Στο ακραίο σενάριο, η παγκόσμια προσφορά πετρελαίου θα μπορούσε να μειωθεί για μήνες ή ακόμη και χρόνια, δημιουργώντας ένα έλλειμμα που δεν θα μπορούσε να καλυφθεί εύκολα από άλλους παραγωγούς. Η Citi εκτιμά ότι, καθώς τα παγκόσμια αποθέματα μειώνονται, οι τιμές θα μπορούσαν να κινηθούν σε ένα εύρος ακόμη και 180-200 δολαρίων ανά βαρέλι
Οι αγορές εμπορευμάτων έχουν εισέλθει σε μια νέα εποχή, στην οποία τα γεωπολιτικά, κλιματικά και τεχνολογικά σοκ υπερισχύουν ολοένα και περισσότερο της παραδοσιακής ανάλυσης προσφοράς και ζήτησης, σύμφωνα με τη Citigroup. Η αμερικανική τράπεζα επισημαίνει ότι οι επενδυτές καλούνται πλέον να αξιολογούν όχι μόνο τα πιθανά σενάρια, αλλά και τα σημεία στα οποία οι αγορές εμφανίζονται λιγότερο προετοιμασμένες, καθώς η συχνότητα μεγάλων διαταραχών στις αγορές εμπορευμάτων μεγαλώνει.
Γεγονότα που στο παρελθόν θεωρούνταν ότι συμβαίνουν «μία φορά στα πέντε χρόνια» ή ακόμη και «μία φορά στη δεκαετία» εμφανίζονται πλέον ανά ένα ή δύο χρόνια. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, οι αγορές έχουν βρεθεί αντιμέτωπες με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, την Αραβική Άνοιξη, την επανάσταση του αμερικανικού σχιστολιθικού πετρελαίου, τις αλλαγές στρατηγικής του ΟΠΕΚ, την πανδημία Covid-19, τον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας, την κλιμάκωση των εμπορικών εντάσεων ΗΠΑ-Κίνας, τις ιστορικά υψηλές αγορές χρυσού από κεντρικές τράπεζες, τις κλιματικές επιπτώσεις στη γεωργική παραγωγή και τις επαναλαμβανόμενες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή.
Η Citi υπογραμμίζει ότι τα εμπορεύματα ήταν ανέκαθεν ευάλωτα σε κινδύνους που αφορούν τις εφοδιαστικές αλυσίδες, ωστόσο τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί οι απειλές και οι διαταραχές σε κρίσιμες πηγές παραγωγής και μεταφοράς. Ένας περιορισμένος αριθμός περιοχών εξακολουθεί να ελέγχει μεγάλο μέρος των παγκόσμιων προμηθειών ενέργειας, κρίσιμων ορυκτών, λιπασμάτων και αγροτικών προϊόντων.
Η εξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο πριν από το 2022 έχει μετατραπεί σε αυξημένη εξάρτηση από τις αμερικανικές εξαγωγές LNG, ενώ η κυριαρχία της Κίνας στα κρίσιμα ορυκτά και η σημασία των εξαγωγών σιτηρών μέσω της Μαύρης Θάλασσας παραμένουν ευάλωτα σημεία που μπορούν να μετατραπούν γρήγορα σε παγκόσμιες κρίσεις τιμών.
Στο επίκεντρο των ανησυχιών βρίσκεται πλέον και το ενδεχόμενο παρατεταμένης σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, με την Citi να εξετάζει το σενάριο κατά το οποίο η κρίση θα μετατραπεί από ένα προσωρινό σοκ σε μακροχρόνια διαταραχή της παραγωγικής ικανότητας πετρελαίου στον Περσικό Κόλπο. Αν και η τράπεζα χαρακτηρίζει το ενδεχόμενο αυτό χαμηλής πιθανότητας, προειδοποιεί ότι οι επιπτώσεις του θα ήταν εξαιρετικά μεγάλες.
Πώς μπορεί να οδηγηθεί η κατάσταση σε ενεργειακή κρίση
Σύμφωνα με τη Citi, εάν η σύγκρουση επεκταθεί σε επιθέσεις κατά δημόσιων υποδομών του Ιράν, όπως σταθμοί παραγωγής ενέργειας και δίκτυα, ή εάν περιλαμβάνει χερσαίες επιχειρήσεις, η Τεχεράνη θα μπορούσε να απαντήσει πλήττοντας πετρελαϊκές υποδομές σε ολόκληρη την περιοχή του Κόλπου.
Ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να οδηγήσει σε πολύμηνες ή ακόμη και πολυετείς μειώσεις της παραγωγής πετρελαίου, αλλά και σε σοβαρούς περιορισμούς στις ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ, από όπου διέρχεται σημαντικό μέρος της παγκόσμιας ενεργειακής τροφοδοσίας.
Εναλλακτικά, εάν τα Στενά του Ορμούζ παραμείνουν κλειστά για μεγάλο χρονικό διάστημα λόγω συνεχιζόμενων απειλών, ακόμη και έως το πρώτο εξάμηνο του 2027, οι απώλειες στην προσφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου θα μπορούσαν να παραταθούν, προκαλώντας σοβαρές διαταραχές στις ενεργειακές υποδομές.
Η σύγκρουση ΗΠΑ-Ιράν έχει ήδη προκαλέσει έντονες διακυμάνσεις στις τιμές του αργού πετρελαίου, των πετρελαϊκών προϊόντων, του φυσικού αερίου, των μετάλλων, των λιπασμάτων και άλλων εμπορευμάτων που επηρεάζονται από την παραγωγή της περιοχής και τις εξαγωγικές ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Η Citi επισημαίνει ότι από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ιουνίου 2025 έως την κλιμάκωση του 2026 και τις διαδοχικές φάσεις αποκλιμάκωσης και επαναφοράς της έντασης, οι αγορές πετρελαίου έχουν ακολουθήσει ένα μοτίβο απότομων αυξήσεων, υποχωρήσεων και νέων ανατιμήσεων.
Μέχρι σήμερα, ωστόσο, δεν έχουν σημειωθεί σημαντικές καταστροφές στις ενεργειακές υποδομές παραγωγής, γεγονός που σημαίνει ότι μια πιθανή λήξη της σύγκρουσης θα επέτρεπε την αποκατάσταση της προσφοράς, την αναπλήρωση των αποθεμάτων και την επιστροφή των αγορών σε πιο φυσιολογικές συνθήκες.
Η βασική εκτίμηση της Citi είναι ότι ΗΠΑ και Ιράν δεν επιθυμούν να ξεπεράσουν το όριο μιας μακροχρόνιας καταστροφής ενεργειακών υποδομών, είτε στο Ιράν είτε σε άλλες χώρες του Κόλπου. Ωστόσο, το «εφιαλτικό» σενάριο θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί εάν αυτή η γραμμή ξεπεραστεί, οδηγώντας σε μήνες ή χρόνια μειωμένης παραγωγής πετρελαίου ή σε παρατεταμένη διακοπή των ροών μέσω των Στενών.
Παράλληλα, η Citi επισημαίνει ότι επιπλέον κίνδυνοι θα μπορούσαν να προκύψουν από νέες διαταραχές όχι μόνο στα Στενά του Ορμούζ αλλά και στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ, ενώ δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο επιβολής περιορισμών στις εξαγωγές πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων από τις ΗΠΑ.
Οι επιπτώσεις στις αγορές πετρελαίου
Στο ακραίο σενάριο, η παγκόσμια προσφορά πετρελαίου θα μπορούσε να μειωθεί για μήνες ή ακόμη και χρόνια, δημιουργώντας ένα έλλειμμα που δεν θα μπορούσε να καλυφθεί εύκολα από άλλους παραγωγούς. Η Citi εκτιμά ότι, καθώς τα παγκόσμια αποθέματα μειώνονται, οι τιμές θα μπορούσαν να κινηθούν σε ένα εύρος ακόμη και 180-200 δολαρίων ανά βαρέλι.
Μέχρι στιγμής, οι περιορισμοί στις ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ έχουν οδηγήσει κατά περιόδους σε απώλειες προσφοράς 12-13 εκατ. βαρελιών ημερησίως. Οι επιπτώσεις έχουν περιοριστεί από την αύξηση εναλλακτικών ροών, τη μείωση κινεζικών εισαγωγών, τις συντονισμένες απελευθερώσεις στρατηγικών αποθεμάτων από τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας και τη μείωση της ζήτησης.
Ωστόσο, η τράπεζα σημειώνει ότι μέχρι σήμερα οι αγορές λειτουργούν με την προσδοκία μιας προσωρινής διαταραχής τύπου «V», δηλαδή μιας κρίσης που θα ακολουθηθεί από γρήγορη επιστροφή της προσφοράς και αναπλήρωση των αποθεμάτων.
Μια μόνιμη απώλεια 5-10 εκατ. βαρελιών ημερησίως, που αντιστοιχεί στο 5%-10% της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου και υγρών καυσίμων, θα απαιτούσε σημαντική μείωση της ζήτησης, αντίστοιχη με τις επιπτώσεις των περιορισμών της περιόδου Covid-19.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Citi, ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση των ενεργειακών τιμών κατά 100%-200%, με το αργό πετρέλαιο να ξεπερνά τα 150 δολάρια το βαρέλι, τα διυλισμένα προϊόντα τα 200 δολάρια και τη βενζίνη στις ΗΠΑ τα 6 δολάρια ανά γαλόνι.
Η τράπεζα συγκρίνει το ενδεχόμενο αυτό με το Δεύτερο Πετρελαϊκό Σοκ των δεκαετιών του 1970 και 1980, όταν τα αποθέματα πετρελαίου εκτός Κίνας υποχώρησαν κάτω από τις 70 ημέρες κάλυψης ζήτησης και οι δαπάνες πετρελαίου ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκαν σημαντικά.
Η Citi εκτιμά ότι σε περίπτωση επανάληψης ενός αντίστοιχου σοκ, οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να υπερδιπλασιαστούν σε σχέση με τα σημερινά επίπεδα, ξεπερνώντας τα 200 δολάρια το βαρέλι. Σήμερα, ωστόσο, τα αποθέματα πετρελαίου εκτός Κίνας εξακολουθούν να καλύπτουν περίπου 94 ημέρες κατανάλωσης.
Η τράπεζα επισημαίνει ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές σε σχέση με τη δεκαετία του 1970. Τα στρατηγικά αποθέματα είναι σήμερα μεγαλύτερα και ο ΟΟΣΑ, αλλά πιθανώς και η Κίνα, μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν για να περιορίσουν τις επιπτώσεις μιας κρίσης.
Παράλληλα, η ενεργειακή ένταση της παγκόσμιας οικονομίας είναι χαμηλότερη σε σχέση με εκείνη την περίοδο. Ωστόσο, τα αποθέματα διυλισμένων προϊόντων βρίσκονται ήδη σε χαμηλά επίπεδα, γεγονός που θα μπορούσε να διατηρήσει τις τιμές των τελικών προϊόντων σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.
www.worldenergynews.gr






