AD
Χρηματιστηριο & Asset Management

Αυτές είναι οι 5 μεγαλύτερες οικονομικές εκπλήξεις των τελευταίων 25 ετών

Αυτές είναι οι 5 μεγαλύτερες οικονομικές εκπλήξεις των τελευταίων 25 ετών
Εκτιμήσεις του warcosts.org ανεβάζουν σε περισσότερα από 8 τρισ. δολάρια τις αμερικανικές δαπάνες για πολέμους και στρατιωτικές επιχειρήσεις σε τουλάχιστον 85 χώρες από το 2001. Εάν συνυπολογιστούν οι δαπάνες για τους βετεράνους και οι τόκοι, το συνολικό κόστος εκτιμάται μεταξύ 10 και 14 τρισ. δολαρίων 
Το απόλυτο γεγονός-«Μαύρος Κύκνος» σημειώθηκε πριν από 25 χρόνια, όταν τέσσερα επιβατικά αεροσκάφη, καταληφθέντα από αεροπειρατές, κατευθύνθηκαν προς τα δύο σημαντικότερα οικονομικά και πολιτικά κέντρα των ΗΠΑ, τη Νέα Υόρκη και την Ουάσινγκτον. Με αφορμή την επέτειο της 11ης Σεπτεμβρίου, αξίζει να εξεταστούν πέντε απρόσμενες οικονομικές εξελίξεις που ακολούθησαν τα γεγονότα εκείνης της ημέρας, σύμφωνα με το investing.com.

Οι 5 εκπλήξεις
 
Από τα δημοσιονομικά πλεονάσματα στα ετήσια ελλείμματα των 2 τρισ. δολαρίων

Για τέσσερα συνεχόμενα χρόνια, από το 1998 έως το 2001, η αμερικανική ομοσπονδιακή κυβέρνηση κατέγραφε δημοσιονομικά πλεονάσματα, σε μια επίδοση που δεν είχε επαναληφθεί για έναν ολόκληρο αιώνα. Τότε, το αμερικανικό δημόσιο χρέος ανερχόταν περίπου στα 5 τρισ. δολάρια, έναντι σχεδόν 40 τρισ. σήμερα, ενώ το Congressional Budget Office (CBO) προέβλεπε με βεβαιότητα ότι το χρέος θα μπορούσε να έχει εξαλειφθεί μέσα σε μία δεκαετία, έως το 2011.
 
Η πραγματικότητα εξελίχθηκε εντελώς διαφορετικά. Κατά τα τέσσερα πρώτα χρόνια της προεδρίας του Μπαράκ Ομπάμα, από το 2009 έως το 2012, οι ΗΠΑ κατέγραψαν για πρώτη φορά στην ιστορία τους ετήσια δημοσιονομικά ελλείμματα άνω του 1 τρισ. δολαρίων. Πλέον, το έλλειμμα προσεγγίζει τα 2 τρισ. δολάρια ετησίως, χωρίς να διαφαίνεται άμεσα κάποια ουσιαστική αλλαγή τάσης. Ενδεικτικό της έκτασης του προβλήματος είναι ότι, σύμφωνα με το CBO, μόνο τον Ιούλιο του 2026 το αμερικανικό δημόσιο κατέγραψε μηνιαίο έλλειμμα μεγαλύτερο από το ετήσιο έλλειμμα οποιουδήποτε έτους πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.
 
Ο μακροβιότερος πόλεμος στην αμερικανική ιστορία

Σημαντικό μέρος της διόγκωσης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων συνδέθηκε με τον «Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας» που ξεκίνησε μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Οι πολεμικές επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν, από το 2001 έως το 2021, και στο Ιράκ, από το 2003 έως το 2011, αποδείχθηκαν ιδιαίτερα μακροχρόνιες και δαπανηρές.
 
Σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας, το άμεσο κόστος των δύο πολέμων που ξεκίνησαν κατά την πρώτη θητεία του Τζορτζ Μπους ανέρχεται τουλάχιστον σε 1,47 τρισ. δολάρια. Το ποσό αυτό απέχει δραματικά από τις αρχικές εκτιμήσεις. Τον Μάρτιο του 2003, ο τότε αντιπρόεδρος Ντικ Τσέινι είχε υπολογίσει το άμεσο κόστος του πολέμου στο Ιράκ σε μόλις 80 δισ. δολάρια και το συνολικό κόστος περίπου στα 100 δισ. δολάρια.
 
Εκτιμήσεις του warcosts.org ανεβάζουν σε περισσότερα από 8 τρισ. δολάρια τις αμερικανικές δαπάνες για πολέμους και στρατιωτικές επιχειρήσεις σε τουλάχιστον 85 χώρες από το 2001. Εάν συνυπολογιστούν οι δαπάνες για τους βετεράνους και οι τόκοι, το συνολικό κόστος εκτιμάται μεταξύ 10 και 14 τρισ. δολαρίων.
 
Ο πόλεμος στο Αφγανιστάν ξεκίνησε με βασικό στόχο τον εντοπισμό του Οσάμα μπιν Λάντεν, που θεωρούνταν ο εγκέφαλος των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου. Ωστόσο, ο ηγέτης της Αλ Κάιντα εντοπίστηκε και σκοτώθηκε μόλις μία δεκαετία αργότερα, ενώ είχε καταφέρει να παραμένει κρυμμένος στο Πακιστάν. Η μακρά στρατιωτική εμπλοκή στο Αφγανιστάν, αλλά και η εισβολή στο Ιράκ με βασικό επιχείρημα την ύπαρξη όπλων μαζικής καταστροφής, παραμένουν αντικείμενο έντονης συζήτησης ως προς την αναγκαιότητα και το κόστος τους. Πλέον, στο επίκεντρο βρίσκεται και η σύγκρουση με το Ιράν.
 
Η εποχή του «δωρεάν χρήματος»

Μια ακόμη σημαντική εξέλιξη σημειώθηκε κατά την πρώτη θητεία του Ομπάμα, όταν η Federal Reserve υιοθέτησε μια εξαιρετικά χαλαρή νομισματική πολιτική με στόχο να στηρίξει μια οικονομία που προσπαθούσε να ανακάμψει από τη χρηματοπιστωτική κρίση.
 
Η Fed διατήρησε τα επιτόκια σχεδόν στο μηδέν, μεταξύ 0% και 0,25%, για περίπου επτά χρόνια, ενώ παράλληλα προχώρησε σε περισσότερους από τρεις γύρους ποσοτικής χαλάρωσης. Το αποτέλεσμα ήταν μια περίοδος πρωτοφανούς ρευστότητας, κατά την οποία το κόστος του χρήματος μειώθηκε δραστικά και η εξυπηρέτηση του χρέους έγινε πολύ φθηνότερη.
 
Πρόεδρος της Fed στο μεγαλύτερο μέρος αυτής της περιόδου ήταν ο Μπεν Μπερνάνκι, ο οποίος είχε μελετήσει εκτενώς τα λάθη της κεντρικής τράπεζας κατά τη Μεγάλη Ύφεση. Η πολιτική του επικεντρώθηκε στην αποτροπή του αποπληθωρισμού και στην επίτευξη πληθωρισμού περίπου 2%, αντί για μια κατάσταση σταθερών τιμών.
 
Η ποσοτική χαλάρωση, σε συνδυασμό με τα μηδενικά επιτόκια, δημιούργησε συνθήκες σχεδόν απεριόριστης ρευστότητας. Στην πράξη, το μοντέλο έμοιαζε με μια αμερικανική εκδοχή της Modern Monetary Theory, καθώς η οικονομία στηρίχθηκε σε εξαιρετικά χαλαρές νομισματικές και δημοσιονομικές συνθήκες.
 
Κατά την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ, η Fed άρχισε τελικά να αυξάνει τα επιτόκια. Η αυστηρότερη πολιτική, ωστόσο, προκάλεσε έντονη πτώση στις αγορές στα τέλη του 2018, όταν ο Τζερόμ Πάουελ ανέβασε το επιτόκιο στο 2,5%, επίπεδο που αποδείχθηκε, σύμφωνα με την ανάλυση, υπερβολικά υψηλό. Στη συνέχεια, η Fed επέστρεψε σε μια πολιτική μηδενικών επιτοκίων.
 
Οι νέες ρυθμίσεις δημιούργησαν ένα διαφορετικό χρηματοπιστωτικό τοπίο

Η 11η Σεπτεμβρίου και, στη συνέχεια, η Μεγάλη Ύφεση του 2008 οδήγησαν σε μια σειρά νομοθετικών παρεμβάσεων που άλλαξαν δραστικά το ρυθμιστικό πλαίσιο του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος. Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία είχε ο νόμος Dodd-Frank.
 
Οι αυστηρότεροι κανόνες περιόρισαν ορισμένες από τις πιο επικίνδυνες πρακτικές του χρηματοπιστωτικού κλάδου, όμως παράλληλα δημιούργησαν κίνητρα για τη μεταφορά δραστηριοτήτων σε λιγότερο ρυθμιζόμενες περιοχές της αγοράς.
 
Σε αυτό το περιβάλλον αναπτύχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα λεγόμενα «private wealth funds», τα οποία δεν υπόκεινται στο ίδιο ρυθμιστικό πλαίσιο με τις παραδοσιακές χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες, αλλά μπορούν να προσφέρουν επενδυτικά προϊόντα με υψηλό επιτόκιο ή μόχλευση. Η εξέλιξη καταδεικνύει τα όρια της ρύθμισης απέναντι στην ανθρώπινη απληστία και την αναζήτηση υψηλότερων αποδόσεων, καθώς οι επενδυτές και οι χρηματοπιστωτικοί παράγοντες συχνά αναζητούν νέους τρόπους για να παρακάμψουν τους περιορισμούς.
 
Παρά τις αλλεπάλληλες κρίσεις, οι μετοχές συνεχίζουν να ανεβαίνουν

Η τελευταία και ίσως πιο αισιόδοξη έκπληξη αφορά τη χρηματιστηριακή αγορά. Παρά τις διαδοχικές κρίσεις, τις πολεμικές συγκρούσεις, την εκτίναξη του δημόσιου χρέους και τις αλλαγές στη νομισματική και ρυθμιστική πολιτική, το αμερικανικό χρηματιστήριο εξακολουθεί να καταγράφει μακροπρόθεσμα ανοδική πορεία από την 11η Σεπτεμβρίου 2001.
 
Παρότι οι αποτιμήσεις εμφανίζονται σε ορισμένες περιπτώσεις διογκωμένες, η αμερικανική οικονομία έχει καταφέρει να απορροφήσει τα αλλεπάλληλα σοκ και να συνεχίσει να αναπτύσσεται. Η καινοτομία, η επιχειρηματικότητα και η λειτουργία της ελεύθερης αγοράς έχουν συμβάλει στη διατήρηση της κερδοφορίας των αμερικανικών επιχειρήσεων σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.
 
Η εικόνα αυτή παραπέμπει στη γνωστή ρήση του Άνταμ Σμιθ το 1778, σύμφωνα με την οποία «υπάρχει πολλή καταστροφή σε ένα έθνος». Όπως η Βρετανία άντεξε τις μεγάλες δοκιμασίες μετά τη μάχη της Σαρατόγκα και, αργότερα, τους βομβαρδισμούς του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, έτσι και οι ΗΠΑ κατάφεραν να ξεπεράσουν τα πολλαπλά πλήγματα που ακολούθησαν την 11η Σεπτεμβρίου, διατηρώντας σε μεγάλο βαθμό τη δυναμική της οικονομίας και των αγορών τους.
 
www.worldenergynews.gr 

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης