Κινεζικές μεταλλευτικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στη ΛΔ Κονγκό απέρριψαν τους ισχυρισμούς ότι τα προϊόντα κοβαλτίου που παράγουν περιέχουν υπερβολικές ποσότητες ουρανίου
Η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό διερευνά την πιθανή παρουσία ουρανίου στις εξαγωγές κοβαλτίου, μετά την εκτίμηση ερευνητών ότι χιλιάδες τόνοι του ραδιενεργού μετάλλου ενδέχεται να έφυγαν από τη χώρα, τον μεγαλύτερο παραγωγό κοβαλτίου παγκοσμίως, τις τελευταίες δύο δεκαετίες.
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα προχωρήσει σε ελέγχους φορτίων υδροξειδίου του κοβαλτίου, τα οποία εξάγονται κυρίως προς την Κίνα, ενώ παράλληλα θα συγκροτήσει ειδική ομάδα εργασίας για την αξιολόγηση των ευρημάτων που δημοσιεύθηκαν στις 30 Ιουλίου στην επιστημονική επιθεώρηση Nature Communications και αποτέλεσαν αντικείμενο κοινής έρευνας των Financial Times και Lighthouse Reports.
Η Κινσάσα σχεδιάζει επίσης να ζητήσει τη συνδρομή του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (IAEA) για την αποστολή τεχνικής υποστήριξης, ενώ οι αρμόδιες αρχές της χώρας θα εξετάσουν μέσα στις επόμενες 60 ημέρες τους πιθανούς κινδύνους για την υγεία και το περιβάλλον και θα δημοσιοποιήσουν τα συμπεράσματά τους.
«Η κυβέρνηση της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό έλαβε γνώση με προσοχή» των ευρημάτων, ανέφεραν αξιωματούχοι.
Η έρευνα πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία η αυξανόμενη ζήτηση για κοβάλτιο, βασικό υλικό για ορισμένους τύπους μπαταριών ιόντων λιθίου, έχει καταστήσει τη ζώνη Copperbelt του Κονγκό κρίσιμο κρίκο των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων. Το ουράνιο απαντάται φυσικά μαζί με τα μεταλλεύματα χαλκού και κοβαλτίου στην περιοχή και μπορεί να παραμένει προσκολλημένο στα ορυκτά του κοβαλτίου κατά τη διαδικασία εξόρυξης και επεξεργασίας.
Το «τυφλό σημείο»
Ερευνητές από το University of Wisconsin-Madison και το Princeton University εκτιμούν ότι μεταξύ 2.000 και 5.000 τόνοι φυσικού ουρανίου ενδέχεται να εξήχθησαν από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό μέσω φορτίων υδροξειδίου του κοβαλτίου κατά την περίοδο 2000-2024, παρά το γεγονός ότι η χώρα δεν έχει δηλώσει επίσημη παραγωγή ουρανίου κατά το συγκεκριμένο διάστημα.
Η μελέτη συνδύασε δεδομένα για την κατανομή των ορυκτών σε ολόκληρη τη χώρα και γεωχημικά στοιχεία, εμπορικά δεδομένα σε επίπεδο ορυχείων και ένα χημικό μοντέλο για την επεξεργασία του κοβαλτίου. Παράλληλα, εκτιμά ότι επιπλέον 1.000 έως 4.000 τόνοι ουρανίου ενδέχεται να έχουν καταλήξει σε απορρίμματα εξόρυξης, αυξάνοντας δυνητικά την έκθεση εργαζομένων και τοπικών κοινοτήτων σε ραδιενεργό υλικό που μπορεί να μετακινηθεί μέσω του περιβάλλοντος.
Λιγότερο από το 10% του ουρανίου που φαίνεται να εξήχθη έχει, σύμφωνα με τον συντάκτη της μελέτης Σεμπαστιέν Φιλίπ, ειδικό σε θέματα πυρηνικής ασφάλειας και επίκουρο καθηγητή στο University of Wisconsin-Madison, δηλωθεί δημόσια και τεθεί υπό διεθνείς δικλίδες ασφαλείας.
«Η ποσότητα αυτού του μη δηλωμένου ουρανίου θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή σχάσιμου υλικού για περίπου 600 έως 1.500 πυρηνικά όπλα ή να τροφοδοτήσει έναν τυπικό αντιδραστήρα ελαφρού ύδατος για 10 έως 25 χρόνια, επομένως πρόκειται για πολύ μεγάλη ποσότητα», δήλωσε ο Φιλίπ.
Ο ίδιος, ωστόσο, υπογράμμισε ότι η έρευνα δεν αποδεικνύει πως το ουράνιο εξήχθη σκόπιμα μέσω της εφοδιαστικής αλυσίδας του κοβαλτίου.
«Η επιστημονική μας έρευνα δεν δείχνει ότι αυτό έγινε σκόπιμα με στόχο την εξαγωγή ουρανίου από τη ΛΔ Κονγκό», ανέφερε. «Ωστόσο, αυτό που μας ανησυχεί είναι ότι οι ποσότητες ουρανίου που υπολογίσαμε ότι εξήχθησαν υπερβαίνουν τα επίπεδα που κανονικά θα έπρεπε να δηλώνονται στον IAEA».
Το μεγαλύτερο μέρος των φορτίων κοβαλτίου κατευθύνθηκε στην Κίνα, όπου, σύμφωνα με τους ερευνητές, βρίσκεται περίπου το 95% της παγκόσμιας δυναμικότητας διύλισης κοβαλτίου. Το ουράνιο που περιέχεται στο ακατέργαστο υδροξείδιο του κοβαλτίου πρέπει να απομακρύνεται κατά τη διαδικασία διύλισης, γεγονός που ενδέχεται να επιτρέπει την ανάκτησή του ως παραπροϊόντος.
Ο IAEA παρακολουθεί την παγκόσμια παραγωγή ουρανίου, ωστόσο οι εξαγωγές χαμηλής περιεκτικότητας σε ουράνιο που προέρχονται από μεταλλεύματα κοβαλτίου της ΛΔ Κονγκό δεν απαιτείται να δηλώνονται όταν προορίζονται για μη πυρηνικές χρήσεις. Ειδικός του IAEA που επικαλείται η σχετική έρευνα ανέφερε ότι ο Οργανισμός δεν έχει ενδείξεις πως η ΛΔ Κονγκό παραβιάζει τις υποχρεώσεις της στο πλαίσιο των διεθνών δικλίδων ασφαλείας.
Η κυβέρνηση του Κονγκό αμφισβήτησε πάντως ορισμένα σημεία της μελέτης, επισημαίνοντας ότι οι εκτιμήσεις δεν βασίζονται σε άμεσες μετρήσεις των εξαγόμενων φορτίων, αλλά σε μοντέλα που δεν αφορούν συγκεκριμένες εγκαταστάσεις.
«Οι συγκεκριμένοι μεθοδολογικοί περιορισμοί καθιστούν αναγκαία μια διαδικασία επαλήθευσης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υποβαθμίζονται με οποιονδήποτε τρόπο τα ζητήματα που τέθηκαν», ανέφερε η κυβέρνηση.
Οι αρχές ανακοίνωσαν ότι στους ελέγχους θα συμμετάσχουν εθνικά και διεθνή εργαστήρια, καθώς και οι αρμόδιες υπηρεσίες της ΛΔ Κονγκό για την πυρηνική ασφάλεια και την πυρηνική ενέργεια. Παράλληλα, η χώρα σχεδιάζει να εγκαταστήσει ανιχνευτές ραδιενέργειας στα φορτηγά που εξέρχονται από την επικράτειά της.
Αντιδρούν οι μεταλλευτικές εταιρείες
Κινεζικές μεταλλευτικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στη ΛΔ Κονγκό απέρριψαν τους ισχυρισμούς ότι τα προϊόντα κοβαλτίου που παράγουν περιέχουν υπερβολικές ποσότητες ουρανίου.
Η Ένωση Κινεζικών Μεταλλευτικών Εταιρειών στη ΛΔ Κονγκό (USMCC) ανακοίνωσε στις 5 Αυγούστου ότι εσωτερικός έλεγχος δεν εντόπισε αυξημένα επίπεδα ουρανίου στα προϊόντα κοβαλτίου που εξορύσσονται, επεξεργάζονται ή εξάγονται από τα μέλη της στη νοτιοανατολική ΛΔ Κονγκό.
Η ένωση αναγνώρισε ότι το υδροξείδιο του κοβαλτίου μπορεί να περιέχει πολύ μικρές ποσότητες φυσικά απαντώμενου ουρανίου, υποστηρίζοντας ωστόσο ότι οι συγκεντρώσεις παραμένουν κάτω από τα επίπεδα που θα καθιστούσαν τεχνικά ή οικονομικά βιώσιμη την ανάκτησή του.
Μεταξύ των σημαντικότερων κινεζικών μεταλλευτικών ομίλων που δραστηριοποιούνται στη ΛΔ Κονγκό βρίσκονται οι CMOC Group, Zijin Mining και Zhejiang Huayou Cobalt.
Η USMCC ανακοίνωσε ότι τα μέλη της θα πραγματοποιούν τακτικές δειγματοληψίες, θα δημοσιοποιούν τα αποτελέσματα των ελέγχων ποιότητας και θα συνεχίσουν να τηρούν την κονγκολέζικη μεταλλευτική νομοθεσία και τα διεθνώς αναγνωρισμένα πρότυπα ελέγχου.
Νέα πίεση στον κλάδο του κοβαλτίου
Η υπόθεση προσθέτει ένα ακόμη πρόβλημα σε έναν κλάδο που ήδη βρίσκεται αντιμέτωπος με πιέσεις σχετικά με τη διαφάνεια των εφοδιαστικών αλυσίδων, την ασφάλεια των εργαζομένων και την ενίσχυση της εγχώριας επεξεργασίας. Η ΛΔ Κονγκό έχει επίσης απαγορεύσει τις εξαγωγές συμπυκνωμάτων χαλκού και κοβαλτίου, στο πλαίσιο της προσπάθειας να διατηρήσει μεγαλύτερο μέρος της προστιθέμενης αξίας των ορυκτών πόρων της στο εσωτερικό της χώρας.
Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η συστηματικότερη εξέταση των φορτίων υδροξειδίου του κοβαλτίου, η παρακολούθηση της έκθεσης των εργαζομένων σε ραδιενέργεια και η καλύτερη καταγραφή των ροών ουρανίου θα μπορούσαν να περιορίσουν τους κινδύνους.
Μακροπρόθεσμα, εκτιμούν ότι η διύλιση του κοβαλτίου στο εσωτερικό της ΛΔ Κονγκό θα έδινε στις αρχές μεγαλύτερο έλεγχο ως προς τη διαχείριση του ουρανίου προτού το κοβάλτιο εγκαταλείψει τη χώρα.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει από την πλευρά της ότι το ουράνιο συνυπάρχει με το κοβάλτιο στα μεταλλεύματα του Κονγκό εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα βιομηχανικής εξόρυξης και ότι το ζήτημα έχει αντιμετωπιστεί με υπεύθυνο τρόπο.
Παράλληλα, επανέλαβε ότι η ΛΔ Κονγκό «παραμένει προσηλωμένη στην εκπλήρωση των διεθνών υποχρεώσεών της για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων και τις διεθνείς δικλίδες ασφαλείας».
www.worldenergynews.gr






