Τα CCA, που συχνά περιγράφονται ως «Loyal Wingmen», θα διευρύνουν σημαντικά την επιχειρησιακή ακτίνα των F-35 και θα επιτρέπουν στην Πολεμική Αεροπορία να αξιοποιεί τα επανδρωμένα μαχητικά ως κέντρα διοίκησης και ελέγχου στον αέρα. Παράλληλα, η δυνατότητα αξιοποίησης των μη επανδρωμένων αεροσκαφών ως αναλώσιμων μονάδων θα μπορούσε να περιορίσει την έκθεση των ιδιαίτερα ακριβών F-35 σε εχθρικά πυρά.
Στο πλαίσιο αυτό, η Πολεμική Αεροπορία έχει προχωρήσει σε συζητήσεις με δύο κατασκευαστές για την επιλογή του CCA που θα ενταχθεί μελλοντικά στο ελληνικό οπλοστάσιο. Η μία επιλογή αφορά το MQ-28 Ghost Bat της Boeing, το οποίο έχει αναπτυχθεί για τη Βασιλική Αεροπορία της Αυστραλίας και έχει ήδη περάσει από δοκιμές στον Ειρηνικό. Η δεύτερη αφορά το X-BAT της αμερικανικής Shield AI, ένα σύστημα που βρίσκεται ακόμη υπό ανάπτυξη και αναμένεται να είναι διαθέσιμο γύρω στο 2028 ή το 2029.
Ο σχεδιασμός προβλέπει ότι τα περίπου 20 F-35 που αναμένεται να διαθέτει η Ελλάδα από το 2029 και μετά θα μπορούν να λειτουργούν σε συνδυασμό με πέντε έως έξι CCA το καθένα. Με αυτόν τον τρόπο, ένα F-35 θα μπορούσε να συντονίζει έναν μικρό σχηματισμό μη επανδρωμένων αεροσκαφών, τα οποία θα αναλαμβάνουν αποστολές ανάλογα με τις επιχειρησιακές ανάγκες.
Ο ρόλος των CCA δεν θα περιορίζεται στην αυτοπροστασία των επανδρωμένων μαχητικών. Τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη θα μπορούν να εξοπλίζονται με όπλα αέρος-αέρος και αέρος-εδάφους, αποκτώντας έτσι και καθαρά επιθετικές δυνατότητες. Η απώλεια ενός τέτοιου αεροσκάφους θα έχει διαφορετικό επιχειρησιακό και οικονομικό κόστος σε σχέση με την απώλεια ενός επανδρωμένου μαχητικού πέμπτης γενιάς, στοιχείο που ενισχύει τη χρησιμότητά τους σε περιβάλλον υψηλής απειλής.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία και σε περιφερειακό επίπεδο, καθώς η Τουρκία έχει ήδη αναπτύξει το δικό της μη επανδρωμένο μαχητικό αεροσκάφος, το Kizilelma, ενώ ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο σύστημα έχει εκδηλώσει και η Ιταλία. Η ανάπτυξη τέτοιων τεχνολογιών αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα βασικά πεδία ανταγωνισμού στις αεροπορικές δυνάμεις της επόμενης δεκαετίας.
Ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός της Πολεμικής Αεροπορίας δεν περιορίζεται, ωστόσο, στην απόκτηση νέων αεροσκαφών. Στόχος είναι να ξεπεραστεί ο υφιστάμενος Μακροπρόθεσμος Προγραμματισμός Αμυντικών Εξοπλισμών για την περίοδο 2025-2036 και να υπάρξει μια πρώτη εικόνα των αναγκών έως το 2045. Η ανάγκη για τέτοιο ορίζοντα σχεδιασμού συνδέεται με το ιδιαίτερα υψηλό κόστος απόκτησης, λειτουργίας και υποστήριξης ενός σύγχρονου στόλου μαχητικών.
Η εμπειρία των Rafale αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των προβλημάτων που μπορεί να προκαλέσει ένας ελλιπής σχεδιασμός υποστήριξης. Η σύμβαση για την απόκτηση των 24 γαλλικών μαχητικών δεν είχε προβλέψει με επαρκή σαφήνεια το σύνολο των αναγκών υποστήριξής τους, με αποτέλεσμα το Ελληνικό Δημόσιο να χρειαστεί να διαθέσει επιπλέον περίπου 500 εκατ. ευρώ για την υποστήριξή τους για ακόμη μία πενταετία.
Στο επίκεντρο η Ανδραβίδα
Παράλληλα με τον σχεδιασμό για τα CCA, προχωρούν οι προετοιμασίες για τη μετατροπή της αεροπορικής βάσης της Ανδραβίδας σε βασική εγκατάσταση των ελληνικών F-35. Το πρώτο ελληνικό F-35 αναμένεται να προσγειωθεί στη βάση το φθινόπωρο του 2029, γεγονός που αφήνει περιορισμένο χρονικό περιθώριο για την ολοκλήρωση των απαιτούμενων έργων υποδομής.
Η βάση θα χρειαστεί να αποκτήσει εγκαταστάσεις και υποδομές που σήμερα δεν υπάρχουν σε άλλες εγκαταστάσεις της Πολεμικής Αεροπορίας. Οι σχετικές εργασίες αναμένεται να ανατεθούν σε ελληνικές κατασκευαστικές εταιρείες, με τις αμερικανικές αρχές να λαμβάνουν το φθινόπωρο τις τελικές αποφάσεις. Βασικά κριτήρια θα αποτελέσουν η τεχνική επάρκεια των εταιρειών και η δυνατότητά τους να ανταποκριθούν στα αμερικανικά κατασκευαστικά πρότυπα.
Το κόστος των έργων στην Ανδραβίδα έχει περιοριστεί στα 290 εκατ. ευρώ, γεγονός που δημιουργεί πρόσθετη πίεση για την έγκαιρη και αποτελεσματική υλοποίησή τους. Η σύγκριση με άλλα ευρωπαϊκά προγράμματα είναι ενδεικτική: στην Τσεχία οι αντίστοιχες υποδομές για τα F-35 υπολογίζεται ότι θα κοστίσουν περίπου 700 εκατ. ευρώ, ενώ στο Βέλγιο το κόστος αναμένεται να ξεπεράσει το 1 δισ. ευρώ.
Στην ελληνική πλευρά υπάρχει αισιοδοξία ότι ο προϋπολογισμός θα παραμείνει εντός του ορίου των 290 εκατ. ευρώ και ότι τα έργα θα ολοκληρωθούν εγκαίρως. Οι σχετικές εκτιμήσεις τοποθετούν το κρίσιμο χρονικό ορόσημο κοντά στις αρχές του 2028, ώστε να υπάρχει επαρκής χρόνος πριν από την άφιξη των πρώτων F-35.
Στο μεταξύ, θα έχει ξεκινήσει και η εκπαίδευση των Ελλήνων χειριστών που θα αναλάβουν τα νέα μαχητικά. Η εκπαίδευση θα πραγματοποιηθεί στις ΗΠΑ και αποτελεί ένα ακόμη κρίσιμο σκέλος της προετοιμασίας για την ένταξη των F-35 στην Πολεμική Αεροπορία.