Ο πλανήτης και ειδικότερα η Δύση, αφήνει πίσω την εποχή όπου οι διεθνείς υποθέσεις διευθετούνταν στα τραπέζια της διπλωματίας, με συζητήσεις, διαβουλεύσεις και συμφωνίες. Όχι ότι αυτές θα εγκαταλειφθούν, αλλά το κύριο βάρος θα δίδεται στο εξής σε ένα modus operandi που χαρακτήριζε τις διεθνείς σχέσεις μέχρι και το 1945. Αυτό της ωμής δύναμης
Το 2026 μπήκε κυριολεκτικά, πολύ δυναμικά. Πρώτα η επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα και ύστερα η επαναφορά του ζητήματος της Γροιλανδίας, ενώ παράλληλα μαίνεται ο τετραετής πόλεμος της Ουκρανίας και το κλίμα στη Μέση Ανατολή μυρίζει μπαρούτι, με δεκάδες ανοιχτά μέτωπα.
Υπό το φως πλέον της χθεσινής (21/1) ομιλίας του Αμερικανού προέδρου, Τραμπ, στο Νταβός και το World Economic Forum, τα πράγματα γίνονται πιο καθαρά ακόμα και για όσους είχαν μέχρι πρότινος αμφιβολίες. Το θέμα της Γροιλανδίας θα λυθεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.
Κι αυτό, δεν έχει να κάνει με κάποια δήθεν εμμονή του ηγέτη των ΗΠΑ με τον επεκτατισμό ή τον πόλεμο, αλλά με τις επιδιώξεις της αμερικανικής οικονομίας η οποία καταλαβαίνει ότι πρέπει να κινηθεί άμεσα αν δεν θέλει να μείνει πίσω στον ανταγωνισμό της -βασικά- με την Κίνα.
Η Γροιλανδία, αυτό το «εξαιρετικό κομμάτι πάγου», όπως το χαρακτήρισε ο Τραμπ, είναι άκρως σημαντικό τόσο για τις σπάνιες γαίες του και για τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων στο υπέδαφός του, όσο και για την γεωστρατηγική του θέση και για αυτό το εποφθαλμιούν τόσο η Ουάσινγκτον όσο και η Μόσχα και το Πεκίνο.
Η προσάρτηση της περιοχής αυτής της Αρκτικής στις ΗΠΑ, εντάσσεται συνεπώς σε μια στρατηγική που στον πυρήνα της βρίσκεται η εξασφάλιση των τόσο κρίσιμων πρώτων υλών που είναι απαραίτητες για σχεδόν όλους τους τομείς της παραγωγής, από την τεχνολογία μέχρι την ενέργεια και την άμυνα.
Ο Λευκός Οίκος ξέρει καλά ότι αν η Αρκτική δεν γίνει υπερπόντια κτήση του, είναι πολύ πιθανό να πέσει στα χέρια των αντιπάλων του κι αυτό θα ήταν ισχυρό πλήγμα, ειδικά όταν η Κίνα ελέγχει το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας επεξεργασίας των σπάνιων γαιών.
Το γεγονός ότι η Γροιλανδία ανήκει στη Δανία, η οποία είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν έχει καμία σημασία.
Ο πλανήτης και ειδικότερα η Δύση, αφήνει πίσω την εποχή όπου οι διεθνείς υποθέσεις διευθετούνταν στα τραπέζια της διπλωματίας, με συζητήσεις, διαβουλεύσεις και συμφωνίες. Όχι ότι αυτές θα εγκαταλειφθούν, αλλά το κύριο βάρος θα δίδεται στο εξής σε ένα modus operandi που χαρακτήριζε τις διεθνείς σχέσεις μέχρι και το 1945. Αυτό της ωμής δύναμης.
Σε αυτή τη νέα τάξη πραγμάτων, στην οποία το διεθνές δίκαιο υποτάσσεται στο δίκαιο του ισχυρότερου χωρίς καμία επίφαση και προκάλυμμα, θέση κατέχει μόνο εκείνος που μπορεί να την διασφαλίσει και να την επιβάλει. Και η Ευρώπη (πολλώ δε μάλλον η Δανία μόνη της), δείχνει εδώ και πολύ καιρό να χάνει στο παιχνίδι αυτό.
Το πρόβλημα της Ευρώπης
Το πρόβλημα της Ευρώπης είναι διττό: αφενός για αρκετές δεκαετίες η άμυνα και ασφάλεια της γηραιάς ηπείρου βασιζόταν στο αμερικανοκίνητο ΝΑΤΟ και επικρατούσε η αντίληψη ότι δεν πρόκειται ποτέ ο ευρωατλαντικός συνασπισμός να διαρραγεί, ούτε και να εμπλακεί ποτέ η ίδια η Ευρώπη σε πόλεμο και αφετέρου τα κράτη που την απαρτίζουν, δεν έχουν την οικονομική δύναμη που είχαν τα προηγούμενα χρόνια.
Η βιομηχανική παραγωγή της έχει πολλά προβλήματα που σχετίζονται με το κόστος του ρεύματος και με τη συνολικότερη εξάρτησή της από πρώτες ύλες τρίτων χωρών. Τα προϊόντα είναι λιγότερο ανταγωνιστικά έναντι άλλων και για αυτό καταλαμβάνουν όλο και μικρότερο μερίδιο στην παγκόσμια αγορά, ενώ η αγροτική παραγωγή της αντιμετωπίζει επίσης θέματα βιωσιμότητας.
Ταυτόχρονα, η όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων λόγω και της μακροχρόνιας αθρόας μετανάστευσης από μη ευρωπαϊκές χώρες έχει προστεθεί σε ένα εκρηκτικό κοκτέιλ που εκφράζεται και πολιτικά εντός των Βρυξελλών, με μια ροπή αμφισβήτησης συνολικά του ενωσιακού οικοδομήματος. Η ΕΕ, όπως φάνηκε εντονότερα από την έναρξη του ρωσοουκρανικού πολέμου το 2022, πασχίζει εσωτερικά να κρατήσει μια ενιαία στάση και εικόνα, συγκρατώντας τις διάφορες τάσεις της. Κι αυτό δεν δείχνει να το πετυχαίνει ως τώρα.
Η νέα φάση όξυνσης του ανταγωνισμού της με τις ΗΠΑ με αφορμή τη Γροιλανδία, αναδεικνύει στην επιφάνεια την ευαλωτότητά της. Ο Τραμπ την χτυπάει και στα δύο σημεία που αυτή πονάει, στην άμυνα και την οικονομία της. Ως εκ τούτου, εφόσον αδυνατεί να προστατεύσει αμυντικά τα εδάφη της με τις στρατιωτικές της ικανότητες και εφόσον δεν αντέχει τον δασμολογικό, εμπορικό πόλεμο με τις ΗΠΑ, το μόνο που απομένει στην Ευρώπη είναι η αποδοχή της ήττας της. Το μάθημα άλλωστε από τη διαχείριση του ουκρανικού, θα έπρεπε ήδη να της έχει γίνει μάθημα.
Αυτή η Ευρώπη, η οποία επιμένει να στηρίζει χωρίς αποτέλεσμα με στρατιωτικούς και οικονομικούς πόρους την ηττημένη Ουκρανία σε έναν πόλεμο που έχει από καιρό κριθεί, δεν διαθέτει το status ενός πόλου που μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο στην διεθνή σκηνή. Ήδη έχει περάσει στο παρασκήνιο και το μέλλον της επιφυλάσσει θέση ουραγού, που θα παρακολουθεί ανήμπορη τις εξελίξεις, πληρώνοντας το τίμημα του εφησυχασμού στις παλιές δάφνες και στις «δεδομένες» συμμαχίες και «φιλίες».
Μελλοντικά, μερικές από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα αρχίσουν σταδιακά να στρέφονται στον σινορωσικό άξονα (ορισμένες ήδη επιδιώκουν στενότερες σχέσεις), ποντάροντας στην επικράτηση του Πεκίνου και των συμμάχων του, ενώ άλλες θα μείνουν δεμένες στο άρμα των ΗΠΑ. Πάντως, σε ένα βάθος χρόνου, καμία δεν θα εναποθέτει τις ελπίδες της σε μια ξεπερασμένη ιστορικά ΕΕ.
Η ένταση είναι η νέα κανονικότητα
Το περίφημο πλέον δόγμα Donroe, δεν είναι παρά η συμπύκνωση και σύνοψη της νέας στρατηγικής των ΗΠΑ στο πλαίσιο και το πλέγμα του διεθνούς ανταγωνισμού. Πρακτικά σημαίνει τον έλεγχο όλο και περισσότερων περιοχών στον πλανήτη, τις άμεσες επεμβάσεις σε ξένες χώρες μέχρι και με τη μορφή πολεμικής εμπλοκής για την αλλαγή του πολιτικού καθεστώτος και τη συγκέντρωση δυνάμεων για τη μεγάλη αντιπαράθεση με την Κίνα.
Σε αυτή τη λογική, οι ΗΠΑ είναι έτοιμες για την εξασφάλιση των συμφερόντων τους και να διαλύσουν ακόμα τις παραδοσιακές συμμαχικές δομές (πχ ΝΑΤΟ) όπως και να διαμορφώσουν νέες, περισσότερο ευέλικτες άρα και λιγότερο σταθερές.
Στο νέο παγκόσμιο περιβάλλον που διαμορφώνεται μπροστά στα μάτια μας, οι διακρατικές εντάσεις και το άνοιγμα μετώπων σε τοπικό, περιφερειακό και διεθνές επίπεδο, θα είναι η νέα κανονικότητα και αργά ή γρήγορα το δόγμα του Τραμπ θα υιοθετηθεί από όλα τα κράτη που θα θέλουν να διεκδικήσουν κομμάτι από την πίτα.
Ήδη, υπάρχουν χώρες που έχουν αναγνωρίσει τη Νέα τάξη πραγμάτων και προετοιμάζονται, όπως είναι για παράδειγμα η Τουρκία και το Ισραήλ στη ΝΑ Μεσόγειο οι οποίες δεν περιμένουν κανένα διεθνές δίκαιο για να προωθήσουν τους σχεδιασμούς τους.
Περί Τραμπ και Ρωσίας
Πολλοί απόρησαν με την απάθεια με την οποία αντιμετώπισε ο Πούτιν την παρέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα και την ανατροπή του Μαδούρο, παραδοσιακού φίλου της Ρωσίας. Η στάση όμως αυτή του Κρεμλίνου εξηγείται υπό το πρίσμα των εξελίξεων στην Ουκρανία.
Φαίνεται πως ΗΠΑ και Ρωσία έχουν έρθει σε μια πρώτη συμφωνία για το μέλλον της Ουκρανίας. Όλα είναι μοιρασμένα και οι δύο χώρες θα έχουν αμοιβαία οφέλη.
Όχι, δεν έγιναν φίλοι οι δυο ηγέτες, ούτε υπάρχει φιλία στην πολιτική. Όλα είναι θέμα συμφέροντος. Ο Τραμπ θέλοντας να σπάσει την ισχυρή συμμαχία Ρωσίας και Κίνας ώστε να έχει να ασχοληθεί απρόσκοπτα με ένα μόνο μέτωπο, το κινεζικό, κάνει υποχωρήσεις και παραχωρήσεις στον Πούτιν, ο οποίος με τη σειρά του κάνει τα στραβά μάτια στις επιθετικές κινήσεις της Ουάσιγκτον.
Η Κίνα και το μεγάλο ερώτημα
Την ίδια ώρα που οι ΗΠΑ προωθούν μια καταφανώς πιο επιθετική εξωτερική πολιτική, συνοδευόμενη κι από την αντίστοιχη επιθετική ρητορική, προκαλεί ερωτήματα η σχετικά παθητική στάση της Κίνας. Θα περίμενε κανείς ότι η Νο2 στον κόσμο θα αντιδρούσε πιο δυναμικά στις αμερικανικές ενέργειες, ωστόσο το Πεκίνο μοιάζει να παρακολουθεί απλώς τα τεκταινόμενα.
Οι κυρίαρχες υποθέσεις, είναι δύο. Είτε η κυβέρνηση του ΚΚΚ συγκεντρώνει της δικές της δυνάμεις και προετοιμάζεται για την ώρα της μεγάλης σύγκρουσης έχοντας πίστη στις ικανότητές της, είτε αποφεύγει την αντιπαράθεση, γνωρίζοντας ότι δεν είναι ακόμα σε θέση να τα βάλει με τις υπέρτερες ΗΠΑ.
Μια τρίτη εικασία ωστόσο, είναι ότι οι ΗΠΑ δεν χτύπησαν ακόμα την πιο ευαίσθητη χορδή της Κίνας, η οποία είναι το Ιράν, καθώς οι Φρουροί της Επανάστασης αποτελούν το πιο ισχυρό μέλος των BRICS στην Μέση Ανατολή και τελευταίο προπύργιό τους σε μια περιοχή υψηλής αξίας που είναι στο focus πολλών αντιμαχόμενων παικτών για τους ενεργειακούς σχεδιασμούς τους και τη χάραξη δρόμων μεταφοράς εμπορευμάτων.
Σε κάθε περίπτωση, το μέλλον είναι μπροστά και γεμάτο εξελίξεις.
Λευτέρης Στάικος
www.worldenergynews.gr






