Στη δημιουργία μιας νέας αγοράς ισχύος προχωρά η Ισπανία, επιχειρώντας να εξασφαλίσει την επάρκεια του ηλεκτρικού συστήματος σε μια περίοδο ταχείας ανάπτυξης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Η σχετική υπουργική απόφαση δημοσιεύθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και δημιουργεί ένα νέο πλαίσιο αμοιβής για μονάδες παραγωγής, συστήματα αποθήκευσης και υπηρεσίες απόκρισης της ζήτησης.
Η απόφαση θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική για την ισπανική αγορά μπαταριών, καθώς προσθέτει μια μακροχρόνια και περισσότερο προβλέψιμη πηγή εσόδων, πέρα από το arbitrage στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και τη συμμετοχή στις αγορές εξισορρόπησης. Για τις νέες επενδύσεις οι συμβάσεις διαθεσιμότητας θα μπορούν να έχουν διάρκεια έως 15 χρόνια, διευκολύνοντας τη χρηματοδότηση έργων που σήμερα δυσκολεύονται να στηριχθούν αποκλειστικά στις διακυμάνσεις των χονδρεμπορικών τιμών.
Αμοιβή για τη διαθεσιμότητα ισχύος
Η νέα αγορά δεν θα αμείβει την ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται, αλλά τη διαθεσιμότητα συγκεκριμένης «σταθερής ισχύος» όταν το σύστημα τη χρειάζεται. Οι εγκαταστάσεις που θα επιλέγονται στις δημοπρασίες θα αναλαμβάνουν την υποχρέωση είτε να διοχετεύουν ηλεκτρική ενέργεια στο δίκτυο είτε να μειώνουν την κατανάλωσή τους κατόπιν εντολής του διαχειριστή του συστήματος.
Στις δημοπρασίες θα μπορούν να συμμετέχουν μονάδες ηλεκτροπαραγωγής, συστήματα αποθήκευσης, καταναλωτές και aggregators, τόσο με υφιστάμενες εγκαταστάσεις όσο και με νέα επενδυτικά έργα. Ωστόσο, οι νέες μονάδες που θα διεκδικήσουν συμβάσεις θα πρέπει να αφορούν αποκλειστικά ΑΠΕ, αποθήκευση ή διαχείριση της ζήτησης.
Οι συμβατικές μονάδες παραγωγής θα πρέπει να εκπέμπουν λιγότερα από 550 γραμμάρια διοξειδίου του άνθρακα ανά παραγόμενη κιλοβατώρα και να πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια διαθεσιμότητας και ευελιξίας. Δεν θα μπορούν, παράλληλα, να λαμβάνουν άλλη ρυθμιζόμενη αμοιβή για την ίδια υπηρεσία.
Το προϊόν που θα δημοπρατείται θα είναι η διαθέσιμη σταθερή ισχύς, εκφρασμένη σε MW, ενώ οι οικονομικές προσφορές θα υποβάλλονται σε ευρώ ανά MW και έτος. Η κατακύρωση θα γίνεται με κλειστές προσφορές και με τη μέθοδο pay-as-bid, πράγμα που σημαίνει ότι κάθε επιλεγμένος συμμετέχων θα λαμβάνει την τιμή που έχει προσφέρει και όχι μία ενιαία τιμή εκκαθάρισης.
Τρεις διαφορετικές κατηγορίες δημοπρασιών
Το ισπανικό μοντέλο προβλέπει τρία είδη δημοπρασιών, ανάλογα με τον χρονικό ορίζοντα και τις ανάγκες του συστήματος.
Οι κύριες δημοπρασίες θα καλύπτουν τις μακροπρόθεσμες ανάγκες επάρκειας. Οι εγκαταστάσεις θα μπορούν να αρχίζουν να παρέχουν την υπηρεσία έως πέντε χρόνια μετά την κατακύρωση. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, για ορισμένες νέες επενδύσεις, ο χρόνος υλοποίησης μπορεί να φθάνει έως τα εννέα χρόνια.
Οι υφιστάμενες μονάδες παραγωγής και αποθήκευσης θα μπορούν να λαμβάνουν συμβάσεις διάρκειας ενός έτους. Για νέες επενδύσεις σε παραγωγή και αποθήκευση, η διάρκεια θα καθορίζεται ανά τεχνολογία και θα μπορεί να φθάνει έως τα 15 χρόνια. Οι υπηρεσίες απόκρισης της ζήτησης θα μπορούν να εξασφαλίζουν συμβάσεις διάρκειας από ένα έως δέκα χρόνια.
Παράλληλα, θα πραγματοποιούνται ετήσιες δημοπρασίες προσαρμογής, με διάρκεια παροχής υπηρεσιών 12 μηνών. Σε αυτές θα συμμετέχουν μόνο εγκαταστάσεις που βρίσκονται ήδη σε λειτουργία και θα καλύπτονται έκτακτες ανάγκες, όπως καθυστερήσεις ή ματαιώσεις έργων που είχαν επιλεγεί στις κύριες δημοπρασίες.
Προβλέπονται επίσης μεταβατικές ετήσιες δημοπρασίες, οι οποίες θα καλύπτουν το χρονικό διάστημα μέχρι να αρχίσουν να παρέχουν υπηρεσίες τα έργα των πρώτων κύριων δημοπρασιών.
Η ευκαιρία για τις μπαταρίες
Η δημιουργία της αγοράς ισχύος αντιμετωπίζει το λεγόμενο πρόβλημα του «missing money»: την αδυναμία των υφιστάμενων αγορών ηλεκτρικής ενέργειας να προσφέρουν επαρκή και σταθερά έσοδα για την ανάπτυξη νέων ευέλικτων μονάδων.
Τα συστήματα αποθήκευσης μπορούν σήμερα να αποκομίζουν έσοδα αγοράζοντας ενέργεια όταν οι τιμές είναι χαμηλές και πουλώντας την όταν αυξάνονται, καθώς και παρέχοντας υπηρεσίες εξισορρόπησης. Τα έσοδα αυτά, όμως, παρουσιάζουν μεγάλη μεταβλητότητα και συχνά δεν επαρκούν για να στηρίξουν τη χρηματοδότηση μεγάλων έργων.
Μέσω των πολυετών συμβάσεων ισχύος, οι μπαταρίες θα αποκτήσουν μία πρόσθετη, προβλέψιμη ροή εσόδων, με αντάλλαγμα τη διαθεσιμότητά τους κατά τις περιόδους πίεσης του συστήματος. Το νέο καθεστώς μπορεί, επομένως, να λειτουργήσει ως βασικός μηχανισμός επιτάχυνσης των επενδύσεων στην αποθήκευση.
Για να συγκρίνονται οι διαφορετικές τεχνολογίες, θα εφαρμόζονται συντελεστές σταθερής ισχύος από μηδέν έως ένα. Με αυτούς θα υπολογίζεται πόσο αξιόπιστα μπορεί κάθε τεχνολογία να συνεισφέρει στην κάλυψη της ζήτησης. Η ισχύς που θα μπορεί να προσφέρει μια μονάδα στην αγορά θα προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό της εγκατεστημένης ισχύος της με τον αντίστοιχο συντελεστή.
Γιατί κρίθηκε αναγκαίος ο μηχανισμός
Η Ισπανία έχει αυξήσει θεαματικά την παραγωγική της βάση από ΑΠΕ. Η εγκατεστημένη αιολική ισχύς έχει ξεπεράσει τα 33 GW, ενώ τα φωτοβολταϊκά αυξήθηκαν από περίπου 9 GW στις αρχές του 2019 σε περισσότερα από 41 GW το 2025. Το 2024 οι ανανεώσιμες πηγές κάλυψαν το ιστορικά υψηλό ποσοστό του 56,8% της συνολικής ηλεκτροπαραγωγής.
Η μεγάλη συμμετοχή μεταβλητών ΑΠΕ, όμως, αυξάνει την ανάγκη για μονάδες που μπορούν να ενεργοποιούνται γρήγορα όταν περιορίζεται η ηλιακή ή η αιολική παραγωγή. Ταυτόχρονα, η περιορισμένη ηλεκτρική διασύνδεση της Ιβηρικής Χερσονήσου με την Κεντρική Ευρώπη δεν επιτρέπει στην Ισπανία να βασιστεί αποκλειστικά στις εισαγωγές για την αντιμετώπιση περιόδων χαμηλής παραγωγής.
Οι αναλύσεις επάρκειας της Red Eléctrica και του ENTSO-E έχουν εντοπίσει αναμενόμενες ώρες μη εξυπηρετούμενης ζήτησης πάνω από το ισπανικό πρότυπο αξιοπιστίας των 1,5 ωρών ετησίως. Η ισπανική ανάλυση του 2025 υπολόγισε τον σχετικό δείκτη LOLE σε 4,08 ώρες για το 2028 και σε 2,41 ώρες για το 2030.
Το LOLE δεν αποτελεί πρόβλεψη ότι θα σημειωθούν διακοπές ηλεκτροδότησης συγκεκριμένης διάρκειας. Αποτελεί στατιστικό δείκτη του αναμενόμενου αριθμού ωρών κατά τις οποίες η διαθέσιμη παραγωγή και οι εισαγωγές ενδέχεται να μην επαρκούν για την κάλυψη της ζήτησης.
Ποιοι θα χρηματοδοτήσουν τον μηχανισμό
Το κόστος της αγοράς ισχύος θα καλύπτεται από τους προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας και τους καταναλωτές που αγοράζουν απευθείας από τη χονδρεμπορική αγορά.
Οι χρεώσεις θα διαφοροποιούνται ανά κατηγορία τιμολογίου και χρονική περίοδο. Μεγαλύτερο μέρος του κόστους θα κατανέμεται στις ώρες κατά τις οποίες το σύστημα αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη πίεση. Οι ώρες αυτές δεν θα μπορούν να υπερβαίνουν το 10% του έτους, ώστε να δημιουργείται οικονομικό κίνητρο για τη μετατόπιση της κατανάλωσης σε περιόδους χαμηλότερης ζήτησης.
Προβλέπεται επίσης η δημιουργία δευτερογενούς αγοράς, μέσω της οποίας οι συμμετέχοντες θα μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να μεταβιβάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει. Τη λειτουργία, την εκκαθάριση και τον έλεγχο της αγοράς θα αναλάβει ο διαχειριστής Red Eléctrica, με εποπτικό ρόλο της ισπανικής Επιτροπής Αγορών και Ανταγωνισμού.
Η νέα ισπανική απόφαση συνδέει, έτσι, την ανάπτυξη των ΑΠΕ με την παράλληλη δημιουργία επαρκούς αποθηκευτικής ισχύος και ευέλικτης ζήτησης. Το κρίσιμο επόμενο βήμα θα είναι η προκήρυξη των πρώτων δημοπρασιών, από τις οποίες θα προκύψουν τόσο οι ποσότητες ισχύος που θα αγοραστούν όσο και το πραγματικό κόστος του μηχανισμού για την αγορά και τους καταναλωτές.
Ισπανικό Υπουργείο Οικολογικής Μετάβασης · Υπουργική Απόφαση TED/966/2026
Η σημασία της αγοράς ισχύος για τις μπαταρίες
Η σημασία μιας αγοράς ισχύος βρίσκεται στο ότι αμείβει όχι μόνο την ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται, αλλά και τη διαθεσιμότητα μονάδων που μπορούν να στηρίξουν το σύστημα όταν η παραγωγή των ΑΠΕ υποχωρεί ή η ζήτηση κορυφώνεται.
Σε μια αγορά με αυξανόμενη συμμετοχή φωτοβολταϊκών και αιολικών, οι πολύ χαμηλές τιμές τις ώρες υπερπαραγωγής και τα περιορισμένα έσοδα από το arbitrage δεν αρκούν πάντοτε για να καταστήσουν βιώσιμες τις επενδύσεις σε μπαταρίες, απόκριση ζήτησης και άλλες ευέλικτες τεχνολογίες.
Η αγορά ισχύος καλύπτει αυτό το «missing money», προσφέροντας προβλέψιμα έσοδα με αντάλλαγμα εγγυημένη διαθεσιμότητα. Έτσι ενισχύει την ασφάλεια εφοδιασμού, διευκολύνει τη χρηματοδότηση της αποθήκευσης, περιορίζει τις περικοπές ΑΠΕ και μπορεί να συγκρατήσει τις ακραίες τιμές, αν και συνεπάγεται πρόσθετο κόστος που τελικά επιβαρύνει την αγορά και πρέπει να σχεδιαστεί προσεκτικά ώστε να μην επιδοτεί αχρείαστη ή ρυπογόνο ισχύ.
Στην Ελλάδα δεν λειτουργεί σήμερα μια μόνιμη, καθολική αγορά ισχύος αντίστοιχη της ισπανικής. Η χώρα έχει χρησιμοποιήσει στο παρελθόν μεταβατικούς μηχανισμούς ευελιξίας και διακοψιμότητας, ενώ πλέον η ΡΑΑΕΥ έχει ανοίξει τη συμμετοχή των μπαταριών στην Αγορά Επόμενης Ημέρας, στην Ενδοημερήσια Αγορά και στην Αγορά Εξισορρόπησης. Παράλληλα αναπτύσσονται επιδοτούμενα και αμιγώς εμπορικά έργα αποθήκευσης, με τον κυβερνητικό σχεδιασμό να προβλέπει συνολική ισχύ έως 6,8 GW το 2030.
Η δημιουργία νέου ελληνικού μηχανισμού επάρκειας βρίσκεται στη συζήτηση, χωρίς όμως να έχει ακόμη θεσπιστεί ολοκληρωμένο πλαίσιο ή να έχουν προκηρυχθεί δημοπρασίες. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν ένας τέτοιος μηχανισμός θα σχεδιαστεί κυρίως για μπαταρίες και απόκριση ζήτησης ή αν θα λειτουργήσει και ως μακροχρόνια στήριξη των μονάδων φυσικού αερίου.
Σημειώνεται ότι η αγορά ισχύος έχει διπλή επίδραση: προσθέτει μια νέα χρέωση στον λογαριασμό, αλλά μπορεί να μειώσει το συνολικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας.
Βραχυπρόθεσμα επιβαρύνει τους καταναλωτές, επειδή οι προμηθευτές χρηματοδοτούν τις αμοιβές που καταβάλλονται στις μονάδες παραγωγής, στις μπαταρίες και στην απόκριση ζήτησης για να παραμένουν διαθέσιμες. Το κόστος αυτό συνήθως μετακυλίεται, άμεσα ή έμμεσα, στα τιμολόγια.
Μακροπρόθεσμα, όμως, μπορεί να περιορίσει τις ακραίες τιμές στις ώρες αιχμής, τη λειτουργία ακριβών μονάδων φυσικού αερίου, τις εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας σε περιόδους στενότητας και τις περικοπές φθηνής παραγωγής από ΑΠΕ,
Αν οι δημοπρασίες είναι ανταγωνιστικές, αγοράζεται μόνο η απολύτως αναγκαία ισχύς και δίνεται προτεραιότητα σε μπαταρίες και διαχείριση ζήτησης, το όφελος από τη μείωση των χονδρεμπορικών τιμών μπορεί να υπερκαλύψει τη νέα χρέωση. Αν, αντίθετα, πληρώνονται υπερβολικά πολλές ή μη αναγκαίες μονάδες —ιδίως παλαιές μονάδες φυσικού αερίου— ο καταναλωτής καταλήγει να πληρώνει και την ενέργεια και μια ακριβή «ασφάλιση» επάρκειας.
Δηλαδή αν και η αγορά ισχύος επιβαρύνει ορατά τον λογαριασμό με μια νέα χρέωση, εφόσον σχεδιαστεί σωστά, μπορεί να μειώσει περισσότερο το συνολικό κόστος του ηλεκτρικού συστήματος.
www.worldenergynews.gr






