Ο «πόλεμος κατά των ναρκωτικών» της Ουάσιγκτον, παρά τη διάθεση τεράστιων πόρων, συμβούλων, οπλισμού, απέτυχε να ανακόψει τη ροή της κοκαΐνης, οδηγώντας διεθνείς ηγέτες να αναρωτιούνται πώς φτάσαμε ως εδώ και αν τα εγκληματικά δίκτυα της Κολομβίας μπορούν τελικά να ελεγχθούν
Η παραγωγή κοκαΐνης στην Κολομβία έχει ξεφύγει πέρα από κάθε έλεγχο τα τελευταία 30 χρόνια, με την κατάρρευση των καρτέλ του Μεντεγίν και του Κάλι και την εκτέλεση του Πάμπλο Εσκομπάρ να μην έχουν ουσιαστικό αντίκτυπο στη συνολική παραγωγή.
Από τη δεκαετία του 1990 η χώρα ξεπέρασε το Περού και αναδείχθηκε στον μεγαλύτερο προμηθευτή κοκαΐνης παγκοσμίως, έναν τίτλο που εξακολουθεί να κατέχει σήμερα, ευθυνόμενη για πάνω από το 67% της παγκόσμιας προσφοράς.
Ο «πόλεμος κατά των ναρκωτικών» της Ουάσιγκτον, παρά τη διάθεση τεράστιων πόρων, συμβούλων, οπλισμού, απέτυχε να ανακόψει τη ροή της κοκαΐνης, οδηγώντας διεθνείς ηγέτες να αναρωτιούνται πώς φτάσαμε ως εδώ και αν τα εγκληματικά δίκτυα της Κολομβίας μπορούν τελικά να ελεγχθούν.
Από τη δεκαετία του 1990, διαδοχικές κυβερνήσεις της λατινοαμερικανικής χώρας επιχείρησαν να περιορίσουν το εμπόριο ναρκωτικών, καταπολεμώντας τις μαύρες ροές χρήματος και επιδιώκοντας να φέρουν την ειρήνη σε μια χώρα που σπαρασσόταν από εμφύλιες συγκρούσεις. Παρά τα αυστηρότερα μέτρα κατά του ξεπλύματος χρήματος, τον έλεγχο όπλων και τις επιχειρήσεις κατάσχεσης ναρκωτικών, η καλλιέργεια φύλλων κόκας και η παραγωγή κοκαΐνης αυξάνονταν συνεχώς.
Κατά την προεδρία του Αντρές Παστράνα η παραγωγή εκτοξεύθηκε σε επίπεδα άνευ προηγουμένου, αποτέλεσμα της ειρηνευτικής διαδικασίας του Καγκουάν που ξεκίνησε το 1999 με στόχο την επίτευξη συμφωνίας με τις Επαναστατικές Ένοπλες Δυνάμεις της Κολομβίας, τις γνωστές FARC.
Οι FARC, η ισχυρότερη αντάρτικη οργάνωση της χώρας με έως και 17.000 μαχητές, παρά το ότι ξεκίνησαν ως πραγματικές επαναστατικές δυνάμεις, καθώς ήταν το ένοπλο σκέλος του ΚΚ της Κολομβίας, εξελίχθηκαν με τέτοιον τρόπο που πλέον έχουν ενεργό ρόλο στο εμπόριο κοκαΐνης και ευθύνονταν για χιλιάδες απαγωγές, εκβιασμούς και δολοφονίες.
Στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων τότε, τους παραχωρήθηκε μια αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη 42.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, έκτασης περίπου ίσης με την Ελβετία. Αντί να τηρήσουν τη συμφωνία, οι αντάρτες χρησιμοποίησαν την περιοχή για στρατιωτική εκπαίδευση, αποθήκευση όπλων, σχεδιασμό επιθέσεων και εντατικοποίηση της διακίνησης κοκαΐνης, μετατρέποντας την Κολομβία το 2000 στην παγκόσμια πρωτεύουσα των απαγωγών.
Η κλιμάκωση της βίας οδήγησε στη διακοπή των συνομιλιών το 2002 και στην επανακατάληψη της ζώνης από τον στρατό, όμως ήταν πλέον αργά. Τα τεράστια κέρδη από την κοκαΐνη είχαν καταστεί βασική πηγή χρηματοδότησης των ένοπλων ομάδων στον πολυμέτωπο εμφύλιο πόλεμο της χώρας. Η εικόνα άλλαξε προσωρινά μετά την ανάληψη της προεδρίας από τον Άλβαρο Ουρίμπε το 2002, ο οποίος, με όχημα το αμερικανικό σχέδιο «Plan Colombia», εξαπέλυσε εκτεταμένη στρατιωτική εκστρατεία κατά των FARC, ανακτώντας μεγάλες εκτάσεις εδάφους.
Ακολούθησε συμφωνία ειρήνης με τις παραστρατιωτικές Δυνάμεις Αυτοάμυνας της Κολομβίας, μια οργάνωση που είχε εξελιχθεί σε βασικό παίκτη του εμπορίου κοκαΐνης. Σε συνδυασμό με τους αεροψεκασμούς καλλιεργειών κόκας, τα μέτρα αυτά οδήγησαν σε αισθητή μείωση της παραγωγής. Το 2006, οι καλλιεργούμενες εκτάσεις είχαν πέσει στο χαμηλότερο επίπεδο δεκαετίας, ενώ η παραγωγή κοκαΐνης περιορίστηκε στους 610 τόνους.
Ορόσημο το 2015
Η τάση αντιστράφηκε μετά το 2015, όταν ο πρόεδρος Χουάν Μανουέλ Σάντος διέκοψε τους αεροψεκασμούς με γλυφοσάτη (ένα είδος ζιζανιοκτόνου), έπειτα από σχετική οδηγία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. Έκτοτε, η καλλιέργεια κόκας και η παραγωγή κοκαΐνης αυξήθηκαν ραγδαία, φτάνοντας το 2021 σε ιστορικά υψηλά επίπεδα με 504.000 καλλιεργούμενα στρέμματα και περίπου 1.400 τόνους κοκαΐνης.
Παρά τις αυξημένες κατασχέσεις και τις επιχειρήσεις κατά ένοπλων ομάδων, η παραγωγή συνέχισε να αυξάνεται και επί προεδρίας Γκουστάβο Πέτρο, ο οποίος άλλαξε τη στρατηγική δίνοντας έμφαση στην εξάρθρωση των ηγεσιών των εγκληματικών οργανώσεων αντί των αγροτών. Το 2023, σύμφωνα με τον ΟΗΕ, η καλλιέργεια κόκας έφτασε τα 625.000 στρέμματα και η παραγωγή εκτινάχθηκε στους 2.664 τόνους, δηλαδή 29 φορές πάνω από τα επίπεδα του 1990.
Η αποτυχία πλήρους εφαρμογής της ειρηνευτικής συμφωνίας με τις FARC δημιούργησε κενό εξουσίας, το οποίο εκμεταλλεύτηκαν νέες και παλαιές ένοπλες ομάδες. Η διάσπαση του εμπορίου κοκαΐνης σε μικρότερα εγκληματικά δίκτυα δυσκολεύει τον κρατικό έλεγχο, καθώς κάθε εξάρθρωση συνοδεύεται από την εμφάνιση νέων παικτών. Η διεθνής ζήτηση, τα τεράστια κέρδη, η φτώχεια και η αδύναμη κρατική παρουσία σε αγροτικές περιοχές καθιστούν την εξάλειψη της παραγωγής σχεδόν αδύνατη.
Από τη δεκαετία του 1990 η χώρα ξεπέρασε το Περού και αναδείχθηκε στον μεγαλύτερο προμηθευτή κοκαΐνης παγκοσμίως, έναν τίτλο που εξακολουθεί να κατέχει σήμερα, ευθυνόμενη για πάνω από το 67% της παγκόσμιας προσφοράς.
Ο «πόλεμος κατά των ναρκωτικών» της Ουάσιγκτον, παρά τη διάθεση τεράστιων πόρων, συμβούλων, οπλισμού, απέτυχε να ανακόψει τη ροή της κοκαΐνης, οδηγώντας διεθνείς ηγέτες να αναρωτιούνται πώς φτάσαμε ως εδώ και αν τα εγκληματικά δίκτυα της Κολομβίας μπορούν τελικά να ελεγχθούν.
Από τη δεκαετία του 1990, διαδοχικές κυβερνήσεις της λατινοαμερικανικής χώρας επιχείρησαν να περιορίσουν το εμπόριο ναρκωτικών, καταπολεμώντας τις μαύρες ροές χρήματος και επιδιώκοντας να φέρουν την ειρήνη σε μια χώρα που σπαρασσόταν από εμφύλιες συγκρούσεις. Παρά τα αυστηρότερα μέτρα κατά του ξεπλύματος χρήματος, τον έλεγχο όπλων και τις επιχειρήσεις κατάσχεσης ναρκωτικών, η καλλιέργεια φύλλων κόκας και η παραγωγή κοκαΐνης αυξάνονταν συνεχώς.
Κατά την προεδρία του Αντρές Παστράνα η παραγωγή εκτοξεύθηκε σε επίπεδα άνευ προηγουμένου, αποτέλεσμα της ειρηνευτικής διαδικασίας του Καγκουάν που ξεκίνησε το 1999 με στόχο την επίτευξη συμφωνίας με τις Επαναστατικές Ένοπλες Δυνάμεις της Κολομβίας, τις γνωστές FARC.
Οι FARC, η ισχυρότερη αντάρτικη οργάνωση της χώρας με έως και 17.000 μαχητές, παρά το ότι ξεκίνησαν ως πραγματικές επαναστατικές δυνάμεις, καθώς ήταν το ένοπλο σκέλος του ΚΚ της Κολομβίας, εξελίχθηκαν με τέτοιον τρόπο που πλέον έχουν ενεργό ρόλο στο εμπόριο κοκαΐνης και ευθύνονταν για χιλιάδες απαγωγές, εκβιασμούς και δολοφονίες.
Στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων τότε, τους παραχωρήθηκε μια αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη 42.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, έκτασης περίπου ίσης με την Ελβετία. Αντί να τηρήσουν τη συμφωνία, οι αντάρτες χρησιμοποίησαν την περιοχή για στρατιωτική εκπαίδευση, αποθήκευση όπλων, σχεδιασμό επιθέσεων και εντατικοποίηση της διακίνησης κοκαΐνης, μετατρέποντας την Κολομβία το 2000 στην παγκόσμια πρωτεύουσα των απαγωγών.
Η κλιμάκωση της βίας οδήγησε στη διακοπή των συνομιλιών το 2002 και στην επανακατάληψη της ζώνης από τον στρατό, όμως ήταν πλέον αργά. Τα τεράστια κέρδη από την κοκαΐνη είχαν καταστεί βασική πηγή χρηματοδότησης των ένοπλων ομάδων στον πολυμέτωπο εμφύλιο πόλεμο της χώρας. Η εικόνα άλλαξε προσωρινά μετά την ανάληψη της προεδρίας από τον Άλβαρο Ουρίμπε το 2002, ο οποίος, με όχημα το αμερικανικό σχέδιο «Plan Colombia», εξαπέλυσε εκτεταμένη στρατιωτική εκστρατεία κατά των FARC, ανακτώντας μεγάλες εκτάσεις εδάφους.
Ακολούθησε συμφωνία ειρήνης με τις παραστρατιωτικές Δυνάμεις Αυτοάμυνας της Κολομβίας, μια οργάνωση που είχε εξελιχθεί σε βασικό παίκτη του εμπορίου κοκαΐνης. Σε συνδυασμό με τους αεροψεκασμούς καλλιεργειών κόκας, τα μέτρα αυτά οδήγησαν σε αισθητή μείωση της παραγωγής. Το 2006, οι καλλιεργούμενες εκτάσεις είχαν πέσει στο χαμηλότερο επίπεδο δεκαετίας, ενώ η παραγωγή κοκαΐνης περιορίστηκε στους 610 τόνους.
Ορόσημο το 2015
Η τάση αντιστράφηκε μετά το 2015, όταν ο πρόεδρος Χουάν Μανουέλ Σάντος διέκοψε τους αεροψεκασμούς με γλυφοσάτη (ένα είδος ζιζανιοκτόνου), έπειτα από σχετική οδηγία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. Έκτοτε, η καλλιέργεια κόκας και η παραγωγή κοκαΐνης αυξήθηκαν ραγδαία, φτάνοντας το 2021 σε ιστορικά υψηλά επίπεδα με 504.000 καλλιεργούμενα στρέμματα και περίπου 1.400 τόνους κοκαΐνης.
Παρά τις αυξημένες κατασχέσεις και τις επιχειρήσεις κατά ένοπλων ομάδων, η παραγωγή συνέχισε να αυξάνεται και επί προεδρίας Γκουστάβο Πέτρο, ο οποίος άλλαξε τη στρατηγική δίνοντας έμφαση στην εξάρθρωση των ηγεσιών των εγκληματικών οργανώσεων αντί των αγροτών. Το 2023, σύμφωνα με τον ΟΗΕ, η καλλιέργεια κόκας έφτασε τα 625.000 στρέμματα και η παραγωγή εκτινάχθηκε στους 2.664 τόνους, δηλαδή 29 φορές πάνω από τα επίπεδα του 1990.
Η αποτυχία πλήρους εφαρμογής της ειρηνευτικής συμφωνίας με τις FARC δημιούργησε κενό εξουσίας, το οποίο εκμεταλλεύτηκαν νέες και παλαιές ένοπλες ομάδες. Η διάσπαση του εμπορίου κοκαΐνης σε μικρότερα εγκληματικά δίκτυα δυσκολεύει τον κρατικό έλεγχο, καθώς κάθε εξάρθρωση συνοδεύεται από την εμφάνιση νέων παικτών. Η διεθνής ζήτηση, τα τεράστια κέρδη, η φτώχεια και η αδύναμη κρατική παρουσία σε αγροτικές περιοχές καθιστούν την εξάλειψη της παραγωγής σχεδόν αδύνατη.
Η ανεξέλεγκτη αύξηση της κοκαΐνης εντείνει τη βία και την αστάθεια, πλήττει βασικούς τομείς της οικονομίας όπως η ενέργεια και επιβαρύνει τα δημόσια οικονομικά, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να αυξάνει τη φορολογία. Παράλληλα, αποθαρρύνει τις ξένες επενδύσεις, ιδίως στον κρίσιμο πετρελαϊκό τομέα, και εντείνει τις τριβές στις σχέσεις της Μπογκοτά με την Ουάσιγκτον, καθώς η Κολομβία παραμένει στο επίκεντρο της παγκόσμιας αγοράς κοκαΐνης.
Φυσικά, το πρόβλημα επιτείνεται ακόμα περισσότερο από την κρατική και κυβερνητική διαφθορά.
Λευτέρης Στάικος
Φυσικά, το πρόβλημα επιτείνεται ακόμα περισσότερο από την κρατική και κυβερνητική διαφθορά.
Λευτέρης Στάικος
www.worldenergynews.gr






