Σύμφωνα με το Interesting Engineering, η εξέλιξη αυτή έχει ευρύτερη σημασία, καθώς δείχνει τον δρόμο προς ένα επιχειρησιακό μοντέλο στο οποίο επανδρωμένα και μη επανδρωμένα συστήματα θα μπορούν να λειτουργούν ως ενιαία ομάδα. Με αυτόν τον τρόπο, οι διοικητές και τα πληρώματα θα έχουν τη δυνατότητα να κατανέμουν αποτελεσματικότερα τις αποστολές, περιορίζοντας παράλληλα την ανάγκη για συνεχή χειροκίνητο συντονισμό
Ένα ακόμη βήμα προς μια πιο αυτοματοποιημένη και δικτυωμένη αρχιτεκτονική επιτήρησης στη θάλασσα πραγματοποιεί το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ, καθώς η Northrop Grumman και η Boeing πέτυχαν σημαντική εξέλιξη στη συνεργασία του μη επανδρωμένου αεροσκάφους θαλάσσιας επιτήρησης MQ-4C Triton με το επανδρωμένο αεροσκάφος ναυτικής περιπολίας P-8A Poseidon.
Η κοινά χρηματοδοτούμενη επίδειξη τεχνολογίας απέδειξε ότι τα δύο αεροσκάφη μπορούν να ανταλλάσσουν πληροφορίες αποστολής, να συντονίζουν τις ενέργειές τους και να συνεργάζονται μέσω τυποποιημένων διεπαφών, χωρίς να απαιτούνται ειδικές συνδέσεις που έχουν σχεδιαστεί αποκλειστικά για κάθε πλατφόρμα.
Η εξέλιξη αυτή έχει ευρύτερη σημασία, καθώς δείχνει τον δρόμο προς ένα επιχειρησιακό μοντέλο στο οποίο επανδρωμένα και μη επανδρωμένα συστήματα θα μπορούν να λειτουργούν ως ενιαία ομάδα. Με αυτόν τον τρόπο, οι διοικητές και τα πληρώματα θα έχουν τη δυνατότητα να κατανέμουν αποτελεσματικότερα τις αποστολές, περιορίζοντας παράλληλα την ανάγκη για συνεχή χειροκίνητο συντονισμό.
Στο επίκεντρο της δοκιμής βρέθηκε η Universal Command & Control Interface (UCI), σε συνδυασμό με την αρχιτεκτονική Open Mission Systems (OMS). Κατά τη διάρκεια της εργαστηριακής επίδειξης, χειριστής του P-8A έστειλε στο προσομοιωμένο MQ-4C Triton εντολές αποστολής σε μορφή που μπορούσε να αναγνωριστεί και να εκτελεστεί από το σύστημα, μέσω μηνυμάτων συμβατών με το UCI.
Πρόκειται για μια σημαντική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται η αμυντική βιομηχανία τη συνεργασία επανδρωμένων και μη επανδρωμένων συστημάτων. Αντί το πλήρωμα να χρειάζεται να ελέγχει χειροκίνητα κάθε στάδιο της αποστολής ενός μη επανδρωμένου αεροσκάφους, μπορεί πλέον να του αναθέτει έναν συγκεκριμένο στόχο και να αφήνει μεγάλο μέρος της εκτέλεσης στην αυτονομία του συστήματος.
Η Boeing ανέφερε ότι η επίδειξη περιλάμβανε επίσης δορυφορικές επικοινωνίες αναμετάδοσης, ώστε να προσεγγίζει περισσότερο ένα πραγματικό επιχειρησιακό περιβάλλον. Τα συστήματα διαχείρισης της αποστολής και αυτονομίας επικοινωνούσαν μέσω των OMS και UCI, αντί για εξατομικευμένες συνδέσεις μεταξύ συγκεκριμένων πλατφορμών.
«Το MQ-4C Triton και το P-8A αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της δύναμης ναυτικής περιπολίας και αναγνώρισης του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ, προσφέροντας συμπληρωματικές δυνατότητες που δεν διαθέτει κανένας άλλος συνδυασμός πλατφορμών», δήλωσε η Jane Bishop, αντιπρόεδρος και γενική διευθύντρια της διεύθυνσης Global Surveillance της Northrop Grumman.
Τα δύο αεροσκάφη έχουν σχεδιαστεί εξαρχής για να εκτελούν συμπληρωματικές αποστολές. Το Triton είναι ένα μη επανδρωμένο αεροσκάφος μεγάλου ύψους και μεγάλης αυτονομίας, σχεδιασμένο για συνεχή συλλογή πληροφοριών, επιτήρηση, αναγνώριση και στοχοποίηση στη θάλασσα. Σύμφωνα με τη Northrop Grumman, μπορεί να επιχειρεί σε ύψος άνω των 50.000 ποδών για περισσότερες από 24 ώρες, διατηρώντας επί μακρόν την επιτήρηση μεγάλων θαλάσσιων περιοχών.
Το P-8A Poseidon, από την άλλη πλευρά, είναι επανδρωμένο αεροσκάφος ναυτικής περιπολίας πολλαπλών αποστολών, με δυνατότητα εκτέλεσης επιχειρήσεων ανθυποβρυχιακού και αντιαποβατικού πολέμου, συλλογής πληροφοριών, επιτήρησης και αναγνώρισης, καθώς και αποστολών έρευνας και διάσωσης.
Ο συνδυασμός των δύο πλατφορμών αποκτά έτσι ιδιαίτερη επιχειρησιακή αξία. Το Triton μπορεί να αναλαμβάνει τη συνεχή επιτήρηση μιας μεγάλης θαλάσσιας περιοχής, επιτρέποντας στο P-8A να επικεντρώνεται σε αποστολές που απαιτούν επανδρωμένο αεροσκάφος, όπως η λεπτομερέστερη διερεύνηση στόχων, η παρακολούθηση επαφών και άλλες τακτικές επιχειρήσεις.
«Η επίδειξη συνεργασίας Poseidon-Triton ανοίγει τον δρόμο για πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες και διαλειτουργικότητα για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους», δήλωσε ο Tory Peterson, αντιπρόεδρος του προγράμματος P-8 της Boeing.
Το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ ήδη αντιμετωπίζει τα δύο αεροσκάφη ως μέρος μιας ευρύτερης οικογένειας συστημάτων της Maritime Patrol and Reconnaissance Force.
Ένα από τα σημαντικότερα οφέλη της νέας προσέγγισης είναι η ταχύτητα με την οποία μπορούν να μεταδίδονται και να αξιοποιούνται οι πληροφορίες. Σε ένα παραδοσιακό επιχειρησιακό περιβάλλον, μια πληροφορία μπορεί να χρειαστεί να περάσει από πολλαπλούς χειριστές και διαφορετικές διεπαφές συστημάτων προτού μετατραπεί σε νέα εντολή για ένα άλλο αεροσκάφος. Η επικοινωνία μεταξύ μηχανών μέσω τυποποιημένων πρωτοκόλλων μπορεί να περιορίσει σημαντικά αυτή την αλυσίδα.
Στη συγκεκριμένη επίδειξη, το P-8A ουσιαστικά υπέδειξε στο Triton την περιοχή στην οποία έπρεπε να κινηθεί και το μη επανδρωμένο αεροσκάφος ανέλαβε αυτόνομα την πλοήγηση, τη χρήση των αισθητήρων, την επεξεργασία των δεδομένων και την αποστολή των αποτελεσμάτων.
Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να επιτρέψει στα πληρώματα να επικεντρώνονται περισσότερο στη λήψη αποφάσεων και λιγότερο στον χειροκίνητο συντονισμό κάθε επιμέρους βήματος μιας αποστολής μη επανδρωμένου αεροσκάφους.
Boeing και Northrop Grumman εκτιμούν, τέλος, ότι η UCI μπορεί να επιτρέψει σε διαφορετικές πλατφόρμες να συνεργάζονται και με άλλα αμερικανικά ή συμμαχικά συστήματα μέσω της ίδιας διεπαφής. Η δυνατότητα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς οι σύγχρονες στρατιωτικές επιχειρήσεις βασίζονται ολοένα και περισσότερο σε δίκτυα που συνδέουν αεροσκάφη, πλοία, μη επανδρωμένα συστήματα, αισθητήρες και κέντρα διοίκησης και ελέγχου από διαφορετικούς οργανισμούς.
www.worldenergynews.gr






