Σοβαρά ερωτήματα για την τεχνολογική αποτελεσματικότητα και το οικονομικό κόστος του σχεδίου Golden Dome, που προωθεί η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ για την προστασία των ΗΠΑ από πυραυλικές επιθέσεις, θέτει ανάλυση ειδικών στην αντιπυραυλική άμυνα.
Σύμφωνα με τους συντάκτες του War on the Rocks, δεν διαφαίνεται προοπτική ανάπτυξης, τουλάχιστον μέσα στα επόμενα 15 χρόνια, ενός συστήματος ικανού να αναχαιτίζει αξιόπιστα ακόμη και μια περιορισμένη αλλά αποτελεσματική επίθεση με διηπειρωτικούς βαλλιστικούς πυραύλους.
Το Golden Dome σχεδιάζεται ως ένα πολυεπίπεδο δίκτυο άμυνας που θα συνδυάζει επίγεια, θαλάσσια και διαστημικά μέσα. Η αποστολή του θα είναι να αντιμετωπίζει ένα ευρύ φάσμα απειλών, από διηπειρωτικούς και πυραύλους cruise έως υπερηχητικά οχήματα ολίσθησης, αεροσκάφη και μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Οι επικριτές του σχεδίου, ωστόσο, υποστηρίζουν ότι η έκταση των απειλών και οι δυνατότητες των αντιπάλων καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη την επίτευξη του επιδιωκόμενου επιπέδου προστασίας.
Οι ΗΠΑ έχουν δαπανήσει περισσότερα από 500 δισ. δολάρια, σε τιμές 2025, για συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας κατά τις τελευταίες επτά δεκαετίες. Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με την ανάλυση, κανένα από τα συστήματα που έχουν αναπτυχθεί δεν έχει αποδείξει ότι μπορεί να αναχαιτίσει έστω έναν πύραυλο ή μία πυρηνική κεφαλή υπό τις συνθήκες που θα επικρατούσαν σε μια πραγματική πυρηνική επίθεση.
Οι δυνατότητες των υφιστάμενων συστημάτων και το πρόβλημα των αντιμέτρων
Η αντιμετώπιση μιας μεγάλης επίθεσης από τη Ρωσία ή την Κίνα θα απαιτούσε την καταστροφή εκατοντάδων ή ακόμη και χιλιάδων πυραύλων ή πυρηνικών κεφαλών, παρά τη χρήση παραπλανητικών στόχων, προηγμένων αντιμέτρων και ταυτόχρονων εκτοξεύσεων. Οι συντάκτες εκτιμούν ότι δεν υπάρχει ρεαλιστική προοπτική ανάπτυξης ενός συστήματος που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά μια τέτοια επίθεση στο ορατό μέλλον.
Ακόμη και μια πολύ μικρότερη επίθεση θα δημιουργούσε σημαντικές δυσκολίες. Η Βόρεια Κορέα ενδέχεται να αποκτήσει τη δυνατότητα εκτόξευσης 20 διηπειρωτικών βαλλιστικών πυραύλων με πολλαπλές κεφαλές και εξελιγμένα αντίμετρα. Σε άλλα σενάρια, μια μη εξουσιοδοτημένη εκτόξευση από ρωσικό υποβρύχιο θα μπορούσε να περιλαμβάνει 16 πυραύλους με περίπου 100 κεφαλές, ενώ ένα περιορισμένο πλήγμα με σκοπό την άσκηση πίεσης από τη Ρωσία ή την Κίνα θα μπορούσε να περιλαμβάνει 12 πυραύλους με 60 κεφαλές.
Το υφιστάμενο αμερικανικό σύστημα Ground-based Midcourse Defense (GMD), που προορίζεται για αναχαίτιση πυραύλων κατά τη μεσαία φάση της πτήσης τους, δεν αναμένεται να προσφέρει αξιόπιστη προστασία έναντι περισσότερων από έναν μικρό αριθμό πυραύλων, ακόμη και με τις προγραμματισμένες αναβαθμίσεις. Οι δοκιμές του, σύμφωνα με την ανάλυση, δεν έχουν αναπαράγει ρεαλιστικά σενάρια επιθέσεων με πολλαπλές κεφαλές, προηγμένους παραπλανητικούς στόχους και επιθέσεις κατά των αισθητήρων του αμυντικού συστήματος.
Αντίστοιχα, το σύστημα Aegis Standard Missile 3 Block IIA σχεδιάστηκε για την περιφερειακή αντιμετώπιση πυραύλων μικρότερου και μεσαίου βεληνεκούς. Η δοκιμή του 2020 απέναντι σε στόχο κατηγορίας διηπειρωτικού βαλλιστικού πυραύλου πραγματοποιήθηκε υπό ελεγχόμενες και ευνοϊκές συνθήκες και δεν θεωρείται, σύμφωνα με τους συντάκτες, απόδειξη επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας απέναντι σε πραγματική πυρηνική απειλή.
Το βασικό τεχνικό πρόβλημα είναι η διάκριση των πραγματικών πυρηνικών κεφαλών από τους παραπλανητικούς στόχους που μπορούν να αναπτυχθούν κατά την πτήση. Η ανάλυση επισημαίνει ότι αυτή η δυσκολία παραμένει άλυτη, ενώ η αναβάθμιση των υφιστάμενων συστημάτων και η δοκιμή τους σε πιο απαιτητικές συνθήκες θα μπορούσαν να απαιτήσουν μία δεκαετία ή και περισσότερο.
Η διαστημική αναχαίτιση και το ασφυκτικό χρονικό περιθώριο
Κεντρικό στοιχείο του Golden Dome είναι η ανάπτυξη αναχαιτιστών στο Διάστημα, οι οποίοι θα επιχειρούν να καταστρέφουν τους πυραύλους κατά την αρχική φάση της πτήσης τους, όσο οι κινητήρες τους λειτουργούν και πριν απελευθερωθούν οι κεφαλές και τα αντίμετρα. Η προσέγγιση αυτή θεωρείται θεωρητικά ελκυστική, καθώς η αναχαίτιση σε πρώιμο στάδιο θα μπορούσε να αποτρέψει την ανάπτυξη πολλαπλών κεφαλών.
Ωστόσο, η διαθέσιμη χρονική περίοδος είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Για τους περισσότερους σύγχρονους βαλλιστικούς πυραύλους στερεού καυσίμου, η καύση των κινητήρων διαρκεί περίπου τρία λεπτά ή λιγότερο. Μέσα σε αυτό το διάστημα, το αμυντικό σύστημα πρέπει να εντοπίσει την εκτόξευση, να υπολογίσει την τροχιά, να διαπιστώσει εάν πρόκειται για πραγματική επίθεση και να εκτοξεύσει αναχαιτιστές ικανούς να φτάσουν τον στόχο πριν ολοκληρωθεί η καύση.
Οι συντάκτες υπολογίζουν ότι η διαδικασία εντοπισμού και αξιολόγησης μπορεί να καταναλώσει τουλάχιστον 75 δευτερόλεπτα. Έτσι, σε ορισμένα σενάρια, οι αναχαιτιστές θα διαθέτουν μόλις 45 έως 75 δευτερόλεπτα για να προσεγγίσουν και να καταστρέψουν τον πύραυλο. Σε ακόμη πιο απαιτητικές περιπτώσεις, το διαθέσιμο περιθώριο θα μπορούσε να περιοριστεί στα 25 δευτερόλεπτα, καθιστώντας την αναχαίτιση πρακτικά αδύνατη.
Η πίεση του χρόνου δημιουργεί και έναν πρόσθετο κίνδυνο: οι αποφάσεις για την εκτόξευση αναχαιτιστών θα πρέπει να λαμβάνονται μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, αυξάνοντας την πιθανότητα λανθασμένης εκτίμησης σε μια κρίση και τον κίνδυνο ακούσιας πυρηνικής κλιμάκωσης.
Παράλληλα, η ανάπτυξη διαστημικών αναχαιτιστών θα μπορούσε να ωθήσει τους αντιπάλους των ΗΠΑ να σχεδιάσουν πυραύλους με ακόμη μικρότερο χρόνο καύσης, να τους εκτοξεύουν από θέσεις πλησιέστερες σε αμερικανικούς στόχους ή να χρησιμοποιούν τροχιές που δυσκολεύουν την αναχαίτιση. Θα μπορούσαν επίσης να αναπτύξουν παραπλανητικούς πυραύλους, παρεμβολείς και άλλα μέσα που θα εξαντλούσαν τα διαθέσιμα αμυντικά αποθέματα.
Δεκάδες χιλιάδες αναχαιτιστές και κόστος τρισεκατομμυρίων
Ένα ακόμη εμπόδιο αφορά τον αριθμό των διαστημικών αναχαιτιστών που θα απαιτούνταν για την κάλυψη της αμερικανικής επικράτειας. Επειδή οι δορυφόροι κινούνται σε τροχιά και δεν βρίσκονται διαρκώς κοντά στο σημείο μιας πιθανής εκτόξευσης, ένα μεγάλο μέρος του συστήματος θα απουσιάζει από την κατάλληλη θέση τη στιγμή της επίθεσης.
Με βάση υπολογισμούς που στηρίζονται σε αναλυτικά μοντέλα προηγούμενων μελετών, η προστασία των 48 συνεχόμενων πολιτειών των ΗΠΑ από μόλις τέσσερις διηπειρωτικούς πυραύλους που θα εκτοξεύονταν σχεδόν ταυτόχρονα από την ίδια περιοχή θα απαιτούσε περίπου 24.000 διαστημικούς αναχαιτιστές, υπό συγκεκριμένες τεχνικές παραδοχές. Για την αντιμετώπιση ομοβροντίας δέκα πυραύλων που θα εκτοξεύονταν από υποβρύχιο, ο απαιτούμενος αριθμός θα μπορούσε να ξεπεράσει τους 60.000.
Εάν το σύστημα προέβλεπε την εκτόξευση τριών αναχαιτιστών εναντίον κάθε επιτιθέμενου πυραύλου, ώστε να αυξηθούν οι πιθανότητες επιτυχίας, ο αριθμός θα έφτανε τους 180.000. Οι υπολογισμοί αυτοί δεν περιλαμβάνουν την πλήρη κάλυψη της Αλάσκας και βασίζονται στην υπόθεση ότι κάθε επιτιθέμενος πύραυλος θα απαιτούσε έναν αναχαιτιστή στο αρχικό σενάριο.
Η αύξηση της ταχύτητας και της επιτάχυνσης των αναχαιτιστών θα μπορούσε θεωρητικά να περιορίσει τον απαιτούμενο αριθμό, αλλά θα αύξανε σημαντικά το βάρος και το κόστος κάθε μονάδας. Παράλληλα, ένα σύστημα με λιγότερους και ακριβότερους αναχαιτιστές θα ήταν περισσότερο ευάλωτο σε επιθέσεις, καθώς η απώλεια ακόμη και λίγων μονάδων θα περιόριζε αισθητά τις δυνατότητές του.
Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου έχει εκτιμήσει το κόστος του στρατηγικού σκέλους αντιπυραυλικής άμυνας του Golden Dome σε περίπου 1,2 τρισ. δολάρια. Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση, η εκτίμηση αφορά ένα πολύ πιο περιορισμένο σύστημα και ενδέχεται να υποτιμά σημαντικά τις πραγματικές απαιτήσεις μιας ολοκληρωμένης αρχιτεκτονικής. Οι συντάκτες θεωρούν ότι ακόμη και ένα ανθεκτικό διαστημικό σύστημα για την αντιμετώπιση μιας πολύ περιορισμένης επίθεσης θα μπορούσε να κοστίσει τρισεκατομμύρια δολάρια σε βάθος 20ετίας.
Η ανάπτυξη όπλων κατευθυνόμενης ενέργειας, την οποία έχει υποστηρίξει ο επικεφαλής του προγράμματος, στρατηγός της Διαστημικής Δύναμης των ΗΠΑ Μάικλ Γκέτλαϊν, δεν θεωρείται άμεση λύση. Η απαιτούμενη ισχύς, η ακρίβεια εστίασης, η παρακολούθηση του στόχου και η αντοχή των συστημάτων θα μπορούσαν να απαιτήσουν δεκαετίες ανάπτυξης, εφόσον η τεχνολογία αποδειχθεί τελικά εφικτή.
Προειδοποίηση για αντίμετρα και κίνδυνο κλιμάκωσης
Οι συντάκτες προειδοποιούν ότι οι αντίπαλοι των ΗΠΑ θα έχουν ισχυρό κίνητρο να αναπτύξουν μέσα εξουδετέρωσης της αντιπυραυλικής ασπίδας. Μεταξύ των πιθανών επιλογών περιλαμβάνονται οι ταυτόχρονες εκτοξεύσεις πολλών πυραύλων, η χρήση φθηνότερων πυραύλων ως δολωμάτων, η ανάπτυξη πολλαπλών κεφαλών με ανεξάρτητη καθοδήγηση και η χρήση παρεμβολών για την παραπλάνηση των αισθητήρων.
Επιπλέον, το ίδιο το αμυντικό σύστημα θα μπορούσε να αποτελέσει στόχο αντιδορυφορικών όπλων. Η χρήση πυρηνικών όπλων στο Διάστημα ή η ενεργοποίηση κεφαλών κατά την αναχαίτισή τους θα μπορούσε να προκαλέσει ζημιές στους αισθητήρες και στα ηλεκτρονικά συστήματα, υποβαθμίζοντας την ικανότητα εντοπισμού άλλων απειλών.
Η ανάλυση καταλήγει ότι δεν διαφαίνεται προοπτική ανάπτυξης, μέσα στα επόμενα 15 χρόνια, ενός συστήματος που θα μπορούσε να προστατεύσει αξιόπιστα τις ΗΠΑ από μια περιορισμένη αλλά αποτελεσματική επίθεση με στρατηγικούς βαλλιστικούς πυραύλους, πόσο μάλλον από μια μεγάλης κλίμακας επίθεση της Ρωσίας ή της Κίνας.
Ως εναλλακτική, οι συντάκτες προτείνουν την ακύρωση του προγράμματος διαστημικών αναχαιτιστών και τη μεταφορά πόρων προς τη μείωση του πυρηνικού κινδύνου μέσω διπλωματίας, μέτρων αποκλιμάκωσης και συμφωνιών ελέγχου των εξοπλισμών. Υποστηρίζουν ότι, παρά τις δυσκολίες διαπραγμάτευσης, οι συμφωνίες αυτές αποτελούν τη μόνη προσέγγιση που έχει αποδειχθεί ιστορικά αποτελεσματική για τον περιορισμό της πυρηνικής απειλής κατά των ΗΠΑ.
www.worldenergynews.gr






