Η τεχνητή νοημοσύνη θα αποκτά ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα ως παράγοντας εθνικής ισχύος, στρατιωτικής υπεροχής και οικονομικής ανάπτυξης - Η έκβαση αυτού του ανταγωνισμού θα μπορούσε ακόμη να επηρεάσει το κατά πόσο οι ανοιχτές κοινωνίες και οι ανοιχτές αγορές θα παραμείνουν βιώσιμες απέναντι σε ένα εναλλακτικό, αυταρχικό μοντέλο που βασίζεται στη μαζική επιτήρηση
Η συζήτηση για την επιβράδυνση της ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης αποκτά πλέον νέα δυναμική, καθώς κορυφαία στελέχη του κλάδου προειδοποιούν ότι οι δυνατότητες των συστημάτων AI εξελίσσονται ταχύτερα από τους μηχανισμούς που έχουν δημιουργηθεί για την εποπτεία και τον έλεγχο των κινδύνων τους. Ο διευθύνων σύμβουλος της Anthropic, Ντάριο Αμοντέι, κάλεσε το Σαββατοκύριακο σε «επιβράδυνση του ρυθμού» ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης, επικαλούμενος τις αυξανόμενες ανησυχίες για την ασφάλεια. Η τοποθέτησή του βρήκε γρήγορα ανταπόκριση από τον Σαμ Άλτμαν της OpenAI, τον Ντέμης Χασάμπις της Google DeepMind και τον Έλον Μασκ της SpaceXAI.
Η πρωτοφανής σύγκλιση μεταξύ ανταγωνιστών της βιομηχανίας τεχνητής νοημοσύνης έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία πληθαίνουν οι αναφορές για ανεξέλεγκτες συμπεριφορές συστημάτων AI και ερευνητές κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τις πιθανές συνέπειες στην ανθρωπότητα.
Η έκκληση για επιβράδυνση της ανάπτυξης των πιο προηγμένων μοντέλων αποτελεί ιστορική εξέλιξη. Ωστόσο, η σημασία της γίνεται καλύτερα αντιληπτή μέσα από τρεις βασικές διαπιστώσεις. Πρώτον, οι ΗΠΑ, μαζί με τα κορυφαία εργαστήρια της τεχνητής νοημοσύνης, ορισμένα ευρωπαϊκά εργαστήρια και τις κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού που υποστηρίζουν το οικοσύστημα AI, συμμετέχουν σε έναν παγκόσμιο και συστημικό ανταγωνισμό που θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από την τεχνολογική υπεροχή.
Η τεχνητή νοημοσύνη θα αποκτά ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα ως παράγοντας εθνικής ισχύος, στρατιωτικής υπεροχής και οικονομικής ανάπτυξης. Η έκβαση αυτού του ανταγωνισμού θα μπορούσε ακόμη να επηρεάσει το κατά πόσο οι ανοιχτές κοινωνίες και οι ανοιχτές αγορές θα παραμείνουν βιώσιμες απέναντι σε ένα εναλλακτικό, αυταρχικό μοντέλο που βασίζεται στη μαζική επιτήρηση.
Ωστόσο, η κατάκτηση της τεχνολογικής υπεροχής στην AI θα χάσει τη σημασία της εάν η ταχύτητα ανάπτυξης οδηγήσει σε σενάρια ακραίου κινδύνου, προτού οι αμερικανικοί και συμμαχικοί θεσμοί αποκτήσουν τη δυνατότητα να διαχειριστούν τους σύνθετους και ολοένα πιο αυτόνομους κινδύνους.
Την ίδια στιγμή, παρά την κούρσα για την κυριαρχία στην τεχνητή νοημοσύνη, η κοινή γνώμη παραμένει βαθιά επιφυλακτική και ανήσυχη. Η δυσπιστία αυτή δεν είναι αδικαιολόγητη. Η Επιτροπή του Atlantic Council για την Τεχνητή Νοημοσύνη, στην οποία συμμετείχαν μεταξύ άλλων στελέχη και καινοτόμοι από κορυφαία εργαστήρια AI, έχει διαπιστώσει ότι η εμπιστοσύνη αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την τεχνολογική ηγεσία.
Η εικόνα αυτή επιβαρύνεται όταν κορυφαίοι ερευνητές εγκαταλείπουν εξαιρετικά αμειβόμενες θέσεις και προειδοποιούν ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να έχει πιθανότητα 10% ή και μεγαλύτερη να προκαλέσει γεγονός που θα οδηγήσει στην εξαφάνιση της ανθρωπότητας.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η έκκληση για «επιβράδυνση της αιχμής» της τεχνολογικής ανάπτυξης είναι θετική, αλλά θα χρειαστεί τη συμμετοχή πολύ περισσότερων φορέων. Ο Αμοντέι έχει προσδιορίσει τρεις βασικούς άξονες: την ενσωμάτωση ανεξάρτητων αξιολογητών στα εργαστήρια AI, τον συντονισμό της ανάπτυξης με τις δημοκρατικές χώρες και την παγκόσμια συνεργασία.
Η ανεξάρτητη αξιολόγηση των μοντέλων θα μπορούσε να είναι αποτελεσματικότερη εάν καταστεί υποχρεωτική για τη βιομηχανία και υποστηριχθεί από έναν φορέα που λογοδοτεί στο κοινό. Μέχρι στιγμής, ο Λευκός Οίκος και το Κογκρέσο δεν έχουν παρουσιάσει μια πρόταση αντίστοιχης εμβέλειας.
Παράλληλα, η συνεργασία μεταξύ δημοκρατικών κρατών απαιτεί μεγαλύτερο συντονισμό σχετικά με τους κινδύνους της τεχνητής νοημοσύνης και πρόσβαση των αρμόδιων φορέων στα πιο προηγμένα μοντέλα. Σήμερα υπάρχουν 114 ινστιτούτα ασφάλειας και προστασίας της AI παγκοσμίως, μεταξύ των οποίων και κρατικά ιδρύματα, όμως μόλις εννέα συνεργάζονται επίσημα μεταξύ τους. Παράλληλα, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές τεχνικές ανισότητες μεταξύ τους.
Ακόμη δυσκολότερη είναι η παγκόσμια διάσταση του ζητήματος, καθώς η διαχείριση των καταστροφικών κινδύνων προϋποθέτει ουσιαστικό διάλογο μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας. Η προγραμματισμένη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ στις 24 Σεπτεμβρίου αναμένεται να αποτελέσει κρίσιμο τεστ για το κατά πόσο μπορεί να υπάρξει συνεννόηση.
Η βιομηχανία AI μπορεί να αντλήσει μαθήματα από την κυβερνοασφάλεια
Το βασικό πρόβλημα είναι ότι η τεχνολογία αναπτύσσεται με ρυθμούς που δεν συμβαδίζουν με τους μηχανισμούς διακυβέρνησης. Τα κίνητρα των εταιρειών δεν ευθυγραμμίζονται πάντοτε με τις απαιτήσεις ασφάλειας, ενώ οι κυβερνήσεις διαθέτουν περιορισμένες δυνατότητες αλλά και περιορισμένη διάθεση να επιβάλουν ρυθμούς ανάπτυξης ή κοινά πρότυπα ασφάλειας.
Η Anthropic έχει ήδη δεσμευθεί μονομερώς να ενσωματώσει ανεξάρτητους αξιολογητές τρίτων ως πρώτο βήμα για την επιβράδυνση της ανάπτυξης των μοντέλων της. Το ερώτημα, ωστόσο, είναι κατά πόσο οι αξιολογητές που εξαρτώνται από τα ίδια τα εργαστήρια για πρόσβαση στα μοντέλα, στις πληροφορίες και στις υποδομές μπορούν πραγματικά να ασκήσουν αποτελεσματικό έλεγχο.
Ενδέχεται, επομένως, να χρειάζονται κανονιστικές ρυθμίσεις που θα κατοχυρώνουν την πρόσβαση, την ανεξαρτησία και την εξουσία των αξιολογητών. Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο κρίσιμο καθώς εταιρείες λαμβάνουν προστατευτικές αποφάσεις, όπως η Anthropic, η οποία έχει αρνηθεί να διαθέσει το μοντέλο της στο Βρετανικό Ινστιτούτο Ασφάλειας AI.
Παράλληλα, εάν οι εταιρείες AI των δημοκρατικών χωρών καλούνται να συνεργαστούν στενότερα, θα πρέπει να ενισχυθούν και οι δημόσιοι θεσμοί που είναι αρμόδιοι να εποπτεύουν αυτή τη διαδικασία. Χωρίς επενδύσεις σε κρατική τεχνογνωσία, ανθρώπινο δυναμικό και θεσμική εξουσία, οι κυβερνήσεις κινδυνεύουν να αδυνατούν να επηρεάσουν ουσιαστικά την κατεύθυνση της τεχνολογικής ανάπτυξης.
Σε διεθνές επίπεδο, η κατάσταση είναι ακόμη πιο περίπλοκη. Η πραγματική συνεργασία θα απαιτήσει μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, αντίστοιχα με εκείνα που έχουν αναπτυχθεί στον κυβερνοχώρο. Ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη και το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών έχουν επενδύσει σημαντικά στη δημιουργία τέτοιων μηχανισμών. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η υποχρέωση των συμμετεχόντων κρατών να ορίζουν εθνικό σημείο επαφής για ζητήματα κυβερνοασφάλειας και περιστατικά κυβερνοεπιθέσεων.
Ακόμη και μια φαινομενικά απλή διαδικασία, όπως το να γνωρίζουν οι κυβερνήσεις και οι εταιρείες ποιον πρέπει να επικοινωνήσουν σε περίπτωση ενός περιστατικού, μπορεί να έχει σημαντικό θετικό αποτέλεσμα. Το αντίστοιχο μοντέλο για την τεχνητή νοημοσύνη δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί.
Μια μεγάλη συμφωνία για την ασφάλεια της AI παραμένει δύσκολη
Η συζήτηση για την επιβράδυνση της ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης έχει επικεντρωθεί ιδιαίτερα στον κίνδυνο απώλειας του ανθρώπινου ελέγχου, την ώρα που ΗΠΑ και Κίνα προετοιμάζονται για συνομιλίες σχετικά με την ασφάλεια της AI.
Υπάρχουν ενδείξεις ότι Ουάσιγκτον και Πεκίνο αντιλαμβάνονται ορισμένους από τους κινδύνους των πιο προηγμένων μοντέλων με παρόμοιο τρόπο. Τον Ιούλιο, ο Σι Τζινπίνγκ αναφέρθηκε στην πιθανότητα απώλειας ελέγχου, ζητώντας την παρακολούθηση επικίνδυνων συμπεριφορών, τον έγκαιρο εντοπισμό νέων κινδύνων, τη διατήρηση του ανθρώπινου ελέγχου και τη δημιουργία διεθνών κανόνων.
Η Κίνα έχει και πρακτικό λόγο να συμμετάσχει στη συζήτηση. Οι Κινέζοι developers χάνουν μέρος της ορατότητας που έχουν πάνω στα μοντέλα τους όταν αυτά χρησιμοποιούνται σε υποδομές εκτός Κίνας, ενώ ενδεχόμενη κακόβουλη χρήση μπορεί να αποκαλύψει ευπάθειες και να συμβάλει στη βελτίωση των μηχανισμών ασφαλείας.
Ωστόσο, τα πολιτικά εμπόδια παραμένουν σημαντικά. Το Πεκίνο αντιμετωπίζει με καχυποψία τις προθέσεις των ΗΠΑ και προειδοποιεί ότι οι συζητήσεις για την ασφάλεια μπορεί να χρησιμοποιηθούν ως πρόσχημα για την ενίσχυση της αμερικανικής «τεχνολογικής ηγεμονίας». Κινεζικές πηγές υποστηρίζουν ότι η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να καθορίζει μονομερώς τα όρια των κινδύνων των προηγμένων μοντέλων και ότι οποιοιδήποτε κανόνες θα πρέπει να ισχύουν και για τις αμερικανικές εταιρείες και να μπορούν να επιβληθούν σε αυτές.
Υπό αυτές τις συνθήκες, μια μεγάλη συμφωνία για την ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης θεωρείται εξαιρετικά δύσκολη. Ωστόσο, υπάρχουν περιθώρια για περιορισμένη αλλά ουσιαστική συνεργασία. Ο διάλογος που πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο σε επίπεδο Track 1.5 αποτέλεσε ένα πρώτο βήμα, με τις δύο πλευρές να συμφωνούν στην ανάγκη περαιτέρω επαφών.
Κινέζοι ερευνητές έχουν ήδη προτείνει πεδία συνεργασίας, όπως η αποτροπή κακόβουλης χρήσης της AI από μη κρατικούς φορείς, αλλά και η από κοινού ανάπτυξη κανόνων, τεχνικών μηχανισμών παρακολούθησης, συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης και διαδικασιών αντιμετώπισης έκτακτων περιστατικών.
Η απώλεια ελέγχου ίσως αποτελεί, επομένως, ένα από τα ελάχιστα πεδία όπου ΗΠΑ και Κίνα μπορούν να βρουν κοινό έδαφος, υπό την προϋπόθεση ότι η ασφάλεια της AI δεν θα μετατραπεί σε ακόμη ένα μέτωπο του ευρύτερου τεχνολογικού ανταγωνισμού τους.
Η «επιβράδυνση» από μόνη της δεν αρκεί
Το περιστατικό του Ιουλίου με την επίθεση σχεδόν 700 αυτόνομων πρακτόρων της OpenAI εναντίον της τεχνολογικής εταιρείας Hugging Face ανέδειξε με ιδιαίτερα έντονο τρόπο το πρόβλημα. Η Anthropic και η OpenAI αναγνώρισαν αυτή την εβδομάδα ότι οι δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης εξελίσσονται ταχύτερα από τους θεσμούς που καλούνται να τις εποπτεύσουν.
Η διάγνωση είναι σωστή, όμως η απάντηση μέσω απλής επιβράδυνσης δεν θεωρείται επαρκής. Η έρευνα για την ευθυγράμμιση των μοντέλων AI με τις ανθρώπινες αξίες και προθέσεις, ώστε να αποτρέπονται συμπεριφορές όπως εκείνες που καταγράφηκαν στην υπόθεση της Hugging Face, εξακολουθεί να διαθέτει πολύ λιγότερους πόρους σε σχέση με την ίδια την ανάπτυξη νέων δυνατοτήτων AI.
Οι συνολικές δαπάνες για έρευνα πάνω στην ευθυγράμμιση, από εταιρείες, πανεπιστήμια και κυβερνήσεις, εκτιμάται ότι ανέρχονται σε μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια, έναντι δεκάδων δισεκατομμυρίων που επενδύονται στην ανάπτυξη νέων δυνατοτήτων τεχνητής νοημοσύνης. Επιπλέον, η χρηματοδότηση της έρευνας για την ασφάλεια της AI έχει μειωθεί από το 2024.
Ο δείκτης AI Safety Index 2025 του Future of Life Institute έδειξε ότι κανένα από τα μεγάλα εργαστήρια δεν ξεπέρασε τον βαθμό D όσον αφορά την ετοιμότητα απέναντι σε υπαρξιακούς κινδύνους.
Η επιβράδυνση της ανάπτυξης των δυνατοτήτων της AI δεν μπορεί, επομένως, να αποτελεί τη μοναδική απάντηση. Μια αξιόπιστη δέσμευση για επιβράδυνση θα πρέπει να συνοδεύεται από συγκεκριμένους και μετρήσιμους στόχους για τη χρηματοδότηση και την ενίσχυση της έρευνας ασφάλειας.
Παράλληλα, οι διαδικασίες αναφοράς και διερεύνησης περιστατικών παραμένουν εξαιρετικά αργές. Η συμπεριφορά που οδήγησε στην επίθεση κατά της Hugging Face συνδεόταν με μια παρόμοια αλλά μη δημοσιοποιημένη επίθεση αυτόνομου πράκτορα στην πλατφόρμα RubyGems τον Μάιο του 2026, δύο μήνες πριν από το περιστατικό στη Hugging Face.
Στην ίδια την υπόθεση της Hugging Face, τα δεδομένα τηλεμετρίας της OpenAI δείχνουν ότι πέρασε τουλάχιστον μία εβδομάδα από την πρώτη ασυνήθιστη συμπεριφορά των πρακτόρων έως ότου η εταιρεία συνδέσει το περιστατικό με την παραβίαση της Hugging Face και ενημερώσει την τελευταία. Χρειάστηκε περίπου ένας μήνας μέχρι να υπάρξει πλήρης εικόνα για τους λόγους της συμπεριφοράς των μοντέλων.
Εάν ακόμη και οι άνθρωποι που βρίσκονται στην καλύτερη θέση για να εξηγήσουν ένα περιστατικό AI χρειάζονται εβδομάδες ή μήνες, ενώ τα σοβαρότερα προγενέστερα περιστατικά μπορεί να παραμένουν άγνωστα για μεγάλο διάστημα, ένα σύστημα που βασίζεται αποκλειστικά στην αυτοαναφορά και την αυτοδιάγνωση των εταιρειών είναι δύσκολο να θεωρηθεί αξιόπιστο.
Οι ανεξάρτητοι αξιολογητές μπορούν να περιορίσουν τον χρόνο εντοπισμού προβλημάτων, ενώ υποχρεωτικές διαδικασίες αναφοράς με κρατική στήριξη θα μπορούσαν να καθορίσουν σαφή χρονικά όρια τόσο για την προκαταρκτική ενημέρωση όσο και για την πλήρη διερεύνηση των αιτιών ενός περιστατικού.
Η Anthropic κάνει ένα σημαντικό βήμα διαφάνειας
Παρά τις αδυναμίες της συνολικής πρότασης, η δέσμευση της Anthropic να φιλοξενήσει ανεξάρτητους αξιολογητές αποτελεί ένα από τα πιο συγκεκριμένα μέτρα διαφάνειας που έχουν παρουσιαστεί μέχρι σήμερα στον τεχνολογικό κλάδο.
Οι εξωτερικοί εμπειρογνώμονες θα μπορούν να αξιολογούν ανεξάρτητα τις πολιτικές ασφάλειας της εταιρείας και να εντοπίζουν κενά στις διαδικασίες δοκιμών της. Σύμφωνα με τον Αμοντέι, θα εργάζονται στα γραφεία της Anthropic και θα έχουν πρόσβαση σε χώρους εργασίας, εργαλεία και δικαιώματα παρόμοια σε μεγάλο βαθμό με εκείνα των εσωτερικών ομάδων αξιολόγησης κινδύνου.
Η πρόταση υπερβαίνει προηγούμενες πρωτοβουλίες διαφάνειας στον τεχνολογικό κλάδο, όπως η δέσμευση της Meta να μοιραστεί δεδομένα σχετικά με τις εκλογές, την οποία η εταιρεία σύντομα περιόρισε, ή τα λεγόμενα «clean rooms» της TikTok, τα οποία δεν οδήγησαν σε ουσιαστική δημόσια ενημέρωση.
Ανάλογες πρακτικές υπάρχουν εδώ και χρόνια σε κλάδους όπως οι τράπεζες, η πυρηνική ενέργεια και άλλες βαριές βιομηχανίες. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι είναι πάντα αποτελεσματικές. Οι ανεξάρτητοι αξιολογητές μπορεί να πέσουν στην παγίδα της λεγόμενης «πολιτισμικής αιχμαλωσίας», δηλαδή να αρχίσουν να υιοθετούν τα συμφέροντα της εταιρείας που ελέγχουν αντί να υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον.
Ο κίνδυνος είναι ακόμη μεγαλύτερος στην τεχνητή νοημοσύνη, καθώς οι πλέον καταρτισμένοι αξιολογητές είναι πιθανό να έχουν στενούς κοινωνικούς, οικονομικούς ή ιδεολογικούς δεσμούς με τις εταιρείες που καλούνται να ελέγξουν.
Το κατά πόσο το μοντέλο αυτό θα λειτουργήσει στην πράξη παραμένει άγνωστο. Ωστόσο, η πρωτοβουλία της Anthropic είναι συγκεκριμένη, αξιοσημείωτη και δυνητικά σημαντική, ιδιαίτερα εάν ακολουθηθεί από άλλες εταιρείες του κλάδου.
Η Ουάσιγκτον καλείται πλέον να αναλάβει δράση
Οι εκκλήσεις κορυφαίων στελεχών της τεχνητής νοημοσύνης για επιβράδυνση της ανάπτυξης αποτελούν σημαντική εξέλιξη. Η πραγματική δοκιμασία, όμως, θα είναι εάν αυτές οι δεσμεύσεις αντέξουν στις ανταγωνιστικές πιέσεις που δημιούργησαν εξαρχής την κούρσα της AI.
Οι εθελοντικές δεσμεύσεις μπορούν να λειτουργήσουν ως θετικά μηνύματα, αλλά δεν μπορούν να αντικαταστήσουν την ανεξάρτητη εποπτεία, τα μετρήσιμα όρια και τις συνέπειες σε περίπτωση παραβίασής τους. Χωρίς αυτά τα στοιχεία, η «επιβράδυνση» κινδυνεύει να παραμείνει απλώς μια πολιτική διακήρυξη και όχι πραγματικός περιορισμός.
Υπάρχει όμως ένα ακόμη βαθύτερο πρόβλημα: οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους διαθέτουν άραγε την απαραίτητη θεσμική ικανότητα ώστε να γνωρίζουν πότε η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης γίνεται επικίνδυνη;
Η παγκόσμια υποδομή ασφάλειας της AI αναπτύσσεται, αλλά παραμένει εξαιρετικά άνιση. Η τεχνική τεχνογνωσία είναι συγκεντρωμένη σε σχετικά μικρό αριθμό χωρών, ενώ ο συντονισμός μεταξύ των ολοένα περισσότερων ινστιτούτων και ερευνητικών οργανισμών δεν έχει ακολουθήσει τον ίδιο ρυθμό.
Το πρόβλημα είναι θεμελιώδες: οι ρυθμιστικές αρχές δεν μπορούν να εποπτεύσουν αποτελεσματικά κάτι που δεν μπορούν να μετρήσουν ή να κατανοήσουν ανεξάρτητα. Η διεθνής κοινότητα έχει αρχίσει να δημιουργεί δίκτυα ινστιτούτων ασφάλειας και οργανισμών αξιολόγησης της AI, όμως οι προσπάθειες παραμένουν κατακερματισμένες.
Γι’ αυτό η διεθνής συνεργασία καθίσταται κρίσιμη. Αντί για τη δημιουργία απλώς περισσότερων θεσμών, οι χώρες θα πρέπει να δημιουργήσουν μια κατανεμημένη υποδομή ασφάλειας της τεχνητής νοημοσύνης, με κοινές μεθοδολογίες αξιολόγησης, ενιαία πρότυπα αναφοράς περιστατικών, συμβατές δυνατότητες δοκιμών και μηχανισμούς ενίσχυσης της τεχνικής ικανότητας χωρών που βρίσκονται εκτός της σημερινής τεχνολογικής πρωτοπορίας.
Σε αυτό το σημείο ο ρόλος της αμερικανικής κυβέρνησης γίνεται καθοριστικός. Η βιομηχανία δεν μπορεί να αποφασίζει μόνη της για τον ρυθμό ανάπτυξης μιας τεχνολογίας που έχει πλέον μετατραπεί σε ζήτημα εθνικής ασφάλειας και γεωπολιτικού ανταγωνισμού.
Η Ουάσιγκτον θα πρέπει να αποφασίσει εάν οι δεσμεύσεις για την ασφάλεια της AI θα παραμείνουν εθελοντικές υποσχέσεις των εταιρειών ή εάν θα ενταχθούν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αξιόπιστης εποπτείας και διεθνούς συνεργασίας.
www.worldenergynews.gr






