AD
Άμυνα & Γεωπολιτική

Οι μη αναπληρώσιμες απώλειες της Ρωσίας: Τα βιομηχανικά όρια και το μέλλον της στρατηγικής ισχύος (Geopolitical Monitor)

Οι μη αναπληρώσιμες απώλειες της Ρωσίας: Τα βιομηχανικά όρια και το μέλλον της στρατηγικής ισχύος (Geopolitical Monitor)
Παρά το μέγεθος των απωλειών, υπάρχουν αρκετές κατηγορίες εξοπλισμού για τις οποίες η Ρωσία εξακολουθεί να διαθέτει παραγωγική δυνατότητα 
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ανοικτών πηγών WarSpotting, οι οπτικά επιβεβαιωμένες απώλειες της Ρωσίας στην Ουκρανία ξεπερνούν τα 3.000 άρματα μάχης, τα 8.000 οχήματα μάχης πεζικού και τεθωρακισμένα οχήματα μεταφοράς προσωπικού, καθώς και τα 1.000 συστήματα πυροβολικού. Παράλληλα, σημαντικές είναι οι απώλειες σε αεροσκάφη, ελικόπτερα, συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου, ναυτικές μονάδες και μέσα επιμελητείας.
 
Σύμφωνα με το Geopolitical Monitor, οι πραγματικές απώλειες είναι πιθανότατα υψηλότερες, όμως η πρωτοφανής για τα μετασοβιετικά δεδομένα καταστροφή θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα: κατά πόσο η Μόσχα μπορεί να αναπληρώσει και να εκσυγχρονίσει το οπλοστάσιό της υπό τις συνθήκες πολέμου.
 
Το βάρος αυτών των απωλειών, ωστόσο, δεν είναι ίδιο σε όλες τις κατηγορίες. Η Ρωσία εξακολουθεί να διαθέτει ενεργή παραγωγή για συμβατικά συστήματα, όπως άρματα μάχης, τεθωρακισμένα οχήματα, πυροβολικό και πυραύλους. Αντίθετα, πολλά σοβιετικής προέλευσης συστήματα έχουν πάψει οριστικά να παράγονται, ενώ η αντικατάστασή τους από νεότερα μοντέλα δεν είναι πάντοτε εύκολη.
 
Ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα δημιουργείται στα πλέον σύνθετα στρατιωτικά συστήματα, τα οποία η Ρωσία δυσκολεύεται να αναπαράγει σε σημαντική κλίμακα. Οι αδυναμίες αυτές δεν δημιουργήθηκαν μετά το 2022. Ο πόλεμος απλώς αποκάλυψε και επιτάχυνε μια βιομηχανική και τεχνολογική φθορά που είχε ξεκινήσει αρκετά νωρίτερα.
 
Τι μπορεί ακόμη να αναπληρώσει η ρωσική αμυντική βιομηχανία

Παρά το μέγεθος των απωλειών, υπάρχουν αρκετές κατηγορίες εξοπλισμού για τις οποίες η Ρωσία εξακολουθεί να διαθέτει παραγωγική δυνατότητα.
 
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το T-90M «Proryv», το πλέον σύγχρονο άρμα μάχης που παράγεται σήμερα σε σειρά και βρίσκεται σε ενεργό υπηρεσία. Η WarSpotting καταγράφει περισσότερες από 110 επιβεβαιωμένες απώλειες T-90M στην Ουκρανία, αριθμός ιδιαίτερα σημαντικός δεδομένου του περιορισμένου αποθέματος που υπήρχε πριν από τον πόλεμο.
 
Παρόλα αυτά, η Uralvagonzavod εξακολουθεί να παράγει T-90M σε υψηλό ρυθμό και φαίνεται ότι μπορεί να καλύψει τουλάχιστον σημαντικό μέρος των απωλειών. Αυτό δείχνει ότι η Ρωσία εξακολουθεί να διαθέτει λειτουργική παραγωγική βάση σε συγκεκριμένες κατηγορίες σύγχρονων τεθωρακισμένων.
 
Ανάλογη εικόνα παρατηρείται στα οχήματα μάχης πεζικού. Η Ρωσία έχει χάσει περισσότερα από 3.000 οχήματα της οικογένειας BMP, μεταξύ των οποίων μεγάλος αριθμός παλαιότερων BMP-1 και BMP-2. Παρότι τα συγκεκριμένα μοντέλα δεν παράγονται πλέον από μηδενική βάση, η Ρωσία συνεχίζει να κατασκευάζει το νεότερο BMP-3 και έχει αυξήσει σημαντικά την παραγωγή του κατά τη διάρκεια του πολέμου.
 
Το BMP-3 δεν μπορεί φυσικά να αντικαταστήσει ένα προς ένα κάθε παλαιότερο BMP που χάνεται στην Ουκρανία. Ωστόσο, η μαζική παραγωγή σύγχρονων οχημάτων επιτρέπει στη Ρωσία να αντισταθμίζει ένα μέρος των τεράστιων απωλειών των χερσαίων δυνάμεών της.
 
Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στην πολεμική αεροπορία. Η Ρωσία έχει χάσει αρκετά σύγχρονα μαχητικά αεροσκάφη, μεταξύ των οποίων τουλάχιστον επτά Su-35S, όμως η παραγωγή τους συνεχίζεται στο εργοστάσιο αεροσκαφών του Κομσομόλσκ-να-Αμούρε. Στις αρχές του 2026 αναφέρθηκε η παράδοση νέας παρτίδας Su-35S στις ρωσικές αεροδιαστημικές δυνάμεις, γεγονός που δείχνει ότι η χώρα εξακολουθεί να διαθέτει τη βιομηχανική βάση για τη σειριακή παραγωγή ορισμένων προηγμένων αεροσκαφών.
 
Τα συστήματα που χάνονται χωρίς πραγματική αντικατάσταση

Η εικόνα είναι διαφορετική σε κατηγορίες εξοπλισμού που η Ρωσία χάνει χωρίς να διαθέτει ενεργές γραμμές παραγωγής ικανές να τις αντικαταστήσουν πλήρως.
 
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η οικογένεια αρμάτων T-80. Παρότι πρόκειται για σοβιετικό σχεδιασμό, το T-80 εξακολουθεί να διαθέτει ορισμένα τεχνικά πλεονεκτήματα, κυρίως ως προς την κινητικότητα και την ταχύτητα κίνησης προς τα πίσω.
 
Η Ρωσία έχει υποστεί μεγάλες απώλειες T-80 στον πόλεμο, όμως η σειριακή παραγωγή του τύπου έχει σταματήσει εδώ και δεκαετίες. Η επανεκκίνησή της θα απαιτούσε σημαντικές επενδύσεις, αναδιοργάνωση της παραγωγής και ανάκτηση εξειδικευμένου προσωπικού.
 
Είναι επομένως πιθανότερο η Μόσχα να συνεχίσει να καλύπτει τις απώλειες με άρματα που παράγονται σήμερα, όπως το T-90M, αντί να επιχειρήσει την πλήρη αναβίωση της παραγωγής του T-80.
 
Ανάλογο πρόβλημα αντιμετωπίζει και η ρωσική πολεμική αεροπορία με το Su-25. Το αεροσκάφος εγγύς υποστήριξης εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό εργαλείο στο ουκρανικό μέτωπο, όμως δεν παράγεται πλέον μαζικά και η Ρωσία δεν διαθέτει άμεσα συγκρίσιμο αεροσκάφος σε ενεργή παραγωγή.
 
Οι εκσυγχρονισμοί και οι εργασίες ανακατασκευής επιτρέπουν τη διατήρηση των υφιστάμενων Su-25 σε υπηρεσία, όμως η μακροπρόθεσμη αντικατάσταση των απωλειών γίνεται ολοένα δυσκολότερη.
 
Υπάρχουν επίσης συστήματα που η Ρωσία πιθανότατα εξακολουθεί να έχει τη θεωρητική τεχνική δυνατότητα να κατασκευάσει, αλλά η παραγωγή τους μπορεί να περιορίζεται από τις κυρώσεις, τα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα και την πολυπλοκότητα των ηλεκτρονικών εξαρτημάτων.
 
Χαρακτηριστικό πιθανό παράδειγμα αποτελεί το σύστημα ηλεκτρονικού πολέμου Palantin. Η Ρωσία έχει χάσει τουλάχιστον τρία επιβεβαιωμένα συστήματα αυτού του τύπου στην Ουκρανία, όμως οι πληροφορίες ανοικτών πηγών για τον σημερινό ρυθμό παραγωγής και την αναπλήρωσή τους είναι περιορισμένες.
 
Η πολυπλοκότητα των σύγχρονων συστημάτων ηλεκτρονικού πολέμου και η πιθανή εξάρτησή τους από ξένα μικροηλεκτρονικά εξαρτήματα καθιστούν την παραγωγή τους πολύ πιο δύσκολη από εκείνη συμβατικών τεθωρακισμένων ή πυροβόλων.
 
Τα κρίσιμα συστήματα που η Ρωσία δυσκολεύεται να αναπαράγει

Το σοβαρότερο πρόβλημα αφορά συστήματα των οποίων η απώλεια μπορεί να δημιουργήσει μακροπρόθεσμα κενά στη στρατηγική ισχύ της Ρωσίας.
 
Ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα είναι τα αεροσκάφη έγκαιρης προειδοποίησης και ελέγχου A-50. Το A-50 κατασκευαζόταν αρχικά στη σοβιετική Ουζμπεκική ΣΣΔ και όχι στη Ρωσία. Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, η Μόσχα έχασε την άμεση πρόσβαση στο αρχικό βιομηχανικό οικοσύστημα παραγωγής του.
 
Πριν από τον πόλεμο, η Ρωσία φέρεται να διέθετε περίπου 12 A-50, από τα οποία τρία καταστράφηκαν στη συνέχεια από την Ουκρανία. Η Μόσχα επικεντρώθηκε κυρίως στον εκσυγχρονισμό των επιζώντων αεροσκαφών στην έκδοση A-50U, αντί στην κατασκευή εντελώς νέων μονάδων.
 
Παρότι στελέχη της United Aircraft Corporation είχαν κατά καιρούς ανακοινώσει σχέδια για επαναφορά της παραγωγής, ο αναπληρωτής γενικός διευθυντής της εταιρείας Σεργκέι Κορότκοφ αναγνώρισε στα τέλη του 2025 ότι η Ρωσία δεν διαθέτει σήμερα επαρκείς τεχνικούς και βιομηχανικούς πόρους για να επαναφέρει τη σειριακή παραγωγή.
 
Παράλληλα, το μελλοντικό πρόγραμμα A-100 παραμένει καθυστερημένο και υπανάπτυκτο. Η καταστροφή του μοναδικού ιπτάμενου πρωτοτύπου δοκιμών σε ουκρανικό πλήγμα με drones στο Ταγκανρόγκ περιέπλεξε ακόμη περισσότερο ένα πρόγραμμα που αντιμετώπιζε ήδη προβλήματα λόγω κυρώσεων και τεχνολογικών περιορισμών.
 
Το αδιέξοδο των στρατηγικών βομβαρδιστικών

Παρόμοια προβλήματα εμφανίζονται στη στρατηγική αεροπορία.
 
Το Tu-95 εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της ρωσικής στρατηγικής αεροπορίας, όμως δεν παράγεται πλέον. Ο στόλος του αντιμετώπιζε προβλήματα συντήρησης και διαθεσιμότητας ακόμη και πριν από την εισβολή στην Ουκρανία.
 
Από το 2022 και μετά, η Ρωσία έχει χάσει τουλάχιστον επτά Tu-95, περιορίζοντας περαιτέρω έναν ήδη γερασμένο στόλο.
 
Η επανεκκίνηση μεγάλης κλίμακας παραγωγής του βομβαρδιστικού θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη, λόγω της κατάρρευσης των σοβιετικών εφοδιαστικών αλυσίδων, της απώλειας εξειδικευμένων βιομηχανικών υποδομών και της έλλειψης εκπαιδευμένου προσωπικού.
 
Το μελλοντικό πρόγραμμα PAK-DA βρίσκεται ακόμη σε πολύ πρώιμο στάδιο, χωρίς επιβεβαιωμένο επιχειρησιακό πρωτότυπο. Η παραγωγή του θα απαιτούσε τεράστιες οικονομικές, τεχνολογικές και βιομηχανικές επενδύσεις, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ρωσία δυσκολεύεται ήδη να χρηματοδοτήσει και να υλοποιήσει ταυτόχρονα πολλαπλά φιλόδοξα αμυντικά προγράμματα.
 
Παρόμοια είναι η κατάσταση και με τα Tu-22M3. Η Ρωσία συνεχίζει να ανακατασκευάζει και να εκσυγχρονίζει τα αεροσκάφη που διαθέτει, όμως υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις ότι μπορεί να κατασκευάσει νέα Tu-22M3 σε ουσιαστικούς αριθμούς. Στην πράξη, πολλά από τα «νέα» αεροσκάφη που προστίθενται στον στόλο είναι ανακατασκευασμένα σοβιετικά αεροσκάφη και όχι καινούργιες κατασκευές.
 
Το ρωσικό Ναυτικό αντιμετωπίζει ανάλογους περιορισμούς

Ανάλογη εικόνα παρουσιάζει και το ρωσικό Ναυτικό.
 
Η βύθιση του καταδρομικού Moskva δεν αποτέλεσε απλώς την απώλεια ενός εμβληματικού πλοίου. Ανέδειξε επίσης την αδυναμία της Ρωσίας να αντικαταστήσει ορισμένες κατηγορίες μεγάλων πολεμικών πλοίων.
 
Ο αμυντικός αναλυτής Γιούρι Φεντόροφ έχει υποστηρίξει ότι η Ρωσία δεν διαθέτει σήμερα την απαιτούμενη ναυπηγική υποδομή για την κατασκευή ενός νέου καταδρομικού αντίστοιχης κλάσης στο ορατό μέλλον.
 
Το βασικό σοβιετικό ναυπηγείο που μπορούσε να κατασκευάζει πλοία αυτού του μεγέθους βρισκόταν στο Μικολάιβ, στην Ουκρανία. Έτσι, η Ρωσία δεν διαθέτει πλέον άμεση πρόσβαση στις εγκαταστάσεις που είχαν κατασκευάσει πολλά από τα μεγαλύτερα πολεμικά πλοία της Σοβιετικής Ένωσης.
 
Η δημιουργία αντίστοιχης ναυπηγικής δυνατότητας από την αρχή θα απαιτούσε τεράστιες επενδύσεις, εξειδικευμένες υποδομές και ανθρώπινο δυναμικό, τα οποία η Ρωσία φαίνεται σήμερα απρόθυμη ή ανίκανη να κινητοποιήσει εν μέσω πολέμου.
 
Η στρατηγική επιλογή της Μόσχας: Περιφερειακή δύναμη ή υπερδύναμη;

Οι δυνατότητες που προσφέρουν συστήματα όπως τα AWACS και τα στρατηγικά βομβαρδιστικά δεν είναι απολύτως απαραίτητες για μια περιφερειακή στρατιωτική δύναμη. Για μια χώρα όμως που εξακολουθεί να παρουσιάζεται ως παγκόσμια στρατιωτική υπερδύναμη, αποτελούν σχεδόν αναντικατάστατες δυνατότητες.
 
Η Ρωσία θα βρεθεί τελικά μπροστά σε μια δύσκολη επιλογή: είτε να προσπαθήσει να επαναφέρει την παραγωγή παλαιότερων συστημάτων είτε να επενδύσει σε εντελώς νέες πλατφόρμες αντικατάστασης.
 
Και οι δύο επιλογές απαιτούν τεράστιους βιομηχανικούς, οικονομικούς και τεχνολογικούς πόρους.
 
Στην παρούσα φάση του πολέμου, πάντως, η Μόσχα δίνει προτεραιότητα στην παραγωγή συστημάτων που είναι άμεσα απαραίτητα για τη διατήρηση των επιχειρήσεων στο μέτωπο: άρματα, πυροβολικό, πυρομαχικά, πυραύλους και συμβατικό εξοπλισμό.
 
Υπό αυτές τις συνθήκες, ακριβά προγράμματα εκσυγχρονισμού και μακροπρόθεσμης ανάπτυξης, όπως το A-100, περνούν σε δεύτερη μοίρα.
 
Το σημαντικότερο είναι ότι πολλά από τα συγκεκριμένα προγράμματα αντιμετώπιζαν καθυστερήσεις, ανεπαρκή χρηματοδότηση και βιομηχανικούς περιορισμούς πολύ πριν από το 2022. Οι σημερινές δυσκολίες, επομένως, δεν αποτελούν αποκλειστικά συνέπεια του πολέμου, αλλά εκδήλωση βαθύτερων προβλημάτων του ρωσικού στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος.
 
Η εξάρτηση από την Κίνα και η στροφή στα drones

Εάν η αποκατάσταση της εγχώριας παραγωγής αποδειχθεί μη ρεαλιστική στο άμεσο μέλλον, η Ρωσία έχει ουσιαστικά δύο βασικές επιλογές.
 
Η πρώτη είναι η μεγαλύτερη εξάρτηση από εξωτερικούς εταίρους για τεχνολογία, τεχνογνωσία ή ακόμη και άμεσες προμήθειες προηγμένων συστημάτων. Η Κίνα αποτελεί τον προφανέστερο υποψήφιο.
 
Το Πεκίνο έχει ήδη αποδείξει ότι είναι διατεθειμένο να εξάγει προηγμένα συστήματα στρατιωτικής αεροπορίας, όπως το αεροσκάφος έγκαιρης προειδοποίησης KJ-500, το οποίο έχει προσφερθεί στο Πακιστάν.
 
Δεν είναι όμως σαφές εάν η Κίνα θα ήταν πρόθυμη να μεταφέρει στη Ρωσία τεχνολογίες υψηλής ευαισθησίας σε σημαντική κλίμακα, ειδικά σε τομείς που συνδέονται άμεσα με τη στρατηγική στρατιωτική υπεροχή.
 
Υπάρχει επίσης το ζήτημα της ίδιας της Μόσχας. Η εγκατάλειψη της εγχώριας παραγωγής κρίσιμων στρατιωτικών συστημάτων και η εξάρτηση από ξένες προμήθειες θα αποτελούσε σημαντικό συμβολικό και βιομηχανικό πλήγμα για τη ρωσική αμυντική βιομηχανία.
 
Η δεύτερη επιλογή είναι η σταδιακή αναδιάρθρωση της ρωσικής δύναμης και η αντικατάσταση ορισμένων παραδοσιακών δυνατοτήτων από νεότερα και φθηνότερα συστήματα.
 
Εδώ οι εξελίξεις στο πεδίο της μάχης προσφέρουν στη Ρωσία ορισμένα πλεονεκτήματα. Η αυξανόμενη αποτελεσματικότητα drones μεγάλης εμβέλειας, όπως τα Geran-2, επιτρέπει ήδη την εκτέλεση ορισμένων αποστολών που παραδοσιακά απαιτούσαν στρατηγική αεροπορία.
 
Η Ρωσία έχει παρουσιάσει σημαντική πρόοδο στην παραγωγή και επιχειρησιακή αξιοποίηση drones μεγάλης εμβέλειας κατά τη διάρκεια του πολέμου.
 
Ωστόσο, τα μη επανδρωμένα συστήματα δεν μπορούν να αντικαταστήσουν πλήρως την επιχειρησιακή ευελιξία, την αντοχή, τις δυνατότητες διοίκησης και ελέγχου και τη στρατηγική αξία που προσφέρουν πλατφόρμες όπως τα AWACS, τα στρατηγικά βομβαρδιστικά και τα μεγάλα πολεμικά πλοία.
 
Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες

Ο πόλεμος στην Ουκρανία δείχνει ότι η Ρωσία μπορεί ακόμη να αναπληρώνει ένα σημαντικό μέρος των συμβατικών απωλειών της σε άρματα, τεθωρακισμένα, πυροβολικό, πυραύλους και πυρομαχικά.
 
Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού: στα πλέον κρίσιμα και υψηλής τεχνολογίας συστήματα, τα οποία είναι πολύ δυσκολότερο να αναπαραχθούν.
 
Οι κυρώσεις, οι οικονομικοί περιορισμοί, οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες και η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού καθιστούν τη σειριακή παραγωγή ορισμένων από αυτά τα συστήματα εξαιρετικά δύσκολη για τα επόμενα χρόνια.
 
Ο πόλεμος δεν δημιούργησε αυτές τις αδυναμίες. Απλώς επιτάχυνε μια διαδικασία φθοράς που είχε ξεκινήσει πολύ πριν από το 2022.
 
Οι συνέπειες είναι πιθανό να παραμείνουν ακόμη και μετά το τέλος των ενεργών εχθροπραξιών. Η Ρωσία θα πρέπει να λειτουργεί με μειωμένες δυνατότητες σε κρίσιμους τομείς και να αποφασίσει εάν θα επαναφέρει παλιές γραμμές παραγωγής, θα στραφεί σε ξένες τεχνολογικές συνεργασίες ή θα αναδιαμορφώσει τις ένοπλες δυνάμεις της γύρω από φθηνότερα και μη επανδρωμένα συστήματα.
 
Η μακροπρόθεσμη προσαρμοστικότητα της Μόσχας παραμένει αβέβαιη. Ένα πράγμα, ωστόσο, έχει ήδη καταστεί σαφές: ο πόλεμος αποκάλυψε ότι ορισμένα από τα πολυτιμότερα στρατιωτικά μέσα της Ρωσίας είναι πολύ πιο δύσκολο να αντικατασταθούν απ' όσο θεωρούνταν μέχρι σήμερα.
 
www.worldenergynews.gr 

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης