης.
Μια ευρωπαϊκή δυνατότητα βαθιάς κρούσης χωρίς ανθεκτικές αλυσίδες εφοδιασμού — συμπεριλαμβανομένων κρίσιμων πρώτων υλών όπως το βολφράμιο — θα μπορούσε να υποστηρίξει μόνο βραχυπρόθεσμη επιχειρησιακή ένταση. Για τον λόγο αυτό, η βιομηχανική στρατηγική πρέπει να αποτελέσει αναπόσπαστο τμήμα του σχεδιασμού, με σταθερά σήματα ζήτησης, συντονισμένες προμήθειες και ανθεκτικότητα στις αλυσίδες παραγωγής.
Το ELSA θεωρείται ένα πρώτο βήμα, αλλά όχι ο τελικός προορισμός. Αν και δημιουργεί ένα πλαίσιο κοινής ανάπτυξης και αποτυπώνει πολιτική βούληση, δεν καθορίζει ακόμη με σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο η Ευρώπη θα συνδέσει τις δυνατότητες ISR, τη στόχευση και τα μέσα κρούσης σε ένα ολοκληρωμένο επιχειρησιακό σύστημα. Η περαιτέρω εξέλιξη απαιτεί διασύνδεση με τη διαδικασία αμυντικού σχεδιασμού του ΝΑΤΟ, αξιοποίηση των ευρωπαϊκών βιομηχανικών εργαλείων και ενσωμάτωση με τις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες ISR.
Το κοινό πρόγραμμα βαθιάς κρούσης μεταξύ Ηνωμένο Βασίλειο και Γερμανία αποτελεί βήμα προς την απαιτούμενη εμβέλεια, ωστόσο εξακολουθεί να λειτουργεί αποσπασματικά, χωρίς σύνδεση με ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό σύστημα κρούσης. Χωρίς αυτή τη διασύνδεση, οι διμερείς πρωτοβουλίες κινδυνεύουν να ενισχύσουν τον κατακερματισμό αντί για τη συνοχή. Για τον λόγο αυτό, η ευρωπαϊκή ικανότητα βαθιάς κρούσης προτείνεται να οργανωθεί ως «συμμαχία προθύμων», με συμμετοχή χωρών όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Νορβηγία, διαθέσιμη στο ΝΑΤΟ αλλά υπό ευρωπαϊκό έλεγχο.
Η βαθιά κρούση δεν αποτελεί μόνο τεχνική αλλά και πολιτική πρόκληση. Θέτει ζητήματα κλιμάκωσης και ελέγχου που μόνο οι πολιτικές ηγεσίες μπορούν να διαχειριστούν, ενώ συνδέεται άμεσα και με τη στρατηγική πυρηνικής αποτροπής. Η πυρηνική αποτροπή της Γαλλία έχει ήδη ευρωπαϊκή διάσταση και, όσο ωριμάζουν οι ευρωπαϊκές δυνατότητες συμβατικής βαθιάς κρούσης, τόσο πιο έντονα θα τεθούν ερωτήματα για τη σχέση των δύο αυτών πυλώνων αποτροπής.
Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι η Ευρώπη οφείλει να συνοδεύσει τη στρατηγική βαθιάς κρούσης με ένα σαφές πολιτικό αφήγημα που θα δίνει έμφαση στην άμυνα, την αποτροπή και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.
Παρά τη δυναμική που έχει δημιουργήσει το ELSA, η συνέχεια απαιτεί αλλαγή νοοτροπίας. Η βαθιά κρούση πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ένα ολοκληρωμένο σύστημα που συνδέει πυραύλους, πληροφορίες ISR, διαδικασίες λήψης αποφάσεων και βιομηχανική παραγωγή μέσα από δομές πανευρωπαϊκής συνεργασίας.
Διαφορετικά, η Ευρώπη κινδυνεύει να επαναλάβει το γνώριμο μοντέλο των τελευταίων δεκαετιών: να αποκτά οπλικά συστήματα και να ανακοινώνει νέες δυνατότητες, παραμένοντας όμως εξαρτημένη από εξωτερικούς παράγοντες για τη λειτουργία τους. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η αποτροπή παραμένει υπό όρους και η στρατηγική αυτονομία δεν θα ξεπεράσει ποτέ το επίπεδο της φιλοδοξίας.






