Η σημαντική μείωση κατά 25% κατέγραψε το ανθρακικό αποτύπωμα της ηλεκτροπαραγωγής στην Ελλάδα, εξέλιξη που αποτυπώνεται στις επικαιροποιημένες κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αντιστάθμιση του έμμεσου κόστους CO₂ στο πλαίσιο του ETS για την περίοδο 2026-2030. Ωστόσο, πίσω από τη βελτίωση των δεικτών, η εγχώρια βιομηχανία βλέπει πλέον καθαρά τον "λογαριασμό": μικρότερα ποσά αντιστάθμισης, απώλειες δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ και περαιτέρω επιδείνωση της ανταγωνιστικότητάς της σε μια περίοδο που το ενεργειακό κόστος παραμένει υψηλό.
Μικρότερη αντιστάθμιση, μεγαλύτερο κόστος
Η μείωση του διοξειδίου του άνθρακα, αποδίδεται κυρίως στην ταχεία απόσυρση των λιγνιτικών μονάδων και στη μετατόπιση του ενεργειακού μίγματος προς το φυσικό αέριο και τις ΑΠΕ, που πράγματι περιόρισαν τις εκπομπές της ηλεκτροπαραγωγής. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο ενσωματώνεται αυτή η μείωση στον υπολογισμό της αντιστάθμισης του έμμεσου κόστους CO₂ μετατρέπεται σε μπούμερανγκ για τη βιομηχανία.
Η αντιστάθμιση του έμμεσου κόστους CO₂ υπολογίζεται με βάση τον εθνικό συντελεστή εκπομπών. Όσο χαμηλότερο είναι το αποτύπωμα μιας χώρας, τόσο μικρότερο θεωρείται το "δικαιολογημένο" κόστος CO₂ που ενσωματώνεται στο ρεύμα και, άρα, τόσο χαμηλότερη είναι η ενίσχυση προς τις ενεργοβόρες βιομηχανίες.
Εκτιμήσεις της αγοράς κάνουν λόγο για συνολική απώλεια που μπορεί να φτάσει ή ακόμη και να ξεπεράσει τα 50 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση, ποσό ιδιαίτερα κρίσιμο για κλάδους όπως τα μέταλλα, τα χημικά, το τσιμέντο και τα διυλιστήρια, σε μια περίοδο όπου η διεθνής ανταγωνιστικότητα πιέζεται από πολλαπλά μέτωπα.
Οι σχέσεις με ρυπογόνες χώρες
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί το γεγονός ότι, παρά τη στενή ηλεκτρική διασύνδεση της Ελλάδας με τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, οι δύο αυτές χώρες διατηρούν εξαιρετικά υψηλούς συντελεστές εκπομπών, στο 0,91 και 0,96 tCO₂/MWh αντίστοιχα. Η Γερμανία, για παράδειγμα, παραμένει στο 0,73, ενώ άλλες μεγάλες οικονομίες της ΕΕ κινούνται χαμηλότερα.
Μελέτες για νέες κατευθυντήριες γραμμές
Όπως επισημαίνουν πηγές της βιομηχανίας, είχαν κατατεθεί στο αρμόδιο υπουργείο δύο αναλυτικές μελέτες που τεκμηρίωναν ότι, λόγω της σύγκλισης των αγορών και των διασυνδέσεων, θα μπορούσε να διεκδικηθεί διαφορετικός –περιφερειακός ή αγοραστικός– υπολογισμός του συντελεστή CO₂, ο οποίος δεν θα επιβάρυνε δυσανάλογα την ελληνική παραγωγή. Το αν και σε ποιο βαθμό υπήρξε ουσιαστική παρέμβαση από την πλευρά της κυβέρνησης παραμένει ασαφές· το αποτέλεσμα, πάντως, είναι πλέον μετρήσιμο και αρνητικό για τη βιομηχανία.
Τα θετικά στοιχεία των μελετών είναι τα εξής: Πρώτον, η μείωση του συντελεστή CO₂ για την Ελλάδα θα εφαρμοστεί σταδιακά, σε γραμμική βάση έως το 2030, περιορίζοντας εν μέρει το σοκ για τις επιχειρήσεις. Δεύτερον, η ένταση ενίσχυσης για τους ήδη επιλέξιμους κλάδους αυξάνεται από 75% σε 80% του έμμεσου κόστους, κίνηση που αναγνωρίζει τον αυξημένο κίνδυνο διαρροής άνθρακα λόγω των υψηλών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη.
Δεύτερον, επεκτείνεται ο κατάλογος των επιλέξιμων τομέων, ενώ δίνεται στα κράτη-μέλη η δυνατότητα να προσθέτουν επιπλέον κλάδους, εφόσον τεκμηριώνεται πραγματικός κίνδυνος διαρροής άνθρακα. Ωστόσο, τα "αντίβαρα" δεν είναι πανάκεια για να αντισταθμίσουν τη δομική απώλεια που προκαλεί ο χαμηλότερος εθνικός συντελεστής εκπομπών.
Αναζητούνται πολιτικές αποφάσεις
Η ελληνική βιομηχανία εξακολουθεί να περιμένει συγκεκριμένα και μόνιμα μέτρα για το ενεργειακό κόστος, τα οποία έχουν εξαγγελθεί αλλά δεν έχουν ακόμη υλοποιηθεί. Σε ένα περιβάλλον όπου οι ανταγωνιστές εντός και εκτός ΕΕ αξιοποιούν φθηνότερη ενέργεια και πιο γενναιόδωρα σχήματα στήριξης, η απώλεια δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ από την αντιστάθμιση CO₂ δεν είναι απλώς λογιστική. Είναι στρατηγική.






