AD
Βιομηχανία & Απανθρακοποίηση

Η Ευρώπη θέλει τα κρίσιμα ορυκτά, αλλά όχι τα ορυχεία που απαιτούνται για την εξόρυξή τους (mining.com)

Η Ευρώπη θέλει τα κρίσιμα ορυκτά, αλλά όχι τα ορυχεία που απαιτούνται για την εξόρυξή τους (mining.com)
Ο ευρωπαϊκός Κανονισμός για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες έχει ήδη θέσει φιλόδοξους στόχους για το 2030: το 10% των στρατηγικών πρώτων υλών να εξορύσσεται εντός της ΕΕ, το 40% να υφίσταται επεξεργασία εντός της Ένωσης και το 25% να προέρχεται από ανακύκλωση, ενώ η εξάρτηση από οποιονδήποτε μεμονωμένο προμηθευτή εκτός ΕΕ δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 65% 
Η Ευρώπη εδώ και χρόνια προσπαθεί να διαμορφώσει μια στρατηγική για την εξασφάλιση κρίσιμων ορυκτών, όμως το δυσκολότερο εμπόδιο ίσως είναι κάτι που οι Βρυξέλλες δεν μπορούν να λύσουν μόνο με νομοθετικές παρεμβάσεις: να βρουν τοπικές κοινωνίες πρόθυμες να φιλοξενήσουν τα ορυχεία και τις μονάδες επεξεργασίας που απαιτούνται για να υλοποιηθεί αυτή η στρατηγική.
 
Η αντίθεση στο σχέδιο εξόρυξης λιθίου Jadar στη Σερβία αυξήθηκε από 55,5% στα μέσα του 2024 σε 63,5% τον Μάρτιο του 2025, σύμφωνα με το EU Institute for Security Studies. Η Σερβία δεν είναι μέλος της ΕΕ, ωστόσο οι Βρυξέλλες έχουν χαρακτηρίσει το Jadar στρατηγικό έργο, λόγω της δυνητικής σημασίας του για την ευρωπαϊκή εφοδιαστική αλυσίδα λιθίου. Πολλοί από τους κατοίκους που θα βρεθούν δίπλα στην εγκατάσταση τάσσονται κατά της υλοποίησής της.
 
Ο ευρωπαϊκός Κανονισμός για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες έχει ήδη θέσει φιλόδοξους στόχους για το 2030: το 10% των στρατηγικών πρώτων υλών να εξορύσσεται εντός της ΕΕ, το 40% να υφίσταται επεξεργασία εντός της Ένωσης και το 25% να προέρχεται από ανακύκλωση, ενώ η εξάρτηση από οποιονδήποτε μεμονωμένο προμηθευτή εκτός ΕΕ δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 65%.
 
Ο καθορισμός των στόχων ήταν το εύκολο κομμάτι. Το πολύ δυσκολότερο είναι να βρεθούν οι περιοχές όπου θα κατασκευαστούν τα ορυχεία, τα μεταλλουργεία και οι εγκαταστάσεις διαχείρισης αποβλήτων.
 
Το έλλειμμα εμπιστοσύνης

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στη διαδικασία αδειοδότησης. Αφορά κυρίως τη λεγόμενη «κοινωνική άδεια», δηλαδή τη διαρκή αποδοχή ενός έργου από τις τοπικές κοινωνίες που επηρεάζονται από τη λειτουργία του.
 
Η Ευρώπη μπορεί να μειώσει τον χρόνο που απαιτείται για τις διοικητικές διαδικασίες και να επιδοτήσει επενδύσεις, όμως καμία από αυτές τις κινήσεις δεν εγγυάται ότι οι κάτοικοι μιας περιοχής θα αποδεχθούν την παρουσία μιας μεγάλης βιομηχανικής εγκατάστασης δίπλα στα σπίτια τους.
 
Η αντίδραση των τοπικών κοινωνιών δεν είναι παράλογη. Η εξόρυξη απαιτεί γη και νερό, δημιουργεί απόβλητα και μπορεί να προκαλέσει περιβαλλοντικές επιπτώσεις που παραμένουν για χρόνια μετά το τέλος της παραγωγής. Οι κάτοικοι έχουν, επομένως, λόγους να εξετάζουν με ιδιαίτερη επιφύλαξη τις δεσμεύσεις των μεταλλευτικών εταιρειών αντί να τις αποδέχονται χωρίς αμφισβήτηση.
 
Ακριβώς γι' αυτό, η αντιμετώπιση του προβλήματος των ορυκτών στην Ευρώπη αποκλειστικά ως ζήτημα αργών διοικητικών διαδικασιών παραβλέπει έναν κρίσιμο παράγοντα.
 
Μεγάλο μέρος της συζήτησης για το έλλειμμα πρώτων υλών στην Ευρώπη επικεντρώνεται στις καθυστερήσεις στην αδειοδότηση και στην επί δεκαετίες μεταφορά της εξόρυξης και της επεξεργασίας σε χώρες όπως η Χιλή, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, η Ινδονησία και η Κίνα.

Και οι δύο παράγοντες συνέβαλαν στη σημερινή εξάρτηση της Ευρώπης. Κανένας όμως δεν εξαλείφει το πολιτικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι κυβερνήσεις όταν επιχειρούν να επαναφέρουν αυτές τις δραστηριότητες στην Ευρώπη.
 
Η Κίνα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, αν και η εικόνα δεν είναι τόσο απόλυτη όσο συχνά παρουσιάζεται. Και εκεί έχουν καταγραφεί περιβαλλοντικές διαμαρτυρίες και αντιδράσεις τοπικών κοινωνιών σε βιομηχανικά έργα. Η βασική διαφορά είναι θεσμική: το κινεζικό πολιτικό σύστημα προσφέρει στους αντιπάλους τέτοιων έργων πολύ λιγότερες δυνατότητες να τα καθυστερήσουν ή να τα εμποδίσουν όταν το κράτος τα θεωρεί στρατηγικής σημασίας.
 
Το Πεκίνο πέρασε δεκαετίες δημιουργώντας τα ορυχεία, τα διυλιστήρια και τα μεταλλουργεία που συνέβαλαν στην κυριαρχία του σε αρκετές εφοδιαστικές αλυσίδες κρίσιμων ορυκτών. Η Ευρώπη δεν θα πρέπει να επιδιώξει να υιοθετήσει το πολιτικό μοντέλο της Κίνας, ούτε να περιορίσει τη δυνατότητα των τοπικών κοινωνιών να αμφισβητούν μεγάλα έργα. Ωστόσο, η διαφορά στον βαθμό θεσμικών εμποδίων που μπορεί να δημιουργήσει η τοπική αντίδραση εξηγεί εν μέρει γιατί η Κίνα μπόρεσε να αναπτύξει τόσο γρήγορα την παραγωγική της δυναμικότητα στην επεξεργασία ορυκτών.
 
Οι ΗΠΑ προσφέρουν ένα πιο χρήσιμο σημείο σύγκρισης. Και εκεί τα ορυχεία αντιμετωπίζουν προσφυγές, περιβαλλοντικές αντιδράσεις και αντιστάσεις από τοπικές και αυτόχθονες κοινότητες. Η Ουάσινγκτον έχει απαντήσει με ομοσπονδιακή χρηματοδότηση, στρατηγικά εργαλεία και προσπάθειες επιτάχυνσης των αδειοδοτήσεων, χωρίς να καταργήσει πλήρως τις νομικές δυνατότητες αμφισβήτησης.
 
Οι ΗΠΑ διαθέτουν, ωστόσο, πλεονεκτήματα που η Ευρώπη δύσκολα μπορεί να αναπαράγει: μεγαλύτερες και πιο αραιοκατοικημένες περιοχές εξόρυξης, καθώς και κοινότητες στις οποίες η εξορυκτική δραστηριότητα εξακολουθεί να αποτελεί μέρος της τοπικής οικονομίας. Η Νεβάδα διαθέτει διαθέσιμο χώρο που η Σαξονία δεν έχει.
 
Αυτό καθιστά ακόμη σημαντικότερη την κοινωνική αποδοχή των εξορυκτικών έργων στην Ευρώπη.
 
Ο όρος «κοινωνική άδεια» είναι πλέον καθιερωμένος στον παγκόσμιο μεταλλευτικό κλάδο, συμπεριλαμβανομένης της Ευρώπης, όμως ο βαθμός αποδοχής διαφέρει σημαντικά από χώρα σε χώρα. Έρευνες για ευρωπαϊκά έργα λιθίου έχουν δείξει, για παράδειγμα, περιορισμένες αντιδράσεις στο έργο Keliber της Φινλανδίας, ενώ αντίστοιχα σχέδια στη Γαλλία και την Πορτογαλία έχουν προκαλέσει πολύ μεγαλύτερες αντιπαραθέσεις.
 
Η Φινλανδία δεν εγκατέλειψε ποτέ την εξορυκτική δραστηριότητα στον ίδιο βαθμό με μεγάλο μέρος της Δυτικής Ευρώπης. Η εξοικείωση δεν εγγυάται την αποδοχή ενός νέου έργου, μπορεί όμως να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο μια τοπική κοινωνία το αξιολογεί. Η εμπιστοσύνη είναι ευκολότερο να οικοδομηθεί όταν η εξόρυξη αποτελεί ακόμη κομμάτι της οικονομίας μιας περιοχής, σε σχέση με περιοχές όπου ο κλάδος έχει εξαφανιστεί εδώ και γενιές.
 
Βεβαίως, και οι ίδιες οι μεταλλευτικές εταιρείες καθορίζουν το πόση εμπιστοσύνη δικαιούνται.
 
Η καταστροφή από τη Rio Tinto το 2020 των βραχοσκεπών του Juukan Gorge στη Δυτική Αυστραλία, ηλικίας περίπου 46.000 ετών και ιδιαίτερης πολιτιστικής σημασίας για τους λαούς Puutu Kunti Kurrama και Pinikura, αποτέλεσε παγκόσμιο παράδειγμα του πόσο γρήγορα μπορεί να χαθεί η κοινωνική αποδοχή ενός μεταλλευτικού ομίλου. Οι συνέπειες έφτασαν μέχρι την αποχώρηση κορυφαίων στελεχών της εταιρείας.
 
Το δίδαγμα δεν ήταν ότι οι τοπικές κοινωνίες έχουν παράλογους λόγους να δυσπιστούν απέναντι στη μεταλλευτική βιομηχανία. Ήταν ότι η εμπιστοσύνη αποτελεί ένα κεφάλαιο που οι εταιρείες μπορούν να οικοδομήσουν, αλλά και να καταστρέψουν.
 
Η Ευρώπη, επομένως, βρίσκεται αντιμέτωπη με κάτι περισσότερο από ένα πρόβλημα εικόνας. Τα σύγχρονα ορυχεία μπορούν να λειτουργούν αυτοματοποιημένα, να παρακολουθούνται εξ αποστάσεως και να υπόκεινται σε περιβαλλοντικά πρότυπα που προηγούμενες γενιές δεν μπορούσαν καν να φανταστούν. Τίποτα από αυτά όμως δεν καθιστά την εξόρυξη δραστηριότητα χωρίς επιπτώσεις. Οι νέες εγκαταστάσεις εξακολουθούν να απαιτούν γη και νερό και να παράγουν απόβλητα.
 
Εδώ βρίσκεται και η βασική αντίφαση: η ενεργειακή μετάβαση της Ευρώπης απαιτεί τεράστιες ποσότητες πρώτων υλών, την ώρα που πολλοί Ευρωπαίοι εμφανίζονται απρόθυμοι να αποδεχθούν τη βιομηχανική δραστηριότητα που απαιτείται για την παραγωγή τους.
 
Η Ευρώπη θέλει την μπαταρία. Δυσκολεύεται όμως πολύ περισσότερο να αποδεχθεί το ορυχείο που βρίσκεται πίσω από αυτήν.
 
Η ανακύκλωση δεν αποτελεί άμεση λύση

Η ανακύκλωση δεν μπορεί να λύσει αυτή την αντίφαση αρκετά γρήγορα.
 
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας εκτιμά ότι τα υπολείμματα από την παραγωγή μπαταριών θα αντιστοιχούν περίπου στα δύο τρίτα των διαθέσιμων πρώτων υλών για ανακύκλωση το 2030. Μεγάλες ποσότητες χρησιμοποιημένων μπαταριών από ηλεκτρικά οχήματα θα αρχίσουν να γίνονται διαθέσιμες σε μεγαλύτερη κλίμακα αργότερα, καθώς ο σημερινός στόλος θα γερνά. Μέχρι τότε, οι μονάδες ανακύκλωσης θα ανταγωνίζονται για περιορισμένες ποσότητες διαθέσιμου υλικού.
 
Οι οικονομικές συνέπειες είναι ήδη ορατές. Η εταιρεία ανακύκλωσης μπαταριών Ascend Elements υπέβαλε αίτηση προστασίας από τους πιστωτές βάσει του Chapter 11 τον Απρίλιο του 2026, παρά το γεγονός ότι είχε εξασφαλίσει σημαντική ιδιωτική και δημόσια χρηματοδότηση. Αντίστοιχα, η Li-Cycle αντιμετώπισε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, έχοντας εξασφαλίσει χρηματοδοτική διευκόλυνση 375 εκατ. δολαρίων από το αμερικανικό υπουργείο Ενέργειας για το κέντρο ανακύκλωσης στο Ρότσεστερ.
 
Οι δύο εταιρείες αντιμετώπισαν τα δικά τους λειτουργικά και χρηματοοικονομικά προβλήματα, όμως ο γενικότερος περιορισμός παραμένει: οι μονάδες ανακύκλωσης δεν μπορούν να ανακτήσουν μέταλλα από μπαταρίες που δεν έχουν ακόμη φτάσει στο τέλος του κύκλου ζωής τους.
 
Ο στόχος της ΕΕ για 25% ανακύκλωση αποτελεί επομένως χρήσιμο μακροπρόθεσμο προσανατολισμό, δεν μπορεί όμως να αντικαταστήσει αρκετά γρήγορα την πρωτογενή εξόρυξη ώστε να αντιμετωπιστεί το άμεσο πρόβλημα εφοδιασμού της Ευρώπης.
 
Η Ευρώπη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει καθυστερήσεις στις αδειοδοτήσεις, έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού, υψηλό κόστος και δύσκολες οικονομικές συνθήκες για την υλοποίηση των έργων. Η κοινωνική αντίδραση δεν είναι ο μοναδικός περιορισμός, μπορεί όμως να είναι εκείνος που η βιομηχανική πολιτική δυσκολεύεται περισσότερο να αντιμετωπίσει.
 
Μια κυβέρνηση μπορεί να αλλάξει μια προθεσμία αδειοδότησης. Δεν μπορεί όμως να αλλάξει σε σύντομο χρονικό διάστημα την αντίληψη μιας τοπικής κοινωνίας για ένα ορυχείο. Αυτό απαιτεί χρόνια αξιοπιστίας, διαβούλευσης και αποδεδειγμένης περιβαλλοντικής υπευθυνότητας.
 
Η συναίνεση των τοπικών κοινωνιών, επομένως, δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως εμπόδιο στην άσκηση βιομηχανικής πολιτικής. Είναι η προϋπόθεση που επιτρέπει στην πολιτική αυτή να αντέξει όταν έρχεται αντιμέτωπη με την πραγματικότητα.
 
Η επιλογή της Ευρώπης δεν είναι τελικά ανάμεσα στην εξόρυξη και την απουσία εξόρυξης. Είναι ολοένα περισσότερο ανάμεσα στο να εξορύσσει μεγαλύτερο μέρος των υλικών που χρειάζεται στο εσωτερικό της ή να εξαρτάται από ορυχεία, διυλιστήρια και τοπικές κοινωνίες σε άλλες χώρες.
 
Το λίθιο, ο χαλκός και οι σπάνιες γαίες που χρειάζεται η Ευρώπη θα προέλθουν είτε από έργα όπως το Jadar, το Barroso και το Beauvoir είτε από εφοδιαστικές αλυσίδες που ελέγχονται αλλού, συχνά με τους όρους άλλων.
 
Η Ευρώπη δεν μπορεί να έχει ταυτόχρονα το ορυχείο που αρνείται να φιλοξενήσει και την ανεξαρτησία που επιδιώκει.
 
www.worldenergynews.gr 

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης