Η ενεργειακή μετάβαση στην Ελλάδα έχει πλέον εισέλθει σε μια νέα φάση. Για περισσότερο από δύο δεκαετίες το μεγάλο ζητούμενο ήταν να εγκαταστήσουμε όσο το δυνατόν περισσότερες Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Σήμερα, η πρόκληση δεν είναι απλώς να παράγουμε καθαρή ηλεκτρική ενέργεια, αλλά να την παράγουμε κυρίως τις ώρες που έχει αξία και να την αξιοποιούμε όταν και όπου τη χρειαζόμαστε, με αξιοπιστία, ασφάλεια και το χαμηλότερο δυνατό κόστος.
Σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η αποθήκευση ενέργειας αποτελεί αναγκαία υποδομή. Οι μονάδες αποθήκευσης «μεταφέρουν» ενέργεια στον χρόνο, περιορίζουν τις περικοπές παραγωγής, προσφέρουν πολύτιμη ευελιξία στο ηλεκτρικό σύστημα, ενισχύουν την ασφάλεια εφοδιασμού και μειώνουν την ανάγκη λειτουργίας ακριβών θερμικών μονάδων. Δεν αποτελούν πλέον μια τεχνολογία του μέλλοντος. Αποτελούν βασική προϋπόθεση για το επόμενο βήμα της ενεργειακής μετάβασης.
Ακούγεται συχνά η κριτική ότι η Ελλάδα καθυστέρησε να αναπτύξει έργα αποθήκευσης. Η διαπίστωση αυτή χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση.
Δεν είναι βέβαιο ότι θα ήταν οικονομικά ορθό να είχαμε επενδύσει μαζικά σε αποθήκευση πριν από λίγα χρόνια, και μάλιστα αρκετά πριν την εμφάνιση του προβλήματος των περικοπών. Το κόστος των συστημάτων αποθήκευσης, ιδίως των μπαταριών, έχει μειωθεί θεαματικά και συνεχίζει να μειώνεται, ενώ οι επιδόσεις τους βελτιώνονται διαρκώς. Η τεχνολογική αυτή εξέλιξη σημαίνει ότι σήμερα μπορούμε να αποκτήσουμε περισσότερη ευελιξία με πολύ χαμηλότερο κόστος από ό,τι θα ήταν δυνατό πριν από λίγα χρόνια.
Η πραγματική καθυστέρηση της χώρας βρίσκεται αλλού. Η Ελλάδα δεν κατάφερε να διατηρήσει μια ισορροπημένη ανάπτυξη των τεχνολογιών ΑΠΕ. Τα φωτοβολταϊκά αναπτύχθηκαν με εντυπωσιακή ταχύτητα, ενώ η ανάπτυξη της αιολικής ενέργειας επιβραδύνθηκε σημαντικά λόγω θεσμικών και αδειοδοτικών εμποδίων. Το αποτέλεσμα είναι ένα ενεργειακό μείγμα με έντονες ασυμμετρίες: υπερσυγκέντρωση παραγωγής τις μεσημβρινές ώρες, αυξανόμενες περικοπές καθαρής ενέργειας και ολοένα μεγαλύτερες απαιτήσεις για ευελιξία.
Δημιουργήσαμε λοιπόν πρώτα ένα μη ισορροπημένο μείγμα ΑΠΕ και αυτό κατέστησε πλέον επιτακτική -και εκ των πραγμάτων καθυστερημένη- την ανάπτυξη αποθήκευσης σε μεγάλη κλίμακα. Το συμπέρασμα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τις επιλογές της επόμενης ημέρας.
Η αποθήκευση δεν μπορεί να υποκαταστήσει ένα ισορροπημένο ενεργειακό σύστημα. Όσο μεγαλύτερη είναι η συμμετοχή της αιολικής ενέργειας, τόσο μικρότερες είναι συνολικά οι ανάγκες αποθήκευσης. Το ελληνικό αιολικό δυναμικό παράγει σημαντικές ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας τις απογευματινές, βραδινές και χειμερινές ώρες, όταν η ηλιακή παραγωγή μειώνεται ή μηδενίζεται. Αυτή η φυσική συμπληρωματικότητα εξομαλύνει το προφίλ παραγωγής, περιορίζει τις περικοπές και καθιστά οικονομικότερη τη λειτουργία ολόκληρου του ηλεκτρικού συστήματος.
Η σωστή στρατηγική, επομένως, δεν είναι να επενδύσουμε μόνο σε περισσότερες μπαταρίες. Είναι να αποκαταστήσουμε την ισορροπία του ενεργειακού μείγματος. Να επιταχύνουμε την ανάπτυξη των αιολικών πάρκων, να υλοποιήσουμε τα έργα αποθήκευσης που πλέον απαιτούνται, να ενισχύσουμε τα ηλεκτρικά δίκτυα και τις διεθνείς διασυνδέσεις και να προχωρήσουμε αποφασιστικά στον εξηλεκτρισμό όλων των τομέων της οικονομίας (μεταφορές, βιομηχανία, ψύξη-θέρμανση κλπ).
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο δίδαγμα από τη μέχρι σήμερα πορείας τη ενεργειακής μετάβασης. Η αποθήκευση από μόνη της δεν είναι το «επόμενο κεφάλαιο» μετά τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Είναι το επόμενο κεφάλαιο μαζί με τα αιολικά, τα δίκτυα, τις διασυνδέσεις και τον εξηλεκτρισμό της ζήτησης. Η ενεργειακή μετάβαση δεν προχωρά με διαδοχικά βήματα, αλλά με σωστό χρονισμό και παράλληλες επενδύσεις. Όταν μία κατηγορία από αυτές καθυστερεί, το κόστος μεταφέρεται σε όλες τις υπόλοιπες και τελικά στον καταναλωτή.
Η Ελλάδα διαθέτει έναν από τους καλύτερους αιολικούς πόρους στην Ευρώπη. Διαθέτει επίσης εξαιρετικό ηλιακό δυναμικό και πλέον αποκτά πρόσβαση σε ολοένα οικονομικότερες τεχνολογίες αποθήκευσης. Το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της χώρας δεν βρίσκεται σε καμία από αυτές τις τεχνολογίες ξεχωριστά. Βρίσκεται στον έξυπνο συνδυασμό τους.
www.worldenergynews.gr






