Παρότι οι νέοι κανόνες αναμένεται να ενισχύσουν την παραγωγή και να διευκολύνουν τη σύναψη συμβολαίων προμήθειας πρώτων υλών με τους αγρότες, παραμένει αβέβαιο εάν θα επαρκέσουν για να καλύψουν τις απώλειες παραγωγής που σημειώθηκαν νωρίτερα μέσα στο έτος
Η προσπάθεια του προέδρου των ΗΠΑ, Tραμπ, να αυξήσει την παραγωγή βιοντίζελ και ανανεώσιμου ντίζελ, στηρίζοντας παράλληλα τους Αμερικανούς αγρότες και τις αγροτικές κοινότητες, βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα σημαντικό εμπόδιο: η παραγωγική δυναμικότητα της βιομηχανίας δεν επαρκεί για να καλύψει τους φιλόδοξους στόχους που έχει θέσει η κυβέρνηση.
Η απόκλιση μεταξύ των στόχων και της πραγματικής παραγωγής δημιουργεί τόσο πολιτικούς όσο και οικονομικούς κινδύνους. Εάν η υστέρηση συνεχιστεί, οι τιμές των πιστώσεων συμμόρφωσης για τα ανανεώσιμα καύσιμα (RINs) ενδέχεται να αυξηθούν σημαντικά, ενώ η κυβέρνηση μπορεί να αναγκαστεί να ενεργοποιήσει μια σπάνια χρησιμοποιούμενη διάταξη που επιτρέπει την αναθεώρηση των υποχρεωτικών ποσοστώσεων ώστε να αντανακλούν τις πραγματικές συνθήκες της αγοράς. Μια τέτοια εξέλιξη θα προκαλούσε αντιδράσεις από τους αγρότες και τη βιομηχανία βιοκαυσίμων, που αποτελούν σημαντική εκλογική βάση ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Η United States Environmental Protection Agency, η οποία διαχειρίζεται την πολιτική βιοκαυσίμων στις ΗΠΑ, καθόρισε για το 2026 τις υψηλότερες μέχρι σήμερα υποχρεωτικές ποσοστώσεις ανάμειξης βιοκαυσίμων στο πλαίσιο του προγράμματος Renewable Fuel Standard (RFS). Σύμφωνα με τους νέους στόχους, τα διυλιστήρια θα πρέπει να παράγουν ή να αγοράσουν 8,86 δισ. πιστώσεις RIN, ποσότητα που αντιστοιχεί στην ανάμειξη 5,4 δισ. γαλονιών βιοντίζελ και ανανεώσιμου ντίζελ, δηλαδή περισσότερο από 60% υψηλότερα σε σχέση με το 2025.
Ωστόσο, οι πραγματικές επιδόσεις της βιομηχανίας απέχουν αισθητά από τους στόχους. Σύμφωνα με στοιχεία της Argus Media, οι μονάδες παραγωγής βιοντίζελ λειτουργούσαν τον Μάιο μόλις στο 77% της δυναμικότητάς τους, ενώ οι εγκαταστάσεις ανανεώσιμου ντίζελ στο 78%, όταν η EPA είχε υπολογίσει ότι θα λειτουργούσαν περίπου στο 90% καθ' όλη τη διάρκεια του έτους.
Παράλληλα, μέρος της παραγωγής διοχετεύεται σε εξαγωγές, όπου οι τιμές είναι υψηλότερες λόγω των προβλημάτων προσφοράς που προκάλεσε η κρίση με το Ιράν. Οι ποσότητες αυτές δεν υπολογίζονται για την κάλυψη των αμερικανικών υποχρεώσεων, επιβαρύνοντας περαιτέρω το ισοζύγιο της αγοράς.
Τα στοιχεία της EPA δείχνουν ότι τον Μάιο δημιουργήθηκαν 736 εκατ. πιστώσεις RIN, σημαντικά λιγότερες από τις περίπου 915 εκατ. που απαιτούνται κάθε μήνα για να επιτευχθεί ο ετήσιος στόχος. Ο αγροτικός οικονομολόγος Σκοτ Ίργουιν, του University of Illinois Urbana-Champaign, εκτιμά ότι μόνο κατά τους πρώτους τέσσερις μήνες του 2026 η παραγωγή υπολείπεται των απαιτήσεων κατά 1,41 δισ. πιστώσεις RIN, γεγονός που σημαίνει ότι για το υπόλοιπο του έτους η παραγωγή θα πρέπει να ξεπεράσει κατά περισσότερο από 20% κάθε προηγούμενο μηνιαίο ιστορικό υψηλό.
Όπως επισημαίνει ο Ίργουιν, οι στόχοι της κυβέρνησης προϋποθέτουν ότι οι μονάδες βιοντίζελ θα λειτουργούν με τον υψηλότερο ρυθμό που έχει καταγραφεί ποτέ, ενώ οι εγκαταστάσεις ανανεώσιμου ντίζελ θα πρέπει να υπερβούν κάθε προηγούμενη επίδοσή τους.
Ανάλογη είναι και η εκτίμηση του Πολ Νίζνικ, διευθυντή ενέργειας της συμβουλευτικής εταιρείας Capstone LLC, ο οποίος θεωρεί ότι με τους σημερινούς ρυθμούς η βιομηχανία είναι αδύνατον να επιτύχει τους στόχους που έχουν τεθεί. Όπως σημειώνει, η υστέρηση προκαλεί έντονη ανησυχία στον κλάδο σχετικά με τις πιθανές παρεμβάσεις της κυβέρνησης, αν και η αγορά δεν αναμένει ότι η EPA θα προχωρήσει σε άμεση χορήγηση απαλλαγών.
Ένας ακόμη παράγοντας που επιβράδυνε την παραγωγή ήταν η καθυστέρηση της κυβέρνησης Τραμπ να οριστικοποιήσει τους κανόνες εφαρμογής της ομοσπονδιακής φορολογικής πίστωσης 45Z για την παραγωγή καθαρών καυσίμων. Οι τελικές κατευθυντήριες γραμμές δημοσιεύθηκαν μόλις τις τελευταίες εβδομάδες, καταργώντας ορισμένους περιορισμούς στη χρήση γης και αυξάνοντας τα κίνητρα για την παραγωγή ανανεώσιμου ντίζελ από σόγια, αλλαγές που ζητούσε επίμονα η βιομηχανία.
Παρότι οι νέοι κανόνες αναμένεται να ενισχύσουν την παραγωγή και να διευκολύνουν τη σύναψη συμβολαίων προμήθειας πρώτων υλών με τους αγρότες, παραμένει αβέβαιο εάν θα επαρκέσουν για να καλύψουν τις απώλειες παραγωγής που σημειώθηκαν νωρίτερα μέσα στο έτος.
Την ίδια στιγμή, η άνοδος των τιμών του πετρελαίου λόγω της έντασης με το Ιράν ενίσχυσε την κερδοφορία των συμβατικών καυσίμων, οδηγώντας αρκετά διυλιστήρια να δώσουν προτεραιότητα στην παραγωγή προϊόντων πετρελαίου αντί των ανανεώσιμων καυσίμων.
Η υστέρηση της παραγωγής εξαντλεί σταδιακά και το λεγόμενο «απόθεμα» πιστώσεων RIN, το οποίο παραδοσιακά χρησιμοποιείται για την κάλυψη προσωρινών ελλειμμάτων συμμόρφωσης. Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι, εφόσον συνεχιστεί η ίδια τάση, το διαθέσιμο απόθεμα μπορεί να εξαντληθεί μέχρι το τέλος του 2026, οδηγώντας σε ακόμη μεγαλύτερη άνοδο των τιμών των πιστώσεων.
Οι τιμές των RIN έχουν ήδη εκτιναχθεί σε ιστορικά υψηλά, αυξάνοντας σημαντικά το κόστος συμμόρφωσης για τα μικρότερα διυλιστήρια που βασίζονται στην αγορά πιστώσεων αντί στην ανάμειξη βιοκαυσίμων.
Η κατάσταση έχει εντείνει τις πιέσεις προς την κυβέρνηση στην Ουάσιγκτον. Η American Fuel and Petrochemical Manufacturers έχει ξεκινήσει επαφές με μέλη του Κογκρέσου ζητώντας την αναθεώρηση των στόχων για το 2026, ενώ έχει ήδη καταθέσει προσφυγή κατά της EPA. Σύμφωνα με την ένωση, οι υπερβολικά υψηλές υποχρεώσεις του προγράμματος RFS ενδέχεται να κοστίσουν στους Αμερικανούς καταναλωτές δισεκατομμύρια δολάρια μέσω υψηλότερων τιμών στα πρατήρια καυσίμων.
Από την πλευρά της, η EPA επισημαίνει ότι αξιολογεί τη συμμόρφωση σε ετήσια βάση και λαμβάνει υπόψη τις φυσιολογικές διακυμάνσεις της παραγωγής από μήνα σε μήνα, καθώς και τη χρήση των υφιστάμενων πιστώσεων για την κάλυψη προσωρινών ελλειμμάτων.
www.worldenergynews.gr






