Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο μοναδικός τομέας της ενεργειακής μετάβασης που φαίνεται σήμερα να επωφελείται από τις υψηλότερες τιμές ενέργειας είναι η αποθήκευση μέσω μπαταριών
Οι υψηλές τιμές ενέργειας που έχουν προκληθεί από τον συνεχιζόμενο πόλεμο μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν λειτουργούν ανασταλτικά για τις επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, καθώς αυξάνουν το κόστος χρηματοδότησης και οδηγούν τις κυβερνήσεις σε παρεμβάσεις για την προστασία των καταναλωτών, περιορίζοντας παράλληλα τα οφέλη από την άνοδο των τιμών για τους παραγωγούς πράσινης ενέργειας.
Οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη ανήλθαν νωρίτερα αυτή την εβδομάδα στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων σχεδόν τεσσάρων ετών, ενώ το Brent της Βόρειας Θάλασσας ξεπέρασε τα 100 δολάρια το βαρέλι, καθώς η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή κλιμακώνεται.
«Οι υψηλές τιμές ενέργειας αποτελούν στην πραγματικότητα μια αρκετά αρνητική εξέλιξη για την ενεργειακή μετάβαση», δήλωσε ο Tim de Pater, διευθυντής της Green Giraffe Advisory, σε διαδικτυακό σεμινάριο που διοργάνωσε η νορβηγική συμβουλευτική εταιρεία DNV.
Όπως εξήγησε, οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας επωφελούνται σε κάποιο βαθμό από τις υψηλότερες τιμές, ωστόσο οι τεχνολογίες ανανεώσιμων πηγών, και ιδιαίτερα τα φωτοβολταϊκά, δεν καρπώνονται πλήρως την αύξηση των εσόδων, λόγω των χαμηλών τιμών απορρόφησης που καταγράφουν στην αγορά.
Παράλληλα, ολοένα και περισσότεροι παραγωγοί ανανεώσιμης ενέργειας υπάγονται σε μηχανισμούς συμβάσεων επί διαφοράς (Contracts for Difference - CFD), οι οποίοι περιορίζουν τα έσοδα που μπορούν να αποκομίσουν από την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με τον Remko de Bie, senior account manager για την ενέργεια και το κλίμα στην Triodos Bank.
«Οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας έχουν υψηλότερα έσοδα λόγω των αυξημένων τιμών, αλλά δεν καταλήγει όλο το πρόσθετο εισόδημα προς όφελος των συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων, καθώς οι συμβάσεις επί διαφοράς απορροφούν μέρος της ανόδου», ανέφερε.
Ακριβότερη η χρηματοδότηση των πράσινων έργων
Η άνοδος των τιμών ενέργειας επιβαρύνει παράλληλα την οικονομική δραστηριότητα σε παγκόσμιο επίπεδο, οδηγώντας τις κεντρικές τράπεζες σε αυστηρότερη νομισματική πολιτική και αυξάνοντας το κόστος δανεισμού.
«Η άνοδος των επιτοκίων καθιστά τις επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας πολύ πιο δύσκολες, επειδή τα έργα ανανεώσιμης ενέργειας απαιτούν πολύ υψηλές αρχικές επενδύσεις. Ως εκ τούτου, είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένα στο περιβάλλον των επιτοκίων τη στιγμή που λαμβάνεται η επενδυτική απόφαση», σημείωσε ο de Pater.
Οι κυβερνήσεις, την ίδια στιγμή, παρεμβαίνουν για να περιορίσουν τις επιπτώσεις των υψηλών τιμών ενέργειας τόσο στα καύσιμα κίνησης όσο και στους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας των νοικοκυριών.
Σύμφωνα με τον ίδιο, τα μέτρα και οι ρυθμίσεις που εφαρμόζονται για την αποζημίωση ή τη στήριξη των καταναλωτών ενέργειας, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις και των παραγωγών, έχουν ως αποτέλεσμα οι κυβερνήσεις να περιορίζουν την ταχύτητα εφαρμογής πολιτικών που είχαν σχεδιαστεί για την επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης.
Οι μπαταρίες η εξαίρεση
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο μοναδικός τομέας της ενεργειακής μετάβασης που φαίνεται σήμερα να επωφελείται από τις υψηλότερες τιμές ενέργειας είναι η αποθήκευση μέσω μπαταριών, σύμφωνα με τον de Bie.
Όπως εξήγησε, οι υψηλές τιμές ενέργειας συνοδεύονται συνήθως από μεγαλύτερη μεταβλητότητα στις αγορές. Η αυξημένη μεταβλητότητα βελτιώνει τα οικονομικά δεδομένα για τα συστήματα αποθήκευσης, καθώς δημιουργεί περισσότερες ευκαιρίες για τις μπαταρίες να αποθηκεύουν ηλεκτρική ενέργεια όταν οι τιμές είναι χαμηλές και να τη διαθέτουν στην αγορά όταν οι τιμές αυξάνονται.
www.worldenergynews.gr






