Σε ολόκληρη την Ευρώπη, οι κυβερνήσεις σπεύδουν να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες, να συνάψουν νέες συμφωνίες ασφαλείας και να προειδοποιήσουν για την αυξανόμενη απειλή που συνιστά η Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν.
Όπως διαβάζουμε στο Atlantic Council, σύμφωνα με αρκετούς Ευρωπαίους ηγέτες, η ήπειρος εισέρχεται σήμερα στην πιο επικίνδυνη περίοδο από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ωστόσο, δεν συμμερίζονται όλοι αυτή την ανησυχία. Ένα σημαντικό τμήμα της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης εμφανίζεται επιφυλακτικό απέναντι στις προειδοποιήσεις περί άμεσης ρωσικής απειλής.
Αν και ελάχιστοι υποστηρίζουν ή δικαιολογούν τις ενέργειες του Κρεμλίνου στην Ουκρανία, πολλοί αμφισβητούν κατά πόσο οι εδαφικές φιλοδοξίες του Πούτιν εκτείνονται πέρα από τα όρια της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.
Άλλοι, μάλιστα, απορρίπτουν ανοιχτά την ιδέα ότι η Μόσχα μπορεί να απειλήσει σοβαρά την Ευρώπη.
Το βασικό τους επιχείρημα είναι ότι η Ρωσία δεν έχει καταφέρει να επιβληθεί στην Ουκρανία, γεγονός που, κατά την άποψή τους, αποδεικνύει ότι η στρατιωτική της ισχύς είναι υπερεκτιμημένη. «Η Ρωσία δεν μπορεί καν να νικήσει την Ουκρανία», υποστηρίζουν χαρακτηριστικά.
Η προσέγγιση αυτή, ωστόσο, ενέχει σοβαρούς κινδύνους. Αν και ο ρωσικός στρατός δεν πέτυχε τους βασικούς στόχους που είχε θέσει κατά την έναρξη της εισβολής, αυτό οφείλεται πρωτίστως στην ανθεκτικότητα και την αποτελεσματικότητα της ουκρανικής άμυνας και όχι απαραίτητα σε αδυναμίες της Ρωσίας.
Η ουκρανική αντίσταση αποτελεί ένα από τα πλέον εντυπωσιακά στρατιωτικά επιτεύγματα των τελευταίων δεκαετιών. Από το 2022, ολόκληρη η ουκρανική κοινωνία έχει κινητοποιηθεί σε πρωτοφανή βαθμό.
Από τους εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες και γυναίκες που υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις, μέχρι τη δυναμική αμυντική βιομηχανία και τους πολίτες που διατηρούν τη λειτουργία της χώρας υπό εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, όλοι συνέβαλαν στην ανάσχεση της ρωσικής προέλασης.
Το τίμημα, ωστόσο, υπήρξε βαρύ. Εκατοντάδες χιλιάδες Ουκρανοί έχουν χάσει τη ζωή τους, εκατομμύρια έχουν εκτοπιστεί, δεκάδες πόλεις έχουν καταστραφεί και ολόκληρη η χώρα έχει υποστεί βαθύ ψυχολογικό τραύμα. Όσοι τείνουν να υποβαθμίζουν τη ρωσική απειλή οφείλουν να συνυπολογίσουν το τεράστιο κόστος που κατέβαλε η Ουκρανία για να περιορίσει τα κέρδη της Μόσχας.
Παρά τις σημαντικές απώλειες και τις αποτυχίες που υπέστη η Ρωσία, η υποτίμηση των σημερινών στρατιωτικών της δυνατοτήτων θα ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνη. Οι εικόνες μαζικών επιθέσεων πεζικού, υψηλών απωλειών και αυστηρής πειθαρχίας δημιουργούν συχνά την εντύπωση ενός απαρχαιωμένου στρατού. Στην πραγματικότητα, όμως, οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις έχουν εξελιχθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
Ο ρωσικός στρατός είναι σήμερα μεγαλύτερος από ό,τι ήταν το 2022 και πολύ πιο προσαρμοσμένος στις απαιτήσεις του σύγχρονου πολέμου. Ιδιαίτερα στον τομέα των μη επανδρωμένων αεροσκαφών, η Ρωσία έχει αναδειχθεί σε μία από τις κορυφαίες δυνάμεις παγκοσμίως, διαθέτοντας τη δυνατότητα εξαπόλυσης σύνθετων επιθέσεων με εκατοντάδες drones, σε συνδυασμό με πυραύλους cruise και βαλλιστικά συστήματα.
Αντίθετα, οι αμυντικές στρατηγικές πολλών ευρωπαϊκών χωρών παραμένουν προσανατολισμένες σε παλαιότερα μοντέλα πολέμου και δεν έχουν προσαρμοστεί πλήρως στις νέες πραγματικότητες που διαμορφώνει η μαζική χρήση drones. Σε σειρά στρατιωτικών ασκήσεων το τελευταίο διάστημα, ουκρανικά πληρώματα μη επανδρωμένων συστημάτων φέρονται να ανέδειξαν σημαντικά κενά στις δυνατότητες των δυνάμεων του ΝΑΤΟ.
Την ίδια στιγμή, η ρωσική βιομηχανία έχει περάσει σε καθεστώς πολεμικής οικονομίας, αυξάνοντας κατακόρυφα την παραγωγή drones, πυραύλων και άλλων οπλικών συστημάτων. Σύμφωνα με πρόσφατες ευρωπαϊκές εκτιμήσεις, η Μόσχα παράγει ήδη περισσότερα πυρομαχικά και πυραύλους από πολλές ευρωπαϊκές χώρες μαζί, γεγονός που ενισχύει περαιτέρω τη στρατιωτική της ισχύ.
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η Ρωσία ετοιμάζεται να εξαπολύσει άμεσα επίθεση στην Κεντρική Ευρώπη. Προς το παρόν, το μεγαλύτερο μέρος των στρατιωτικών της πόρων παραμένει δεσμευμένο στο ουκρανικό μέτωπο. Ωστόσο, εάν η δυτική στήριξη προς το Κίεβο εξασθενήσει και η Ουκρανία τελικά καταρρεύσει, η Ρωσία θα βρεθεί σε σαφώς ισχυρότερη θέση.
Μια ρωσική νίκη στην Ουκρανία θα ενίσχυε σημαντικά τη γεωπολιτική θέση του Πούτιν, δίνοντάς του ουσιαστικά τον έλεγχο των δύο μεγαλύτερων και πλέον έμπειρων σε πολεμικές επιχειρήσεις στρατών της Ευρώπης. Υπό αυτές τις συνθήκες, η υπόθεση ότι η Μόσχα δεν θα επιδιώξει περαιτέρω επέκταση της επιρροής της θεωρείται από πολλούς αναλυτές υπερβολικά αισιόδοξη.
Οι τελικοί πολιτικοί στόχοι του Πούτιν εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο συζήτησης. Εκείνο που φαίνεται σαφές είναι ότι το Κρεμλίνο δεν επιδεικνύει διάθεση ειρηνικής συνύπαρξης με τη Δύση. Η αμετακίνητη στάση του απέναντι στον πόλεμο στην Ουκρανία και η αυξανόμενη καταστολή στο εσωτερικό της Ρωσίας υποδηλώνουν προετοιμασία για μια μακροχρόνια περίοδο αντιπαράθεσης.
Κατά πάσα πιθανότητα, η Ρωσία θα συνεχίσει να αποτελεί μια εχθρική δύναμη για την Ευρώπη όσο παραμένει στην εξουσία ο Βλαντίμιρ Πούτιν, διαθέτοντας επεκτατικές φιλοδοξίες και έναν ισχυρά εξοπλισμένο στρατό. Για τον λόγο αυτό, η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια να υποτιμήσει το μέγεθος της πρόκλησης που αντιμετωπίζει.
Η ανθεκτικότητα και ο ηρωισμός της Ουκρανίας συνεχίζουν να εντυπωσιάζουν τη διεθνή κοινότητα, όμως δεν θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως απόδειξη αδυναμίας της Ρωσίας.






