Η Δύση έκανε στο παρελθόν το λάθος να υπερεκτιμήσει τις δυνατότητες της Ρωσίας και να αντιδράσει με υπερβολική επιφυλακτικότητα. Μετά τον πόλεμο στη Γεωργία το 2008 και την προσάρτηση της Κριμαίας το 2014, αρκετές δυτικές κυβερνήσεις προτίμησαν την προσέγγιση και τη διατήρηση των οικονομικών σχέσεων αντί της αποφασιστικής ενίσχυσης της αποτροπής
Οι δημοκρατικές κοινωνίες βρίσκονται διαρκώς αντιμέτωπες με το δύσκολο δίλημμα της κατανομής περιορισμένων πόρων. Ο Καναδάς δεν αποτελεί εξαίρεση. Οι αυξημένες δαπάνες για παιδεία, υγεία, στέγαση και απασχόληση είναι εύλογα προτεραιότητες, όμως όλα αυτά τα δημόσια αγαθά προϋποθέτουν ασφάλεια και προστασία της εθνικής κυριαρχίας.
Την ίδια στιγμή, η γεωπολιτική έχει επιστρέψει στο προσκήνιο, ενώ ολοένα μεγαλύτερη σημασία αποκτά η γεωοικονομία, με την Κίνα να αποτελεί έναν από τους πλέον ενεργούς και επιτυχημένους εκφραστές της. Για τις χώρες του ΝΑΤΟ αυτό σημαίνει ότι απαιτείται ενίσχυση της συλλογικής αλλά και εθνικής άμυνας, ιδιαίτερα στην Αρκτική και στο ευρύτερο ευρωπαϊκό θέατρο.
Στην Αρκτική, η Ρωσία αποτελεί μια αυξανόμενη και πολυδιάστατη απειλή. Η μαζική στρατιωτικοποίηση της περιοχής, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη του Διαρκούς Αρκτικού Διαδρόμου Μεταφορών (TTK) και την έμμεση στήριξη της Κίνας, δημιουργούν ένα νέο περιβάλλον στρατηγικού ανταγωνισμού.
Η ανάγκη για ρεαλιστική εκτίμηση της Ρωσίας
Η Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν δεν είναι η Σοβιετική Ένωση. Πρόκειται για ένα αυταρχικό κράτος με σημαντικούς περιορισμούς στην οικονομική και στρατιωτική του ισχύ, το οποίο όμως παραμένει επιθετικό και αποφασισμένο να επιδιώκει εξωτερικές επιτυχίες.
Η Δύση έκανε στο παρελθόν το λάθος να υπερεκτιμήσει τις δυνατότητες της Ρωσίας και να αντιδράσει με υπερβολική επιφυλακτικότητα. Μετά τον πόλεμο στη Γεωργία το 2008 και την προσάρτηση της Κριμαίας το 2014, αρκετές δυτικές κυβερνήσεις προτίμησαν την προσέγγιση και τη διατήρηση των οικονομικών σχέσεων αντί της αποφασιστικής ενίσχυσης της αποτροπής.
Η πολιτική αυτή δεν πρέπει να επαναληφθεί στην Αρκτική ή στην Ουκρανία. Ωστόσο, εξίσου σημαντικό είναι να μην διολισθήσει η Δύση στην υπερβολή και την παράνοια. Η Ρωσία πρέπει να αξιολογείται με βάση τόσο τις πραγματικές δυνατότητές της όσο και τους περιορισμούς της.
Η στρατηγική πρέπει επομένως να βρίσκεται ανάμεσα στη prudence και την υπερβολική φοβία: να μην υποτιμάται η ρωσική στρατιωτική ισχύς, η αποφασιστικότητα του Πούτιν ή η στήριξη που παρέχει η Κίνα, αλλά ταυτόχρονα να αναγνωρίζονται οι αδυναμίες της Ρωσίας.
Οι τέσσερις κρίσεις του Κρεμλίνου
Η ρωσική εξωτερική πολιτική συνδέεται στενά με τις εσωτερικές εξελίξεις. Το καθεστώς Πούτιν αντιμετωπίζει τέσσερις αλληλένδετες κρίσεις: κρίση πολιτικής νομιμοποίησης, οικονομική κρίση, κρίση ταυτότητας και μια επερχόμενη κρίση διαδοχής.
Για χρόνια, το Κρεμλίνο επιχείρησε να ενισχύσει τη νομιμοποίησή του μέσω της εικόνας μιας πανίσχυρης Ρωσίας και των γρήγορων εξωτερικών νικών. Οι επεμβάσεις στη Γεωργία και την Ουκρανία λειτούργησαν αρχικά ως εργαλεία εσωτερικής πολιτικής.
Με τον πόλεμο στην Ουκρανία να βρίσκεται πλέον στο πέμπτο έτος, όμως, η αποτελεσματικότητα αυτής της πολιτικής έχει περιοριστεί. Η «μαγεία» των εξωτερικών επιτυχιών έχει εξασθενήσει και το Κρεμλίνο εμφανίζεται ολοένα περισσότερο εγκλωβισμένο στην ανάγκη να παρουσιάζει νέες νίκες.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Αρκτική αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τη Μόσχα.
Η Αρκτική ως νέο μέτωπο
Η ρωσική πολιτική για την Αρκτική εξελίχθηκε σταδιακά από μια σχετικά περιορισμένη προσέγγιση το 2008 σε στρατηγική προτεραιότητα, ιδιαίτερα μετά την εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Η Ρωσία έχει αναπτύξει στην περιοχή σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες, ενώ επιδιώκει παράλληλα να ενισχύσει την οικονομική, εμπορική και νομική της παρουσία.
Η απειλή στην Αρκτική έχει πέντε διαστάσεις:
-πολιτική,
-οικονομική,
-στρατιωτική,
-νομική,
-περιβαλλοντική.
Η Ρωσία αντιμετωπίζει σοβαρές εσωτερικές αδυναμίες, όπως δημογραφική κρίση, εθνοτικές εντάσεις, εκτεταμένη διαφθορά και οικονομική φθορά. Ωστόσο, αυτές οι αδυναμίες μπορούν να περιορίσουν τη ρωσική ισχύ μόνο εφόσον το ΝΑΤΟ επιδείξει αποφασιστικότητα.
Το ΝΑΤΟ δεν μπορεί να περιμένει
Η Συμμαχία έχει δεσμευθεί να ενισχύσει σταδιακά τις αμυντικές της δυνατότητες, όμως η σταδιακή προσέγγιση δεν επαρκεί απέναντι στην ταχύτητα με την οποία μεταβάλλεται το στρατηγικό περιβάλλον.
Οι υποσχέσεις για ενίσχυση των δυνατοτήτων έως το 2035 δεν αρκούν. Απαιτούνται άμεσες επενδύσεις σε άμυνα και αποτροπή, ιδιαίτερα στην Αρκτική.
Παρά τις εντάσεις στο εσωτερικό της Συμμαχίας, δεν πρέπει να συγχέεται η σημερινή πίεση με μια οριστική ρήξη. Το ΝΑΤΟ εξακολουθεί να αποτελεί το βασικό εργαλείο αντιμετώπισης των ρωσικών φιλοδοξιών, ενώ ο Καναδάς διαθέτει επιπλέον το πλεονέκτημα της συνεργασίας μέσω του NORAD.
Η Γερμανία, η Πολωνία, τα κράτη της Βαλτικής, η Νορβηγία και η Φινλανδία αυξάνουν ήδη σημαντικά και γρήγορα τις αμυντικές τους δαπάνες και δυνατότητες. Παράλληλα, αναγνωρίζουν τη σημασία της παραμονής των Ηνωμένων Πολιτειών σε κεντρικό ρόλο στο ΝΑΤΟ.
Ο Καναδάς πρέπει να περάσει από τις δεσμεύσεις στην πράξη
Η αντιμετώπιση της ρωσικής παρουσίας στην Αρκτική απαιτεί ρεαλισμό και βαθύτερη κατανόηση της γεωγραφίας, της ιστορίας, της γεωπολιτικής και της γεωοικονομίας της περιοχής.
Για τον Καναδά, με τη δεύτερη μεγαλύτερη ακτογραμμή στην Αρκτική παγκοσμίως, η προστασία του Βορρά αποτελεί πλέον ζήτημα άμεσης εθνικής ασφάλειας.
www.worldenergynews.gr






