Η Ευρώπη αναμένει τόσο νέες υβριδικές επιθέσεις όσο και πιο άμεσες φυσικές επιθέσεις σε κρίσιμες ενεργειακές εγκαταστάσεις, κυρίως σε υποδομές φυσικού αερίου, ηλεκτρικά καλώδια, υπεράκτια δίκτυα και συστήματα ελέγχου
Ενώ η προσοχή πολλών στρέφεται στη μεταφορά πυρηνικών όπλων από τη Ρωσία στη Λευκορωσία, στα σύνορα των βαλτικών κρατών του ΝΑΤΟ, οι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί ασφαλείας εμφανίζονται εξίσου ανήσυχοι για επικείμενες επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές της περιοχής, σύμφωνα με ανώτερη πηγή που συνεργάζεται στενά με το σύστημα ενεργειακής ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Όπως ανέφερε η ίδια πηγή, η Ρωσία βρίσκεται ουσιαστικά σε αντιπαράθεση με τη Δύση ήδη από τον Φεβρουάριο του 2007, όταν ο Βλαντίμιρ Πούτιν καταδίκασε την επέκταση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς, γεγονός που ακολούθησε μια μεγάλης κλίμακας κυβερνοεπίθεση κατά της Εσθονίας.
Στη συνέχεια ήρθε ο πόλεμος στη Γεωργία το 2008, η προσάρτηση της Κριμαίας το 2014 και η δεύτερη εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
«Βρισκόμαστε πλέον στην τελική φάση, όπου η Δύση επιχειρεί να χαράξει “κόκκινες γραμμές” και η Ρωσία δοκιμάζει πόσο αποφασισμένοι είμαστε», υπογράμμισε η πηγή.
Σύμφωνα με τις ίδιες εκτιμήσεις, η Ευρώπη αναμένει τόσο νέες υβριδικές επιθέσεις όσο και πιο άμεσες φυσικές επιθέσεις σε κρίσιμες ενεργειακές εγκαταστάσεις, κυρίως σε υποδομές φυσικού αερίου, ηλεκτρικά καλώδια, υπεράκτια δίκτυα και συστήματα ελέγχου.
«Το πλήρες φάσμα αυτών των μεθόδων έχει ήδη χρησιμοποιηθεί από τη Ρωσία στην Ουκρανία και μπορεί να ενεργοποιηθεί οποιαδήποτε στιγμή το επιλέξει ο Πούτιν. Το ερώτημα είναι μέχρι ποιο σημείο θεωρεί ότι μπορεί να πιέσει χωρίς να προκαλέσει αποφασιστική αποτρεπτική αντίδραση από τη Δύση», σημείωσε η ευρωπαϊκή πηγή.
Η ανησυχία αυτή ενισχύεται από σειρά περιστατικών που καταγράφηκαν μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022. Όπως επισημαίνει και το Ινστιτούτο Μελετών Ασφαλείας της Ε.Ε., αρκετά υποθαλάσσια ενεργειακά καλώδια έχουν υποστεί ζημιές από πλοία που συνδέονται με ρωσικά συμφέροντα.
Χαρακτηριστική ήταν η υπόθεση του δεξαμενόπλοιου Eagle S τον Δεκέμβριο του 2024, όταν οι φινλανδικές αρχές το συνέλαβαν μετά τη διακοπή λειτουργίας της ηλεκτρικής διασύνδεσης EstLink 2 μεταξύ Φινλανδίας και Εσθονίας. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, το πλοίο διέθετε στρατιωτικού τύπου εξοπλισμό εντοπισμού στο κύτος του, στοιχείο που ενίσχυσε τις υποψίες περί σκόπιμης επίθεσης σε ευρωπαϊκές ενεργειακές υποδομές.
Παρόμοιο περιστατικό σημειώθηκε και με το ρωσικό πλοίο Scanlark, το οποίο φέρεται να επιχειρούσε κατασκοπευτικές δραστηριότητες κοντά στον πυρηνικό σταθμό Olkiluoto στη Φινλανδία, χρησιμοποιώντας drones επιτήρησης και εξοπλισμό παρακολούθησης.
Οι ευρωπαϊκές αρχές θεωρούν ότι οι υποθαλάσσιες ηλεκτρικές διασυνδέσεις και οι αγωγοί φυσικού αερίου στη Βαλτική και στη Βόρεια Θάλασσα είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι σε παρόμοιες επιχειρήσεις, ενώ παράλληλα εκφράζονται φόβοι για κυβερνοεπιθέσεις στα ηλεκτρικά δίκτυα που θα μπορούσαν να προκαλέσουν αλυσιδωτές διακοπές ρεύματος σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Σύμφωνα με το βρετανικό υπουργείο Άμυνας, ρωσικά υποβρύχια εντοπίστηκαν πρόσφατα να χαρτογραφούν αγωγούς φυσικού αερίου και υποθαλάσσιες ηλεκτρικές διασυνδέσεις στη Βόρεια Θάλασσα, στο πλαίσιο αυτού που δυτικές υπηρεσίες χαρακτηρίζουν «γκρίζο πόλεμο» της Μόσχας κατά της Ευρώπης — έναν πόλεμο που αποσκοπεί στην αποσταθεροποίηση χωρίς να ξεπεραστεί το όριο που θα ενεργοποιούσε το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ.
Παράλληλα, σύμφωνα με πηγές ασφαλείας σε Ουάσιγκτον και Λονδίνο, η εντατικοποίηση αυτής της στρατηγικής οφείλεται και στην εκτίμηση του Κρεμλίνου ότι ο χρόνος για τη λεγόμενη «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» στην Ουκρανία εξαντλείται.
Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η αυξανόμενη φθορά του ρωσικού στρατού. Όπως αναφέρουν πηγές εντός της ρωσικής διοίκησης, μόνο το 70% των απωλειών στην πρώτη γραμμή μπορεί πλέον να αντικατασταθεί από νέους στρατολογημένους.
Μέχρι σήμερα, το βάρος του πολέμου έχει επωμιστεί κυρίως ο πληθυσμός των φτωχότερων και εθνοτικών περιφερειών της Ρωσίας, όπου οι στρατιωτικοί μισθοί και οι αποζημιώσεις αποτελούν σημαντικό οικονομικό κίνητρο. Αντίθετα, οι εύπορες και μορφωμένες μεσαίες τάξεις της Μόσχας και της Αγίας Πετρούπολης έχουν παραμείνει σε μεγάλο βαθμό προστατευμένες από τις συνέπειες του πολέμου.
Ωστόσο, η πίεση αυξάνεται. Από τη μία πλευρά, ο Πούτιν δήλωσε πρόσφατα ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία «πλησιάζει στο τέλος του», χρησιμοποιώντας για πρώτη φορά τέτοια διατύπωση. Από την άλλη, η Ρωσία έχει ήδη ενεργοποιήσει ενιαίο ψηφιακό σύστημα επιστράτευσης, μέσω του οποίου μπορούν να αποστέλλονται ηλεκτρονικά φύλλα κατάταξης.
Οι δυτικές υπηρεσίες εκτιμούν ότι το Κρεμλίνο προετοιμάζεται τόσο για το ενδεχόμενο σταδιακού τερματισμού του πολέμου όσο και για το σενάριο ευρύτερης κινητοποίησης, η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει κοινωνικές αντιδράσεις στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας.
Την ίδια στιγμή, τρεις ακόμη παράγοντες φαίνεται να εντείνουν τη ρωσική πίεση προς τη Δύση.
Ο πρώτος αφορά την αποδέσμευση νέου πακέτου βοήθειας της Ε.Ε. προς την Ουκρανία ύψους 90 δισ. ευρώ, μετά την αποχώρηση του Βίκτορ Όρμπαν από την εξουσία στην Ουγγαρία. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των κονδυλίων προορίζεται για στρατιωτικό εξοπλισμό και αμυντικές δυνατότητες.
Ο δεύτερος αφορά την αυξανόμενη ικανότητα της Ουκρανίας να πλήττει κρίσιμες ενεργειακές και στρατιωτικές υποδομές βαθιά μέσα στη ρωσική επικράτεια, προκαλώντας ήδη δισεκατομμύρια δολάρια ζημιών στη ρωσική ενεργειακή βιομηχανία και στα λιμάνια εξαγωγής πετρελαίου της Βαλτικής.
Ο τρίτος παράγοντας σχετίζεται με την επιτάχυνση του ευρωπαϊκού επανεξοπλισμού. Η αβεβαιότητα γύρω από τη δέσμευση των Ηνωμένων Πολιτειών στο Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ έχει ωθήσει πολλές ευρωπαϊκές χώρες σε μαζικές αυξήσεις αμυντικών δαπανών και στρατιωτικών επενδύσεων.
Παράλληλα, η Ευρώπη προχωρά σε νέες κυρώσεις με στόχο τον πλήρη τερματισμό των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου και πετρελαίου έως το τέλος του επόμενου έτους, ενώ η τελευταία δέσμη κυρώσεων της Ε.Ε. επικεντρώνεται στην εξάλειψη του λεγόμενου «σκιώδους στόλου» που μεταφέρει ρωσικούς υδρογονάνθρακες παρακάμπτοντας τους περιορισμούς.
Σύμφωνα με ευρωπαϊκές πηγές, η ενεργειακή υποδομή της Ευρώπης έχει πλέον μετατραπεί σε «γραμμή πρώτης γραμμής» αυτής της αντιπαράθεσης. Οι φόβοι επικεντρώνονται στο ενδεχόμενο η Ρωσία να συνεχίσει να κλιμακώνει τον «γκρίζο πόλεμο» μέχρι να πειστεί ότι η Δύση είναι έτοιμη να απαντήσει με ουσιαστική αποτροπή.






