Η βασική λογική του νέου αυτού δόγματος είναι ότι το Ισραήλ δεν θεωρεί πλέον επαρκή την προστασία που παρέχουν οι διεθνείς ειρηνευτικές δυνάμεις, οι συμφωνίες κατάπαυσης του πυρός ή οι κυβερνήσεις των γειτονικών χωρών. Αντίθετα, επιδιώκει μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος, άμεση επιχειρησιακή ελευθερία και τη δυνατότητα να διαμορφώνει το πεδίο πέρα από τα σύνορά του πριν ανασυγκροτηθούν εχθρικές δυνάμεις
Μετά τον τερματισμό, ή τουλάχιστον την αποκλιμάκωση, του πολέμου με το Ιράν και έπειτα από χρόνια σφοδρών συγκρούσεων με τους συμμάχους της Τεχεράνης, τη Χαμάς και τη Χεζμπολάχ, η προσέγγιση του Ισραήλ στην εθνική του ασφάλεια φαίνεται να αλλάζει ριζικά.
Αυτό που ξεκίνησε ως έκτακτη στρατιωτική απάντηση στις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου 2023 εξελίσσεται σταδιακά σε ένα νέο δόγμα προωθημένης άμυνας, με στόχο τη μετατόπιση της γραμμής ελέγχου πέρα από τα διεθνώς αναγνωρισμένα σύνορα, τη δημιουργία ουδέτερων ή αυστηρά ελεγχόμενων περιοχών και τη διατήρησή τους ως μόνιμων ζωνών ασφαλείας.
Αυτό που ξεκίνησε ως έκτακτη στρατιωτική απάντηση στις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου 2023 εξελίσσεται σταδιακά σε ένα νέο δόγμα προωθημένης άμυνας, με στόχο τη μετατόπιση της γραμμής ελέγχου πέρα από τα διεθνώς αναγνωρισμένα σύνορα, τη δημιουργία ουδέτερων ή αυστηρά ελεγχόμενων περιοχών και τη διατήρησή τους ως μόνιμων ζωνών ασφαλείας.
Η βασική λογική του νέου αυτού δόγματος είναι ότι το Ισραήλ δεν θεωρεί πλέον επαρκή την προστασία που παρέχουν οι διεθνείς ειρηνευτικές δυνάμεις, οι συμφωνίες κατάπαυσης του πυρός ή οι κυβερνήσεις των γειτονικών χωρών. Αντίθετα, επιδιώκει μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος, άμεση επιχειρησιακή ελευθερία και τη δυνατότητα να διαμορφώνει το πεδίο πέρα από τα σύνορά του πριν ανασυγκροτηθούν εχθρικές δυνάμεις.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η στρατηγική αυτή βασίζεται σε τρία βασικά συμπεράσματα. Πρώτον, η αποτροπή από μόνη της δεν θεωρείται πλέον αρκετή απέναντι σε ένοπλες οργανώσεις που μπορούν να αναπτύσσουν υποδομές κοντά στα σύνορα, να κατασκευάζουν σήραγγες και να συγκεντρώνουν πυραύλους, drones και αντιαρματικά όπλα. Δεύτερον, το Ισραήλ εκτιμά ότι αδύναμα ή κατακερματισμένα γειτονικά κράτη δεν μπορούν να επιβάλουν αποτελεσματικό έλεγχο στις παραμεθόριες περιοχές. Τρίτον, θεωρεί ότι η στρατηγική ασάφεια λειτουργεί υπέρ του, καθώς προσωρινά στρατιωτικά μέτρα μπορούν σταδιακά να μετατραπούν σε νέα πολιτικά και γεωγραφικά δεδομένα.
Η Λωρίδα της Γάζας αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα εφαρμογής αυτής της στρατηγικής. Η αποκαλούμενη «Κίτρινη Γραμμή» δεν καθόρισε απλώς τις θέσεις των ισραηλινών δυνάμεων μετά την εκεχειρία, αλλά διαχώρισε τη Γάζα σε περιοχές υπό ισραηλινό επιχειρησιακό έλεγχο και σε περιοχές όπου περιορίζεται σημαντικά η δυνατότητα δράσης της Χαμάς. Ανατολικά της γραμμής, μεγάλες εκτάσεις μετατράπηκαν σε κλειστές στρατιωτικές ζώνες, με κατεδαφίσεις κτιρίων, δρόμων και αγροτικών εκτάσεων, στο πλαίσιο της αποτροπής επανεγκατάστασης της Χαμάς.
Η εξέλιξη αυτή, σύμφωνα με την ανάλυση, δεν δημιουργεί απλώς μια αμυντική ζώνη, αλλά αναδιαμορφώνει τη γεωγραφία της Γάζας, μετακινώντας τον πληθυσμό προς τα δυτικά, περιορίζοντας την πρόσβαση στη γη και καθιστώντας δυσδιάκριτη τη διαφορά μεταξύ προσωρινής στρατιωτικής παρουσίας και μόνιμου εδαφικού ελέγχου.
Ανάλογη προσέγγιση φαίνεται να εφαρμόζεται και στον Λίβανο. Το Ισραήλ ζητεί την αποχώρηση της Χεζμπολάχ από τις περιοχές νότια του ποταμού Λιτάνι και την πλήρη αφοπλισμό της από το λιβανικό κράτος ως προϋπόθεση για την αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων. Ωστόσο, ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι οι όροι αυτοί είναι εξαιρετικά δύσκολο να υλοποιηθούν, καθώς ο λιβανικός στρατός δεν μπορεί να αφοπλίσει τη Χεζμπολάχ χωρίς να διακινδυνεύσει εμφύλια σύγκρουση, ενώ η κυβέρνηση της Βηρυτού αδυνατεί να επιβάλει νέο καθεστώς ασφαλείας όσο ισραηλινές δυνάμεις παραμένουν στο έδαφος της χώρας.
Η κατάσταση αυτή δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο, καθώς η αδυναμία του Λιβάνου να ανταποκριθεί στις ισραηλινές απαιτήσεις ενισχύει τα επιχειρήματα υπέρ της διατήρησης της ισραηλινής στρατιωτικής παρουσίας στις παραμεθόριες περιοχές.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι το μνημόνιο που υπογράφηκε στην Ουάσιγκτον στις 26 Ιουνίου προβλέπει ότι η πρόοδος στις σχέσεις Ισραήλ-Λιβάνου και η αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων από τον νότιο Λίβανο εξαρτώνται από τον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ. Ο αρθρογράφος θεωρεί ότι η λογική αυτή θυμίζει τη διαδικασία που ακολουθήθηκε στη Γάζα, όπου η έναρξη της δεύτερης φάσης ανοικοδόμησης συνδέθηκε με τον αφοπλισμό της Χαμάς, κάτι που η οργάνωση αρνήθηκε.
Κατά την ανάλυση, η επιμονή των ΗΠΑ και του Ισραήλ στον πλήρη αφοπλισμό της Χεζμπολάχ ενδέχεται να έχει τα αντίθετα αποτελέσματα από τα επιδιωκόμενα. Εάν οι παραμεθόριες περιοχές εκκενωθούν, περιοριστεί η πρόσβαση των κατοίκων στη γη και η ισραηλινή παρουσία αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά, η Χεζμπολάχ μπορεί να παρουσιάσει τα όπλα της όχι ως εργαλείο της ιρανικής επιρροής, αλλά ως αναγκαία εγγύηση απέναντι σε ενδεχόμενη κατοχή ή νέες εδαφικές απώλειες, ανακτώντας έτσι μέρος της πολιτικής της νομιμοποίησης.
Παρόμοια εικόνα διαμορφώνεται και στη Συρία. Μετά την κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ, το Ισραήλ επεκτάθηκε πέρα από το προηγούμενο καθεστώς αποστρατιωτικοποίησης στα Υψίπεδα του Γκολάν, αναλαμβάνοντας τον έλεγχο περιοχών της ουδέτερης ζώνης και διευρύνοντας την επιχειρησιακή του παρουσία στη νότια Συρία.
Η επίσημη αιτιολόγηση είναι η αποτροπή της εγκατάστασης φιλοϊρανικών οργανώσεων ή άλλων ένοπλων ομάδων, όμως ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι παρατηρείται η ίδια σταδιακή διαδικασία μονιμοποίησης της στρατιωτικής παρουσίας, με νέους δρόμους, παρατηρητήρια, οχυρώσεις και περιορισμούς στην κίνηση των πολιτών.
Κατά την ανάλυση, το Ισραήλ δεν επιδιώκει μόνο να απομακρύνει τις ένοπλες οργανώσεις από τα σύνορά του, αλλά και να επηρεάσει τη μελλοντική αρχιτεκτονική ασφαλείας της ίδιας της Συρίας. Οι προτάσεις για αποστρατιωτικοποιημένες ζώνες, περιορισμούς στις αναπτύξεις του συριακού στρατού και διατήρηση της επιχειρησιακής ελευθερίας του Ισραήλ αντανακλούν τη γενικότερη επιδίωξη να προηγούνται οι ισραηλινές ανάγκες ασφαλείας έναντι της πλήρους άσκησης της κυριαρχίας των γειτονικών κρατών.
Συνολικά, η ανάλυση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Γάζα, ο Λίβανος και η Συρία αποτελούν τρεις εκφάνσεις ενός ενιαίου ισραηλινού δόγματος δημιουργίας ζωνών ασφαλείας, το οποίο βασίζεται στο στρατηγικό βάθος, στη φυσική αναδιαμόρφωση των παραμεθόριων περιοχών και στη σταδιακή εδραίωση νέων τετελεσμένων.
Αν και η στρατηγική αυτή ανταποκρίνεται στις ανησυχίες ασφαλείας που προκάλεσαν οι επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου, ο αρθρογράφος προειδοποιεί ότι ενδέχεται να μετατρέψει προσωρινές στρατιωτικές ρυθμίσεις σε μόνιμες εδαφικές πραγματικότητες, δυσχεραίνοντας την επίτευξη διαρκούς ειρήνης.
www.worldenergynews.gr






