Η Lazard καταγράφει αύξηση 18% στο κόστος κατασκευής φωτοβολταϊκών στις ΗΠΑ λόγω δασμών, υψηλών επιτοκίων και πληθωριστικών πιέσεων, ωστόσο τα φωτοβολταϊκά εξακολουθούν να αποτελούν τη φθηνότερη τεχνολογία για νέες επενδύσεις στην ηλεκτροπαραγωγή.
Το κόστος κατασκευής έργων ηλιακής ενέργειας στις Ηνωμένες Πολιτείες αυξήθηκε κατά 18% σε σύγκριση με έναν χρόνο πριν, καθώς οι δασμοί, τα υψηλά επιτόκια και άλλες πιέσεις στο κόστος αρχίζουν να γίνονται αισθητές. Ωστόσο, η ηλιακή ενέργεια εξακολουθεί να αποτελεί τη φθηνότερη μορφή νέας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση που δημοσίευσε τη Δευτέρα η εταιρεία χρηματοοικονομικών συμβούλων Lazard.
Παράλληλα, το εξισωμένο κόστος ενέργειας (Levelized Cost of Energy – LCOE), δηλαδή ο δείκτης που αποτυπώνει το μέσο κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής μιας μονάδας παραγωγής, από νέες μονάδες φυσικού αερίου συνδυασμένου κύκλου αυξήθηκε στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 15 ετών. Η Lazard προειδοποιεί ότι το κόστος ενδέχεται να αυξηθεί περαιτέρω, καθώς οι ελλείψεις εξοπλισμού και η εκρηκτική αύξηση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας ασκούν πρόσθετες πιέσεις στην αγορά.
Η ιστορικά υψηλή ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας στις ΗΠΑ, η οποία τροφοδοτείται από την ανάπτυξη των κέντρων δεδομένων (data centers) και την ηλεκτροποίηση τομέων όπως οι μεταφορές, έχει αυξήσει την ανάγκη για νέες μονάδες παραγωγής, ενώ παράλληλα έχει ανεβάσει και το κόστος ανάπτυξης των έργων.
Η Lazard διαπίστωσε ότι το εξισωμένο κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκά μεγάλης κλίμακας αυξήθηκε στα 40–98 δολάρια ανά μεγαβατώρα (MWh), από 38–92 δολάρια/MWh έναν χρόνο νωρίτερα.
Κόστος κεφαλαίου και πληθωριστικές πιέσεις
Ο Samuel Scroggins, επικεφαλής του τομέα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και Βιώσιμων Υποδομών της τράπεζας, δήλωσε ότι το εξισωμένο κόστος των φωτοβολταϊκών και των συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας έχει αυξηθεί λόγω πολλών παραγόντων. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται το υψηλότερο κόστος κεφαλαίου, τα αυξημένα επιτόκια και οι πληθωριστικές πιέσεις, όπως η μετακύλιση του κόστους των δασμών και η αναδιάρθρωση των εφοδιαστικών αλυσίδων, καθώς αυτές απομακρύνονται από την Κίνα και μεταφέρονται σε άλλες περιοχές του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης της Νοτιοανατολικής Ασίας.
Παρά τις αυξήσεις αυτές, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, όπως η ηλιακή και η χερσαία αιολική ενέργεια — της οποίας το κόστος αυξήθηκε στα 37–99 δολάρια/MWh από 37–86 δολάρια/MWh, σύμφωνα με τη μελέτη — αναμένεται να καλύψουν το μεγαλύτερο μέρος της νέας εγκατεστημένης ισχύος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στις ΗΠΑ στο άμεσο μέλλον, καθώς μπορούν να αναπτυχθούν σχετικά γρήγορα.
Ακόμη και όταν συνυπολογίζεται το κόστος των εφεδρικών μονάδων που απαιτούνται για την αντιστάθμιση της διαλείπουσας παραγωγής από τις ανανεώσιμες πηγές και τη διασφάλιση της αξιοπιστίας του ηλεκτρικού συστήματος, τα έργα ηλιακής και αιολικής ενέργειας παραμένουν σε γενικές γραμμές ανταγωνιστικά έναντι των νέων μονάδων ηλεκτροπαραγωγής με φυσικό αέριο. Αυτό, σύμφωνα με τη Lazard, αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο που αναμένεται να διαδραματίσουν οι ανανεώσιμες πηγές στην κάλυψη της αυξανόμενης ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας.
Το εξισωμένο κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από μονάδες φυσικού αερίου συνδυασμένου κύκλου — οι οποίες καίνε φυσικό αέριο για την κίνηση μιας πρώτης τουρμπίνας και στη συνέχεια αξιοποιούν τον παραγόμενο ατμό για την κίνηση μιας δεύτερης τουρμπίνας — αυξήθηκε στα 51–129 δολάρια ανά μεγαβατώρα. Παρ’ όλα αυτά, η συγκεκριμένη τεχνολογία εξακολουθεί να θεωρείται ελκυστική από τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και τους επενδυτές στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής, χάρη στη σταθερή και αξιόπιστη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας που προσφέρει.
www.worldenergynews.gr






