Σύμφωνα με δημοσίευμα του RFE/RL, το ενδιαφέρον της Ρωσίας φαίνεται να επικεντρώνεται κυρίως στην ανάθεση της παραγωγής οπλικών συστημάτων σε χώρες της Κεντρικής Ασίας, καθώς και στη δημιουργία γραμμών συναρμολόγησης και εγκαταστάσεων συντήρησης, οι οποίες θα βρίσκονται εκτός της εμβέλειας των ουκρανικών drones
Καθώς οι ουκρανικές επιθέσεις με drones πλήττουν ολοένα και περισσότερο τις ρωσικές υποδομές, το Κρεμλίνο εξετάζει τρόπους για να διατηρήσει την πολεμική του προσπάθεια στην Ουκρανία, εμβαθύνοντας παράλληλα την αμυντική συνεργασία με το Καζακστάν και το Ουζμπεκιστάν. Ωστόσο, παραμένει αβέβαιο κατά πόσο η Αστάνα και η Τασκένδη θα ανταποκριθούν στις επιδιώξεις της Μόσχας.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του RFE/RL, το ενδιαφέρον της Ρωσίας φαίνεται να επικεντρώνεται κυρίως στην ανάθεση της παραγωγής οπλικών συστημάτων σε χώρες της Κεντρικής Ασίας, καθώς και στη δημιουργία γραμμών συναρμολόγησης και εγκαταστάσεων συντήρησης, οι οποίες θα βρίσκονται εκτός της εμβέλειας των ουκρανικών drones.
«Η Ουκρανία έχει σίγουρα γίνει πιο τολμηρή στις ενέργειές της, όμως δεν θα θέλει να εξαπολύσει επιθέσεις με drones σε έδαφος του Καζακστάν», δήλωσε στο κεντροασιατικό τμήμα του RFE/RL ο αναλυτής αμυντικών θεμάτων Derek Bisaccio. «Κάτι τέτοιο θα θεωρούνταν εκεί σοβαρή κλιμάκωση».
Μια ενδεχόμενη μεταφορά της παραγωγής όπλων από τη Ρωσία στην Κεντρική Ασία θα σηματοδοτούσε σημαντική αλλαγή στις περιφερειακές ισορροπίες. Κατά το μεγαλύτερο μέρος της μετασοβιετικής περιόδου, η Ρωσία αποτελούσε τον βασικό προμηθευτή οπλικών συστημάτων για τα κράτη της Κεντρικής Ασίας. Η σχεδόν μονοπωλιακή θέση της Μόσχας στην περιφερειακή αγορά όπλων άρχισε να υποχωρεί το 2022, όταν το Κρεμλίνο εξαπέλυσε την εισβολή του στην Ουκρανία. Τώρα, η αποτελεσματική εκστρατεία των ουκρανικών drones φαίνεται να αναγκάζει τη Ρωσία να εξετάζει ακόμη και το ενδεχόμενο να μετατραπεί από εξαγωγέας σε εισαγωγέας οπλικών συστημάτων.
Το Καζακστάν και το Ουζμπεκιστάν διαθέτουν ήδη εγκαταστάσεις που μπορούν να υποστηρίξουν τη λειτουργία και τη συντήρηση ρωσικού στρατιωτικού εξοπλισμού. Στο Καζακστάν περιλαμβάνονται το εργοστάσιο Semey Engineering και το Aircraft Repair Plant του Αλμάτι, ενώ στο Ουζμπεκιστάν λειτουργεί το Chirchik Aircraft Repair Plant.
Για τις ηγεσίες του Καζακστάν και του Ουζμπεκιστάν, ωστόσο, οι δυσκολίες που θα προέκυπταν από μια διεύρυνση της αμυντικής συνεργασίας με τη Ρωσία ενδέχεται να υπερβαίνουν τα οφέλη. Ένας από τους βασικότερους κινδύνους είναι η έκθεση των δύο χωρών σε εκτεταμένες δευτερογενείς κυρώσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Απαντώντας σε ερώτημα του RFE/RL, αξιωματούχος του υπουργείου Άμυνας του Καζακστάν απέφυγε να δώσει σαφή απάντηση, σημειώνοντας ότι το ζήτημα εξακολουθεί να εξετάζεται. Οι αρχές του Ουζμπεκιστάν δεν προχώρησαν σε κάποιο σχόλιο.
Την ίδια στιγμή, ο Pavel Baev, ειδικός σε θέματα της περιοχής στο Peace Research Institute Oslo (PRIO), δήλωσε στο RFE/RL ότι δεν βλέπει ισχυρό κίνητρο για την Αστάνα και την Τασκένδη να υιοθετήσουν αυτό που χαρακτήρισε «όχι και τόσο έξυπνο σχέδιο» της Μόσχας.
Μέσα στη συζήτηση για την ουσιαστική μεταφορά τμήματος του ρωσικού στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος στο εξωτερικό, ένα κρίσιμο ερώτημα παραμένει: με ποιον τρόπο θα μπορούσε η Μόσχα να χρηματοδοτήσει μια τέτοια προσπάθεια;
Ο πόλεμος έχει περιορίσει τα διαθέσιμα κεφάλαια του ρωσικού κράτους και την ικανότητά του να χρηματοδοτεί μεγάλης κλίμακας έργα. Η Ρωσία έχει ήδη αναγκαστεί να μεταθέσει σημαντικά έργα στην Κεντρική Ασία, μεταξύ των οποίων και την κατασκευή πυρηνικών σταθμών, εξαιτίας προβλημάτων ρευστότητας που αντιμετωπίζει η κρατικά ελεγχόμενη πυρηνική εταιρεία Rosatom. Παράλληλα, κρατικά ελεγχόμενες ρωσικές εταιρείες έχουν δει συμβάσεις για την κατασκευή μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στο Καζακστάν να ακυρώνονται λόγω χρηματοδοτικών δυσκολιών.
Η εμφανής έλλειψη διαθέσιμων πόρων, πάντως, δεν εμποδίζει τη Ρωσία να επιχειρεί να διατηρήσει την εικόνα μιας οικονομίας που συνεχίζει να λειτουργεί κανονικά. Στις 18 Αυγούστου, το Sputnik Kyrgyzstan, μέσο που ευθυγραμμίζεται με τη ρωσική κρατική γραμμή, μετέδωσε ότι το Russia-Kyrgyzstan Development Fund (RKDF) ήταν έτοιμο να χρηματοδοτήσει έργα υποδομών ύψους 660 εκατομμυρίων δολαρίων, με στόχο να περιοριστεί το ενεργειακό έλλειμμα του Κιργιστάν. Το δημοσίευμα, ωστόσο, δεν έδωσε λεπτομέρειες σχετικά με τον τρόπο χρηματοδότησης των συγκεκριμένων έργων.
Το RKDF δημιουργήθηκε το 2014, υπό την αιγίδα της υπό ρωσική ηγεσία Ευρασιατικής Οικονομικής Ένωσης, με στόχο την «προώθηση της οικονομικής συνεργασίας μεταξύ Κιργιστάν και Ρωσίας, τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη της οικονομίας του Κιργιστάν», καθώς και την προώθηση της «ευρασιατικής οικονομικής ολοκλήρωσης». Η κεφαλαιοποίηση του οργανισμού, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, ανερχόταν το 2025 σε 574 εκατομμύρια δολάρια.
www.worldenergynews.gr






